Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Περπατώ, οδηγώ και σε σκέφτομαι: Πέντε σκέψεις για μια καλύτερη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 11/04/2026



Εμείς που ζούμε σε αυτή την πόλη και έχουμε την ευχέρεια να γράφουμε δημόσια την άποψή μας, συχνά καταφεύγουμε στο ίδιο μοτίβο. Μιλάμε πολιτικά, προγραμματικά, για ανάγκες, προτεραιότητες, κατανομή πόρων. Σωστά όλα αυτά – απολύτως αναγκαία. Υπάρχουν όμως φορές  που αξίζει να το δούμε αλλιώς. Ως άνθρωποι που ζούμε τη Θεσσαλονίκη, που περπατάμε, που κολλάμε στην κίνηση, που αξιοποιούμε την παιδική χαρά, που ψάχνουμε πάρκινγκ κ.ο.κ. Με δυο λόγια μια πιο βιωματική, σχεδόν απλή καταγραφή. Δεν ξέρω αν μια τέτοια ματιά μπορεί να γεννήσει πολιτική ατζέντα ή αν μπορεί να οδηγήσει σε σχέδια ή σε παρεμβάσεις. Ξέρω όμως ότι ακόμη και έτσι – ως απλές ιδέες – έχει αξία να καταγραφούν. Με δυο λόγια δηλαδή, πέρα από τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη είναι αυτή που τελικά διαμορφώνει την αίσθηση της πόλης. Οι μικρές, στοχευμένες παρεμβάσεις συχνά έχουν δυσανάλογα μεγάλο θετικό αντίκτυπο.

Σε αυτό το σημείο ξεκαθαρίζω ότι όσα ακολουθούν δεν συγκροτούν ένα σχέδιο για την πόλη ούτε μια δομημένη ατζέντα παρεμβάσεων. Είναι απλές παρατηρήσεις, σκέψεις που γεννιούνται μέσα στην καθημερινότητα. Κάποια από αυτά μπορεί ήδη να έχουν συζητηθεί, να έχουν ενταχθεί σε σχεδιασμούς ή να βρίσκονται στην αρχή της υλοποίησής τους. Άλλα μπορεί να έχουν μελετηθεί και να έχουν απορριφθεί για λόγους που δεν είναι πάντα ορατοί στον πολίτη. Κάποια ίσως να είναι και κοστολογικά μη ρεαλιστικά. Δεν έχει όμως αυτό τη μεγαλύτερη σημασία καθώς αυτό το κείμενο δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πρόγραμμα. Είναι μια καταγραφή μικρών σκέψεων — όπως προκύπτουν τη στιγμή που ζεις την πόλη, στο κάθε σημείο της. Μια αφορμή για κουβέντα και σκέψη. Άλλωστε οι διακοπές του Πάσχα ευνοούν μια τέτοια προσέγγιση.

1. Κάποιες διασταυρώσεις να υπογειοποιηθούν

Θα είχε αξία να δούμε 2-3 κομβικά σημεία του οδικού δικτύου να αντιμετωπίζονται με πιο αποφασιστικό τρόπο, ακόμη και με λύσεις υπογειοποίησης όπου αυτό είναι εφικτό. Δεν μιλάμε για οριζόντιες παρεμβάσεις σε όλη την πόλη, αλλά για στοχευμένες κινήσεις εκεί όπου η συμφόρηση είναι μόνιμη και δομική. Η διαδρομή από την Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τη Μουδανιών είναι χαρακτηριστική. Από το ύψος του Ιπποκρατείου και μετά, οι διαδοχικοί σηματοδότες σε Συνδίκα, Μαρτίου, Μπότσαρη και Βούλγαρη δημιουργούν ένα συνεχές «σταμάτα-ξεκίνα», ένα φαινόμενο ακορντεόν που μπλοκάρει τη ροή και επιβαρύνει συνολικά την πόλη. Σε μία ή δύο από αυτές τις διασταυρώσεις (ιδανικά τις τελευταίες), μια υπογειοποίηση ή μια περιορισμένη σήραγγα για βασικές κατευθύνσεις θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα. Να επιτρέψει συνεχή ροή, να αποσυμφορήσει τους γύρω δρόμους που λειτουργούν ως πρόχειρες παρακάμψεις και να μειώσει τους ρύπους που παράγονται από τη συνεχή επιβράδυνση και επιτάχυνση. Είναι σαφές ότι πρόκειται για παρεμβάσεις υψηλού κόστους και τεχνικής δυσκολίας, που απαιτούν μελέτες κυκλοφοριακών φορτίων και σοβαρή αξιολόγηση. Ακόμη όμως και αν τέτοιες λύσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, υπάρχουν ενδιάμεσες επιλογές — όπως έξυπνα, προσαρμοστικά φανάρια ή μικρότερες παρεμβάσεις κατεύθυνσης της ροής — που θα μπορούσαν να δώσουν μια πρώτη ανάσα. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι ένα - η πόλη να μπορεί να «αδειάζει» πιο γρήγορα προς τα έξω και να «γεμίζει» πιο ομαλά από τις εισόδους της. 

2. Παιδικές χαρές φτιαγμένες για… άλλο κλίμα

3. Διαγραμμίσεις οδοστρώματος που… εξαφανίζονται

Δεν γίνεται να βάφονται οι διαβάσεις και οι οδικές γραμμές και μέσα σε λίγες εβδομάδες – καμιά φορά και ημέρες – να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Οι διαγραμμίσεις είναι το βασικό “αλφάβητο” της κυκλοφορίας· όταν σβήνουν, η οδήγηση γίνεται περισσότερο ενστικτώδης, λιγότερο προβλέψιμη και σαφώς πιο επικίνδυνη, ιδιαίτερα τη νύχτα ή σε συνθήκες βροχής. Οι δήμοι τις βάφουν συχνά αλλά το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Τι φταίει; Τα υλικά; Η εφαρμογή; Η ποιότητα της ασφάλτου; Πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών. Αν η επιφάνεια δεν είναι σωστά προετοιμασμένη, αν η άσφαλτος δεν “κρατά”, αν χρησιμοποιούνται φθηνά ή ακατάλληλα υλικά, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Το κρίσιμο όμως δεν είναι να εντοπίσουμε την ευθύνη σε επίπεδο παρατήρησης, αλλά να δούμε ότι το ζήτημα αλλού έχει λυθεί εδώ και χρόνια. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις χρησιμοποιούνται πιο ανθεκτικά υλικά – θερμοπλαστικά ή ειδικά ψυχρά πλαστικά με αντανακλαστικά στοιχεία – που “δένουν” με την άσφαλτο και αντέχουν στον χρόνο και την καταπόνηση. Ας το δούμε και αυτό κάποια στιγμή.

4. Υπόγειοι και υπέργειοι κάδοι δίπλα δίπλα

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να τοποθετηθούν υπόγειοι κάδοι στη Θεσσαλονίκη. Και είναι μια παρέμβαση που έχει νόημα - μεγαλύτερη χωρητικότητα, λιγότερες οσμές, πιο καθαρή εικόνα στον δρόμο. Σε αρκετά σημεία, μάλιστα, βλέπεις ότι έχει γίνει πρόοδος. Περπατώντας όμως την πόλη, συναντάς δίπλα ακριβώς από το στόμιο του υπόγειου κάδου να βρίσκονται οι κλασικοί πράσινοι και μπλε. Σαν να συνυπάρχουν δύο εποχές στο ίδιο πεζοδρόμιο. Έτσι όμως χάνεται το πλεονέκτημα γιατί ο βασικός λόγος που μπαίνουν οι υπόγειοι κάδοι είναι και η χωρητικότητα αλλά και η εικόνα. Και υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο άυλο αλλά εξίσου σημαντικό. Όταν βλέπεις μια “συστάδα” κάδων – υπόγειων και υπέργειων μαζί – το σημείο ταυτίζεται στο μυαλό σου με τα σκουπίδια. Εκεί αφήνονται πιο εύκολα σακούλες απ’ έξω, ογκώδη αντικείμενα, ό,τι περισσεύει. Σαν να λέει η πόλη “εδώ είναι το σημείο”. Αν υπήρχαν μόνο οι υπόγειοι, πιο καθαροί και πιο διακριτικοί, ίσως να λειτουργούσε και ένας άτυπος αυτοπεριορισμός. Πιθανότατα αυτό που συμβαίνει είναι πρακτικό - είτε η χωρητικότητα δεν επαρκεί ακόμη, είτε η αποκομιδή δεν γίνεται με τη συχνότητα που χρειάζεται. Είναι λογικό σε μια μεταβατική φάση. Αν όμως το σύστημα αυτό επεκταθεί, θα είχε αξία να ολοκληρωθεί καθαρά. Εκεί που μπαίνουν υπόγειοι κάδοι, να φεύγουν οι παλιοί. Και αν δεν “βγαίνει” το σύστημα, να ενισχυθεί με περισσότερους υπόγειους ή με συχνότερη αποκομιδή. Αλλιώς είναι σα να πήραμε πλυντήριο αλλά να κρατάμε τη σκάφη δίπλα, καλού κακού.

5. Αισθητική Ταυτότητα στο Υπαίθριο Εμπόριο και το Street Food

Η Θεσσαλονίκη είναι γνωστή για τη γαστρονομία της, για το σουβλάκι, τον γύρο, την μπουγάτσα, τους λουκουμάδες, για όλες αυτές τις γεύσεις που κυκλοφορούν παντού – και καλά κάνουν. Το street food είναι ταυτότητα της πόλης, ζωντάνια, δημοκρατία στη γεύση. Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Αυτό όμως που θα ήθελα να δω, περπατώντας στη Νέα Παραλία, στην Αριστοτέλους, στην πλατεία Αγίας Σοφίας ή σε άλλα σημεία όπου νόμιμα δραστηριοποιούνται πάγκοι και καντίνες, είναι μια στοιχειώδης οπτική προσαρμογή. Σήμερα, οι περισσότεροι πάγκοι – ακόμα και νόμιμοι – μοιάζουν σαν να ήρθαν από άλλη εποχή ή από άλλη πόλη. Το ίδιο και για το νόμιμο υπαίθριο εμπόριο. Θα ήθελα λοιπόν μια μικρή, ευέλικτη κανονιστική παρέμβαση. Όχι απαγόρευση, όχι διώξεις αλλά για όσους θέλουν να λειτουργούν νόμιμα σε συγκεκριμένες ζώνες της πόλης (π.χ. παραλιακό μέτωπο, ιστορικό κέντρο), να υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προδιαγραφές αισθητικής. Ο πάγκος να έχει ουδέτερο ή ξύλινο χρώμα, όχι φανταχτερά πλαστικά, η ταμπέλα να είναι μετρίου μεγέθους, χωρίς φωτεινά νέον που τρεμοπαίζουν, η ομπρέλα ή το στέγαστρο να είναι σε μια παλέτα χρωμάτων που να μην συγκρούεται με το περιβάλλον κ.ο.κ. Κάτι ανάλογο γίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με ιστορικά κέντρα: δεν διώχνουν το street food, το εντάσσουν στην εικόνα. Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που δεν χάνει τη ζωντάνια της, αλλά αποκτά συνοχή. Η Θεσσαλονίκη αξίζει αυτή τη φροντίδα – ειδικά όταν μιλάμε για κάτι που η ίδια η πόλη το έχει ανάγκη και το αγαπά.

Έγραψα πέντε σκέψεις πρόχειρες. Θα μπορούσαν να ήταν δεκαπέντε. Και σίγουρα άλλες τόσες από τον καθένα μας. Η δημόσια συζήτηση – ακόμη και αυτή χωρίς ιδιαίτερα προαπαιτούμενα είναι πάντοτε όφελος. Θέματα, προβλήματα, σκέψεις – οποιασδήποτε κλίμακας είναι πλούτος. 

Θεσσαλονίκη: Στον πυρήνα του προβλήματος η πολιτική εκπροσώπηση, άρθρο στη VORIA στις 04/04/2026



Κάθισα να δω τη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Θεσσαλονίκης μιας και θα συζητούνταν το αίτημα διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος για το ζήτημα της ανάπλασης της ΔΕΘ. Το ζήτημα είναι κομβικό για την πόλη, για το παρόν και το μέλλον της, για την ποιότητα ζωής των πολιτών αλλά και για τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Στο παρόν σημείωμα όμως δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτό καθ’ αυτό το ζήτημα της ανάπλασης, αλλά με ένα με κάτι άλλο –πιο δομικό, πιο πολιτικό, μιας και εκεί εκτιμώ ότι βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε δια της επανάληψης το βασικό μοτίβο εξελίξεων στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη φαίνεται ότι μονίμως γκρινιάζει, αδικείται, υστερεί σε πολλά πεδία, κατατρώει τις σάρκες της, διχάζεται εύκολα. Παρουσιάζεται σαν το γαλατικό χωριό του Αστερίξ και οι Θεσσαλονικείς σαν Γαλάτες που δεν μπορούν να ομονοήσουν για να μπούνε τα πράγματα στη σειρά. Είναι όμως αυτή η αλήθεια; 

Για να δούμε μερικά σημεία, για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Ποιο είναι το μοτίβο; Οι μεγάλες ιδέες της με τις οποίες πορεύεται η πόλη (κυρίως στο κομβικό ζήτημα των υποδομών) είναι χονδρικά των '80s και ίσως και πιο παλιές. Τη δεκαετία των '90s κάποια προχώρησαν και τα μεγάλα σχηματοποιήθηκαν. Μέχρι το 2004, άρα μέχρι το μέσον των '00s, η χώρα ζούσε στον πυρετό των Ολυμπιακών Αγώνων, plus 2-3 έργα εδώ και εκεί στην περιφέρεια για να μη γκρινιάζει η τελευταία. Μετά, και μέχρι την οικονομική κρίση, λίγα πράγματα. Στα '10s είχαμε μνημόνια και ριζική αναθεώρηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων αλλά και προτεραιοτήτων. Στα '20s έχοντας βγει τυπικά -και όχι ουσιαστικά- από τις συνέπειες της χρεοκοπίας, αλλά με σημαντική δημοσιονομική δυνατότητα λόγω συγκυριών θα μπορούσαμε να δούμε επιλογές και να ιεραρχήσουμε τι χρειαζόμαστε πραγματικά, αλλά οι εκλογικοί κύκλοι και οι αντικειμενικές ανάγκες του κυβερνάν απαιτούν άλλους ρυθμούς. Συνολικά όμως, για να μη στρουθοκαμηλίζουμε, η Θεσσαλονίκη βγαίνει ηττημένη από έναν μεγάλο ιστορικό-πολιτικό-οικονομικό και γεωπολιτικό κύκλο. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς, όπως και αν επιμερίζει τις ευθύνες.

Σήμερα ζητείται από τους Θεσσαλονικείς να αισθάνονται χαρά και ικανοποίηση για το γεγονός ότι υλοποιούνται κάποια από εκείνα που πρωτοσκεφτήκαμε στην πρώιμη μεταπολίτευση. Μα ο κόσμος από τότε άλλαξε όχι μία αλλά τέσσερις φορές. Διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, κατέρρευσε το σιδηρούν παραπέτασμα, πλημμυρίσαμε με Βαλκάνιους μετανάστες και φτηνή ανάπτυξη, η ΕΟΚ έγινε ΕΕ, η Μακεδονία αποβιομηχανοποιήθηκε, η Ελλάδα χρεοκόπησε, το κλίμα άλλαξε επί τα χείρω και η περιβαλλοντική ατζέντα με την ανθεκτικότητα των πόλεων έγιναν must. Δημογραφικά η χώρα αλλά και η πόλη μικραίνει και γερνάει, οι γείτονές μας αναπτύχθηκαν και συνεχίζουν να το κάνουν, τα social media άλλαξαν τον τρόπο που συζητάμε και το AI σε λίγο θα αλλάξει τον τρόπο που εργαζόμαστε και παράγουμε. 

Σε αυτό λοιπόν το πολύ δυναμικό περιβάλλον η πόλη συζητά την ανάπλαση της ΔΕΘ, το Μετρό, τον προβλήτα 6 στο λιμάνι, το Σέιχ Σου, την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα (αυτό θα έπρεπε αλλά δεν το κάνει), το τραμ και τον προαστιακό, την ανάγκη αντιπλημμυρικής προστασίας, τη σχολική στέγη (όταν σε λίγα χρόνια θα κλείνουν σχολεία λόγω έλλειψης μαθητών), τις αναγκαίες θέσεις στάθμευσης, τη συγκοινωνία, τον αναγκαίο ελεύθερο δημόσιο χώρο και την έλλειψη πρασίνου.

Η ατζέντα αυτή είναι παλιά, έχει κουράσει, δεν έχει υλοποιηθεί στο σύνολό της. Και τα τρία ταυτόχρονα. Παλιά – κούρασε – δεν υλοποιήθηκε. Ακόμα και όσα έργα αυτής της ατζέντας υλοποιηθούν ή έχουν υλοποιηθεί ήδη, δεν κομίζουν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο διότι ακριβώς μετράνε δεκαετίες πίσω τους. Ένα μπράβο το λένε όλοι αλλά κανείς δεν «σκίζει τα ρούχα του» γιατί ολοκληρώθηκε κάτι που πρωτοακούστηκε επί Κούβελα ή επί Τσοβόλα. 

Δείτε το παράδειγμα της ΔΕΘ –από παλιά μια ιδέα να φύγει εκτός πόλης. Μετά εν όψει της διεκδίκησης της EXPO 2008 πολιτική συμφωνία σε υψηλό -πρωθυπουργικό επίπεδο- για μια τέτοια εξέλιξη. Πιο μετά, εν μέσω κρίσης, νέα προσπάθεια το 2012 με διεθνή αξιολογότατο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και νέο σχέδιο ανάπλασης στον χώρο που βρίσκεται σήμερα. Συμφωνούν όλοι –κόμματα, δήμος, κυβερνήσεις, κοινωνικοί φορείς, καθυστερήσεις, πληθωρισμός, άγονη χρηματοδοτικά και οικονομικά πραγματικότητα κ.ο.κ. Μια ωραία ιστορία 35 και πλέον ετών για να φτάσουμε σήμερα, Απρίλιο 2026, να είναι όλα στο μηδέν, όλα υπό συζήτηση, όλα υπό την αίρεση χρηματοδοτικών εργαλείων και αρχιτεκτονικών νέων προσεγγίσεων. Τα ίδια χονδρικά για το Μετρό, για την υποθαλάσσια, για τα στρατόπεδα του πολεοδομικού συγκροτήματος, τον προβλήτα, τις συνδέσεις και πάει λέγοντας. Ποια αξιοπιστία; Ποια εμπιστοσύνη; Ποιο κύρος θεσμών και πολιτικών; Όλα στον αέρα χαρτοπόλεμος –που λέει και το λαϊκό άσμα.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; 

Και εδώ ερχόμαστε στο κεντρικό ζήτημα, το οποίο δεν είναι άλλο από την πολιτική εκπροσώπηση του τόπου. Αυτό είναι στον πυρήνα του προβλήματος, αυτό παράγει την κακοδαιμονία και, αν δεν λυθεί αυτό, όλα τα άλλα θα μένουν εκκρεμή. Αν δεν κατανοήσουμε ότι το πρόβλημα είναι πολιτικό -με όλη τη σημασία και το βάθος της λέξης- και νομίζουμε ότι είναι διαχειριστικό/τεχνοκρατικό ή οικονομικό κάνουμε θεμελιώδες λάθος. Πολλοί παράγοντες της πόλης, πολιτικοί, opinion makers, αρθρογράφοι, εκπρόσωποι φορέων σε πολλές και διάφορες βαθμίδες, αποκηρύσσουν την πολιτική. Εκτρέπουν τη συζήτηση σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την πολιτική. «Να μη διχαστούμε», «μη μαλώνετε», «όλοι μαζί κατά των προβλημάτων» ή, το άλλο, το πιο ρηχό όλων, «τα προβλήματα δεν έχουν χρώμα». Μα και βεβαίως έχουν χρώμα –έχουν το χρώμα εκείνου που τα προκάλεσε, εκείνου που δεν τα έλυσε, που δεν κινητοποίησε διανοητικούς -οικονομικούς -τεχνικούς πόρους για να λύσει, που δεν τα προτεραιοποίησε, δεν αντιπαρατέθηκε, δεν διεκδίκησε και δεν εργάστηκε επαρκώς. 

Όλα αυτά είναι η πιο σταθερή συνταγή αποτυχίας για κάθε οργανωμένη κοινωνία, για κάθε Πολιτεία αλλά και κάθε τοπική κοινωνία. Φυσικοποιούν την πραγματικότητα -τα προβλήματα ως φυσικά φαινόμενα- βροχή, χαλάζι κ.ο.κ. Δεν είναι έτσι και κάποια στιγμή αυτό πρέπει να σταματήσει. Αποσυνδέουν τις πολιτικές επιλογές από τα αποτελέσματά τους και αποδιοργανώνουν μέχρι αποδιάρθρωσης τη δημόσια σφαίρα. Υπονομεύουν δηλαδή το μοναδικό πεδίο που μπορεί να σχηματοποιήσει κάποιες λύσεις, δημοκρατικά και υπό προϋποθέσεις. 

Χρειαζόμαστε πολιτική εκπροσώπηση.

Όλα αυτά που απασχολούν την πόλη, την ευρύτερη περιοχή πρέπει να ακουστούν. Πρέπει να εκπροσωπηθούν, να οργανωθούν γύρω από αυτά πολιτικές. Αυτό είναι καθήκον του πολιτικού μας προσωπικού. Βουλευτές, υπουργοί, αυτοδιοικητικοί, πρόεδροι φορέων, θεσμικών κοινωνικών εταίρων κ.ο.κ. Βουλευτές -συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης- και υπουργοί πρέπει να αναβαθμίσουν την πολιτική τους παρουσία. Οι αυτοδιοικητικοί να αντιληφθούν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι πολιτικό πεδίο –όχι μόνον διοικητικό ή διεκπεραιωτικό. Δεν είναι εύκολο ούτε απλό αλλά αυτό είναι γνωστό από την αρχή. Τα διλήμματα στην πολιτική είναι υπαρκτά και οι πολιτικοί κρίνονται από το πώς απαντούν σε αυτά. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες, η σπάνη των πόρων δεδομένη. Η διαμάχη, η διαπάλη, όμως, είναι οξυγόνο. Η συμμετοχή των πολιτών είναι αναζωογονητική διαδικασία –είναι το πλεονέκτημα της δημοκρατίας έναντι του αυταρχισμού. Για αυτό είμαστε υπερήφανοι στη Δύση έναντι της Ανατολής. 

Η συνθετότητα της διακυβέρνησης στον 21ο αιώνα ορίζει ως στόχο αυτή να είναι πολυεπίπεδη. Δεν αρκεί η ψήφος μας μόνο στις εθνικές εκλογές. Αν αρκούσε θα εκλέγαμε κυβέρνηση και θα αφήναμε όλα τα ζητήματα -από τα μεγάλα μέχρι τα της γειτονιάς- σε αυτήν. Εμείς όμως λέμε ότι θέλουμε να έχουμε πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Και αν όσοι υπηρετούν σε άλλα, πιο χαμηλά από το κυβερνητικό επίπεδα διαπιστώνουν ότι δεν έχουν την αρμοδιότητα ή τα μέσα για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, τότε πρέπει να το πουν, να διεκδικήσουν, να αντιπαρατεθούν. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργήσουν δημόσια, να ονοματίσουν και να περιγράψουν το πρόβλημα και να διεκδικήσουν τη λύση. Και παράλληλα να εξηγήσουν τα πώς και τα γιατί στην κοινωνία. Να ενεργήσουν δηλαδή πολιτικά και όχι με όρους διευθέτησης, συναλλαγής και ανατολίτικου παζαριού. 

Η ευρύτερη περιοχή μας -συνολικά μάλλον η βόρεια Ελλάδα- έχει εκατοντάδες θέματα και ζητήματα που αθροιζόμενα δημιουργούν την εικόνα της υστέρησης. Αυτά τα ζητήματα πρέπει να αναδειχθούν –να πολιτικοποιηθούν εάν θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα λυθούν. Και γράφω ότι πρέπει να πολιτικοποιηθούν γιατί είναι ο μόνος τρόπος στις δημοκρατίες για να επιτευχθεί μια άλλη προτεραιοποίηση και μια άλλη κατανομή των πόρων. Στην αντίθετη περίπτωση ενισχύεται ο κυνισμός της κοινωνίας, η αυτοαναφορικότητα του πολιτικού συστήματος, η στενότητα και η απομάκρυνσή του από την πραγματικότητα και ο καθεστωτισμός. 

Κλείνοντας, η υστέρηση σε υποδομές – ανάπτυξη – εισόδημα είναι απότοκος λανθασμένων επιλογών. Οι επιλογές είναι η πεμπτουσία της πολιτικής. Η πολιτική ασκείται από πρόσωπα και συλλογικά υποκείμενα που έχουν ονοματεπώνυμα. Αντίθετα, η πολιτική αναζωογονείται όταν συμμετέχουν στις διαδικασίες της -και όχι μόνον στις εθνικές εκλογές- οι πολίτες μαζικά. 

Πρέπει να συζητηθούν τα σημαντικά ζητήματα, όχι άλλο αναμάσημα δευτερευόντων. Πρέπει να υπάρχουν και διαφορετικές οπτικές –όχι τεχνητές ομοφωνίες. Πρέπει να υπάρξει διεκδίκηση και όπου χρειάζεται σύγκρουση. Η διευθέτηση δεν είναι πάντοτε η καλύτερη μέθοδος. Πρέπει να υπάρξει τόλμη –η πολιτική δεν μπορεί να είναι μόνο διαχείριση και σιγουριά. Πρέπει να υπάρξει ευθυγράμμιση με τη νέα ατζέντα, προετοιμασία, ανοιχτοί ορίζοντες, ανοιχτό μυαλό, διανοητικές δυνάμεις για αναστοχασμό και αναθεώρηση –όχι βεβαιότητες και ακαμψίες. Πρέπει να υπάρξει ανανέωση. Πρέπει να ξαναδημιουργηθεί μια πολιτική διαδικασία. Ένας τόπος, χώρος και χρόνος που η πολιτική θα μπορεί να βρει τον νέο τρόπο. 

Αν γίνουν αυτά, η εκπροσώπηση θα βελτιωθεί. Θα αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες και τότε πολλά από αυτά που μας ταλανίζουν θα βρουν τον δρόμο της επίλυσης. 

Γιατί τα κόμματα που κυβέρνησαν θα δυσκολευτούν εκλογικά στη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 28/03/2026



Είναι η Θεσσαλονίκη μια ξεχωριστή περίπτωση σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα; Η εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων διαφέρει τόσο πολύ από ό,τι στην επικράτεια; Είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση που συνιστά ξεχωριστό παράδειγμα; Δεν θα το έλεγα, παρά τις υπαρκτές ιδιομορφίες που όμως συναντάμε συχνά στην εκλογική γεωγραφία. Τι είναι αυτό που κάνει τον πολιτικό λόγο της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερο; Είναι το γεγονός ότι η πόλη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας και παρά την πολυεπίπεδη υποχώρηση της περιφέρειας, έχει ακόμη μια κρίσιμη πολιτική – μιντιακή – επιχειρηματική -διανοητική και κοινωνική μάζα που μπορεί να διατυπώσει πολιτικό λόγο με αξιώσεις εθνικού ακροατηρίου. 

Αυτό που παρατηρείται στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρεια Ελλάδα δεν είναι μια απλή εκλογική διακύμανση. Δεν είναι μια «κακή περίοδος» για τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα. Είναι κάτι βαθύτερο μάλλον - μια σταδιακή αποσύνδεση ανάμεσα σε ένα γεωγραφικό και κοινωνικό σύνολο και σε εκείνους που διεκδικούν να το εκπροσωπήσουν. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι αντισυστημική πόλη όπως ίσως κάποιοι θέλουν να υποστηρίζουν. Ψήφισε, στήριξε, ανέδειξε κυβερνήσεις, έδωσε απλόχερα μεγάλα εκλογικά ποσοστά, έδωσε νίκες, έδωσε πολιτικό κεφάλαιο και σημαντικά στελέχη κυβερνήσεων κατά το παρελθόν. 

Και όμως σήμερα, τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα – η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ – εμφανίζονται πιο αδύναμα εδώ απ’ ό,τι στο παρελθόν. Κέρδισαν εκλογές, διαμόρφωσαν πλειοψηφίες, άντλησαν πολιτική νομιμοποίηση, όμως σήμερα εμφανίζουν σαφώς πιο αδύναμες επιδόσεις. Και αυτό δεν εξηγείται με έναν μόνο λόγο γιατί είναι το αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα. Η πόλη σταδιακά άλλαξε χαρακτήρα αλλά άλλαξε και η σχέση της με το πολιτικό σύστημα. 

Αν η κουβέντα αφορούσε μόνο το ΠΑ.ΣΟ.Κ ή τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν θα υπήρχε πεδίο για ανάλυση. Αφορά και τη Νέα Δημοκρατία που μέχρι και τις τελευταίες εκλογές κατέγραψε σημαντικά ποσοστά στην κάλπη. Σήμερα όμως η αίσθηση είναι ότι πιέζεται. Και ίσως πιέζεται λίγο παραπάνω από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα. Προσπαθώ να εκτιμήσω και να παρουσιάσω μερικές αιτίες που κατά την άποψή μου αθροιζόμενες, σωρευτικά οδηγούν στο αποτέλεσμα αυτό. 

Πρώτον, υπάρχει ένα εδραιωμένο αίσθημα ανισορροπίας ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η Αττική, με όλα της τα προβλήματα, εξακολουθεί να συγκεντρώνει επενδύσεις, υποδομές, υπηρεσίες και ευκαιρίες. Η περιφέρεια – και ειδικά η Βόρεια Ελλάδα – βιώνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Όχι απαραίτητα απόλυτης υστέρησης σε κάθε δείκτη, αλλά μιας σχετικής καθυστέρησης που γίνεται αντιληπτή καθημερινά. Η Θεσσαλονίκη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, διαθέτει την κρίσιμη μάζα για να εκφράσει αυτό το αίσθημα πιο καθαρά. Το ίδιο μπορεί να το νιώθουν η Δράμα, η Καβάλα, η Κοζάνη και ο Βόλος, αλλά η Θεσσαλονίκη μπορεί να το μετατρέψει σε πολιτικό μήνυμα. 

Δεύτερον, τα μεγάλα έργα υποδομής, ακόμη και όταν προχωρούν, δεν λειτουργούν πλέον ως πολιτικό κεφάλαιο με τον ίδιο τρόπο. Γιατί; Διότι συχνά έρχονται με καθυστέρηση μιας ολόκληρης γενιάς. Όταν ένα έργο ολοκληρώνεται σήμερα αλλά θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί πριν από 15 ή 20 χρόνια, η αίσθηση που δημιουργείται δεν είναι πρόοδος, αλλά αποκατάσταση μιας παλιάς εκκρεμότητας. Η πολιτική μοιάζει να λύνει προβλήματα του χθες, ενώ η κοινωνία αναζητά απαντήσεις για το αύριο. Έχουμε και δίπλα μας παραδείγματα πόλεων, στα δικά μας κυβικά, που εκτινάχθηκαν, οπότε η σύγκριση είναι κάπως άβολη. Αν το σκεφτούμε, όλα τα μεγάλα έργα που γίνονται ή σχεδιάζονται είναι ιδέες των 80s και 90s. ...................................
Τρίτον, η Βόρεια Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει ένα κρίσιμο στοίχημα της περιόδου 2000–2020. Σε μια φάση όπου άλλες περιοχές της Ευρώπης και των Βαλκανίων αναδιατάσσονταν οικονομικά και γεωπολιτικά, η περιοχή δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει τη θέση της ως διαμετακομιστικός, παραγωγικός ή επενδυτικός κόμβος. Προ κρίσης, το project των Ολυμπιακών Αγώνων δημιούργησε μια ανισορροπία που λόγω παχιών αγελάδων μπορεί να μην έγινε αισθητή, όμως οι μεταβλητές της δυναμικής των περιοχών άλλαξαν. Μετά ήρθε η υπερδεκαετής κρίση και η οριζόντια συμπίεση και στην τελευταία περίοδο βλέπουμε και πάλι την ψαλίδα με την Αττική να ανοίγει. Το γεγονός ότι σήμερα παρατηρείται κινητικότητα και υλοποιούνται ορισμένες παρεμβάσεις, δεν αναιρεί την υστέρηση που έχει ήδη καταγραφεί, έχει εμπεδωθεί και έχει μεταβολιστεί από την κοινωνία ως μια κεντρική δομική επιλογή του πολιτικού συστήματος. Με απλά λόγια, η περιοχή δεν αρκεί να «περπατά»· χρειάζεται να τρέξει για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Και αυτό το αντιλαμβάνονται όλοι. Όταν είσαι ο χαμένος ενός ιστορικού κύκλου χρειάζεσαι πρωτοβουλίες ιστορικής κλίμακας, όχι ασπιρίνες.

Τέταρτον, ο τόπος χρειάζεται ένα ρεαλιστικό όραμα για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Όχι ευχολόγιο, ούτε έκθεση ιδεών αλλά ορισμένες κεντρικές ιδέες γύρω από τις οποίες θα δομηθεί η όποια προσπάθεια. Εδώ δεν είμαι πολύ αισιόδοξος γιατί συγκρινόμενοι με τα μεταπολιτευτικά χρόνια δεν έχουμε σοβαρή παραγωγή ιδεών. Όλοι οι δυνητικοί παραγωγοί συλλογικών οραμάτων έχουν υποχωρήσει – κόμματα, θεσμοί, φορείς, συνδικάτα, διαθεσιμότητα κοινωνίας των πολιτών – τα πάντα είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι πριν 30 και 40 χρόνια. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει ένα κεντρικό αφήγημα, ένας συλλογικός στόχος που να κινητοποιεί, να ορίζει, να μετασχηματίζει και να ενσωματώνει προσδοκίες, επιθυμίες και αντικειμενικές δυνατότητες, τότε ενισχύεται η αίσθηση της ματαιότητας. Ενισχύεται ο κυνισμός, η αδιαφορία και η στενά ατομικιστική θεώρηση των πραγμάτων. Αποσύρεται η βούληση και η πράξη και ελπίζουμε σε ανεδαφικές νομοτέλειες. Μα νομοτελειακά κανείς δεν αναπτύχθηκε.

Πέμπτο, πολιτική εκπροσώπηση. Έχω την αίσθηση ότι το πολιτικό προσωπικό της περιοχής επειδή ακριβώς δεν είναι και δεν αισθάνεται ακριβώς περιφερειακό αλλά δεν είναι ούτε και κεντρικό, δεν έχει βρει επαρκώς τον ρόλο του. Οι βουλευτές της υπόλοιπης περιφέρειας έχουν ένα manual. Tα κεντρικά πολιτικά στελέχη των κομμάτων που ως επί τω πλείστο κατοικοεδρεύουν στο εθνικό κέντρο, έχουν επίσης το δικό τους. Οι τοπικοί πολιτικοί μας -σε όλες τις βαθμίδες- αντιλαμβάνονται τα ανωτέρω αλλά δεν έχουν εύκολες επιλογές. Πολλοί εξ αυτών θεωρούν ότι ένα ακόμη έργο, μία ανάπλαση, ένα σχολείο και μια πρωτοβουλία «κατόπιν ενεργειών μου» φτιάχνει θετικό κλίμα. Νομίζω ότι το διαβάζουν ανάποδα. Το διαβάζουν λανθασμένα. Πιο πολύ λείπει μια φωνή που θα αρθρώσει λόγο πολιτικό με αρχή μέση και τέλος – και όπου χρειάζεται και διεκδικητικό και αντιπαραθετικό, παρά μια φωνή που προσπαθεί να φανεί ότι λύνει προβλήματα. Τα προβλήματα για να λυθούν, πρώτα πρέπει να αναδειχθούν, να οροθετηθούν, να διαμορφώσουν τους συσχετισμούς και να τεθούν στο επίκεντρο του διαλόγου και των δημοσίων πολιτικών. Τα προβλήματα και τα ζητήματα που λύνονται με διευθετήσεις, με συνεννοήσεις, με μερικά τηλέφωνα και λίγη επικοινωνία δεν είναι –ποτέ δεν ήταν – σημαντικά προβλήματα. Ήταν και παραμένουν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ζητηματάκια που πρέπει να λύνονται σε διοικητικό ή χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Το να επιχειρείται να φανούν ως καθαρισμός της κόπρου του Αυγεία, δεν πείθει και δικαίως πολλούς.

Θα αναρωτηθεί κανείς ποια είναι τα μεγάλα ζητήματα της ευρύτερης περιοχής. Πρόχειρα γράφω όσα μου έρχονται στο νου. Ποιότητα ατμοσφαιρικού αέρα, μετρό στα δυτικά, έκτος προβλήτας λιμανιού και συνδέσεις του, στεγαστικό, αντιπλημμυρική θωράκιση, θερμική νησίδα, ανάπλαση Δ.Ε.Θ, παραλιακό μέτωπο Αγγελοχώρι - Καλοχώρι, Λαχανόκηποι, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία, φροντίδα δύο οικοσυστημάτων Θερμαϊκού κόλπου και Σέιχ Σου, παραγωγική και εισοδηματική υστέρηση, ακτοπλοΐα, περιβαλλοντική ισορροπία, ισόρροπη γεωγραφικά και κοινωνικά ανάπτυξη (δυτικά – ανατολικά), δημογραφία και μερικά ίσως ακόμη αυτού όμως του επιπέδου. 

Το κρίσιμο για το τέλος. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι δεν γίνεται τίποτα. Γίνονται αρκετά πράγματα και υποδομές και σχεδιάζονται και μερικά ακόμη. Αυτό που επισημαίνω στο παρόν σημείωμα είναι ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν και να αντιλαμβάνονται τα μεγέθη, τις κλίμακες και τις δυναμικές. Οι της κυβέρνησης ότι όλα αυτά έχουν συγκεκριμένο αποτύπωμα και χρειάζονται περισσότερα και σε άλλα επίπεδα. Οι της αντιπολίτευσης ότι αν δεν αναδείξουν με έναν άλλο, διαφορετικό λόγο τις υστερήσεις και τις δικές τους προτεραιότητες δεν θα καταφέρουν να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή. Οι αυτοδιοικητικοί ότι έχουν δική τους κάλπη και λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους, ότι έχουν την υποχρέωση των δικών τους προτεραιοτήτων και επιλογών. Οι άλλοι θεσμικοί και μη παίκτες ότι είμαστε όλοι επιβάτες σε ένα κοινό καράβι. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι δυσκολίες – κυρίως για τις συστημικές πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα- θα είναι η επόμενη εκλογική πραγματικότητα. 

Ποια εξωτερική πολιτική θέλουμε; Οι Patriot στη Σαουδική Αραβία, ο Μητσοτάκης και το μεταπολιτευτικό consensus, άρθρο στη VORIA στις 21/03/2026



Ζούμε σε καιρούς ενδιαφέροντες. Όπου ενδιαφέροντες σημαίνει επικίνδυνους, ανατρεπτικούς, δύσκολους και αβέβαιους. Βγήκαμε από μια οικονομική κρίση όπου δεν χάσαμε μόνο το 30% του ΑΕΠ μας – πολεμική απώλεια – αλλά και πολλά από όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Στη συνέχεια η πανδημία ως ένας παγκόσμιος μαύρος κύκνος μας θύμισε βίαια τα βιοπολιτικά όριά μας, τα όρια των παγκοσμιοποιημένων ονείρων μας και την οργανωσιακή και λειτουργική υστέρησή μας έναντι άλλων προηγμένων κρατών. Και μαζί με τη δική μας εμπεδωμένη υστέρηση αρχίσαμε να κατανοούμε και την υστέρηση των μέχρι πρότινος Ευρωπαίων δανειστών μας έναντι άλλων αναδυόμενων ασιατικών κυρίως δυνάμεων. Αυτός είναι και θα είναι ο 21ος αιώνας – αιώνας των πολυκρίσεων. Όποιος το καταλάβει έγκαιρα και προσαρμοστεί επιτυχώς θα τα καταφέρει.

Αυτή είναι μια εισαγωγή για να περάσουμε στο ερώτημα του τίτλου. Ποια εξωτερική πολιτική θέλουμε; Βέβαια για να είμαστε δίκαιοι, το ερώτημα στην πλήρη έκτασή του φτάνει να αφορά όλη τη χώρα, το παρόν και το μέλλον της – ποια Ελλάδα θέλουμε. Αυτό θα ήταν το σωστό, αλλά συνάμα θα ήθελε πολλές σελίδες για να περιγραφτεί. Με αφορμή όμως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και λίγο πιο πριν στην Ουκρανία, υπό το πρίσμα της αξιοποίησης ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, γεννιέται το ερώτημα του τίτλου. Ερώτημα πολιτικής φύσης. 

Ο πυρήνας του διλήμματος

Για να μην το κουράσουμε με μακροσκελείς αναλύσεις το ερώτημα είναι ένα. Θέλουμε η χώρα να είναι ισότιμο μέλος εδραιωμένων ή υπό σύσταση συμμαχιών; Να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η θέση της και τα συμφέροντά της; Να κάθεται στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων και να είναι παρούσα στις διευθετήσεις; Εάν ναι, πρέπει να ξέρουμε ότι αυτό έχει ένα κάποιο κόστος. Σταθμισμένο, υπολογισμένο, ελεγχόμενο ή μη, κόστος υπάρχει. Προτάσσουμε μια ισορροπιστική προσέγγιση πολλαπλών ρόλων και διευρυμένων καλών σχέσεων, ως μη δρώντες ή ως δρώντες σε δευτερεύοντα πεδία; Δευτερεύοντα θα είναι και τα οφέλη μας. 

Προσωπικά δεν αξιολογώ τις δυο αυτές – χονδροειδώς παρουσιασμένες από εμένα εδώ – στρατηγικές. Δεν έχω το γνωστικό και επιστημονικό βάθος να τις προσεγγίσω συστηματικά και επισταμένως. Μπορώ όμως να αναδείξω μερικά σημεία που πρέπει να έχουμε κατά νου στον δημόσιο πολιτικό διάλογο. Το σχήμα «πίτα ολάκερη και σκύλος χορτάτος» δεν είναι αποδεκτό, τουλάχιστον από επίσημους θεσμικούς παίκτες όπως για παράδειγμα τα ελληνικά κόμματα και το πολιτικό τους προσωπικό. 

Επί του συγκεκριμένου

Περί της συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία – και γιατί καλό είναι να είμαστε λίγο πιο συνεπείς, στη δημόσια συζήτηση. Πρώτον, η συστοιχία δεν πήγε χθες. Βρίσκεται εκεί από το 2021. Δεύτερον, η απόφαση αυτή δεν ήταν μονοκομματική επιλογή. Υπερψηφίστηκε από ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ. Τρίτον – και ίσως το πιο βασικό – ένα οπλικό σύστημα τέτοιου τύπου δεν μεταφέρεται για λόγους συμβολικούς. Δεν πάει «για παρουσία», ούτε για παρέλαση. Πάει για να χρησιμοποιηθεί. Τα Patriot είναι ένα υβριδικό σύστημα άμυνας που λειτουργεί και ως αντιαεροπορικό (για αεροπλάνα, ελικόπτερα, drones) και ως αντιβαλλιστικό (για πυραύλους κρουζ και βαλλιστικούς), αποτελώντας μια «ψηφιακή ομπρέλα» υψηλής ακρίβειας. Στην ουσία, είναι ο ακριβότερος και πιο αξιόπιστος «φύλακας-άγγελος» του εναέριου χώρου απέναντι σε κάθε σύγχρονη υπερηχητική απειλή.

Άρα, αν θέλουμε να μιλάμε με όρους σοβαρότητας και όχι εντυπώσεων, η απάντηση είναι απλή. Καλώς αναχαίτισαν πυραύλους – για αυτόν ακριβώς τον λόγο είχαν τοποθετηθεί εκεί. Φαντάζεστε να ήταν εκεί αφού αυτό αποφασίσαμε και ή να μην αξιοποιούνταν ή να αποτύγχαναν; Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πολιτικές στάσεις. Και αυτές είναι απολύτως θεμιτές. Αλλά πρέπει να είναι καθαρές. 

– Αν κάποιος διαφωνούσε εξαρχής με την αποστολή της συστοιχίας το 2021, η θέση του είναι απολύτως συνεπής. Μπορεί να συνεχίσει να διαφωνεί και σήμερα.

– Αν κάποιος δεν διαφώνησε τότε, δεν μπορεί να ανακαλύπτει εκ των υστέρων πρόβλημα μόνο και μόνο επειδή το σύστημα έκανε αυτό για το οποίο στάλθηκε.

– Αν κάποιος, λόγω της εξέλιξης των γεγονότων, αλλάζει θέση, επίσης θεμιτό. Αλλά αυτό απαιτεί μια στοιχειώδη πολιτική εντιμότητα - να πει ξεκάθαρα «αναθεωρώ» και να προτείνει τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα.

Γιατί αλλιώς, δεν μιλάμε για εξωτερική πολιτική, αλλά για πολιτική ευκολία. Και σε ένα περιβάλλον πολυκρίσεων, όπου η χώρα καλείται να αποφασίσει αν θέλει να είναι παρούσα ή απλώς ουδέτερη παρατηρήτρια, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι εύκολες θέσεις χωρίς κόστος. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο ανέξοδων δηλώσεων. Είναι πεδίο επιλογών – και συνεπειών.

Ο Μητσοτάκης και το μεταπολιτευτικό consensus 

Και πάμε τώρα σε κάτι πιο δομικό. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, η ελληνική εξωτερική πολιτική απέκτησε έναν σαφή χαρακτήρα - ήταν διακηρυκτικά πολυδιάστατη, ισορροπιστική και – εν τέλει – επιλεκτικά ευθυγραμμισμένη. Ναι στη Δύση, αλλά όχι άκριτα και παντού. Συμμετοχή, αλλά με δίκαιες ενστάσεις. Συμμαχίες, αλλά με περιθώρια ελιγμών. Το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης,  η Κυπριακή τραγωδία, αλλά και η αναδιάταξη των διαιρετικών τομών της μεταπολεμικής περιόδου, οδήγησαν σε ένα νέο μείγμα. Ουσιαστικό ή υφολογικά διαφοροποιημένο, αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. 

Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα διατηρούσε σχέσεις με το ανατολικό μπλοκ, με τον αραβικό κόσμο, με τους αδέσμευτους. Δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη ή δεν ήθελε να φαίνεται τέτοια. Ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να «παίζει σε πολλά ταμπλό», κρατώντας ανοιχτούς διαύλους σχεδόν με όλους. Αυτή η στρατηγική θεμελιώθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και αναβαθμίστηκε πολιτικά και υφολογικά από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος της έδωσε και έναν πιο έντονο, σχεδόν αυτοτελή, γεωπολιτικό λόγο. Αργότερα, η ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια έδωσε ένα σταθερό πλαίσιο. Ένα «γήπεδο» στο οποίο μπορούσαμε να κινούμαστε με κανόνες, να θέτουμε στόχους και να διεκδικούμε. Και υπήρξαν αποτελέσματα. Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., η Ελληνική Προεδρία του 2003, η άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο στο Ιράκ, μαζί με την προσπάθεια του Κώστα Σημίτη για μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση, είναι σημεία που δείχνουν ότι αυτή η προσέγγιση μπορούσε να παράγει αποτέλεσμα. Ακόμη και η περίοδος του Κώστα Καραμανλή κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος — με ανοίγματα προς τη Ρωσία, ενεργειακές συνεργασίες και μια λογική σχετικής αυτονομίας εντός του δυτικού πλαισίου. Ήταν, με λίγα λόγια, μια εξωτερική πολιτική ισορροπιών. 

Όμως εκείνη η περίοδος είχε ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ήταν πιο προβλέψιμη. Μέχρι το 1991 ήταν σχεδόν στατική σε έναν διπολικό κόσμο. Αργότερα, οι γραμμές ήταν πιο καθαρές, οι εντάσεις πιο ελεγχόμενες. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει κάτι διαφορετικό. Μια πιο καθαρή, πιο ευδιάκριτη τοποθέτηση της χώρας. Όχι «λίγο με όλους», αλλά συγκεκριμένα με κάποιους. Είναι μια πιο ενεργητική, αλλά και πιο εκτεθειμένη επιλογή. Μπαίνεις στο πεδίο. Παίρνεις θέση. Αναλαμβάνεις ρίσκο. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, διεκδικείς μερίδιο. Αν όχι, μένεις εκτεθειμένος. 
Καλό ή κακό; Δεν απαντάται θεωρητικά. Θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Αυτό που σίγουρα συμβαίνει είναι ότι σπάει ένα μεταπολιτευτικό consensus. Και αυτό είναι που ξενίζει — όχι μόνο πολιτικά, αλλά και ψυχολογικά.

Δόσεις ειλικρίνειας

Οι δύο ανωτέρω διακριτές – για την οικονομία της συζήτησης- στρατηγικές έχουν όρια. Έχουν θετικά και αρνητικά σημεία. Ταιριάζουν ή δεν ταιριάζουν σε χώρες. Εμείς όμως πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Γιατί δεν γίνεται, από τη μία, να «θαυμάζουμε» την τουρκική αεικινησία — την παρουσία της σε κάθε μέτωπο, τη συμμετοχή της σε κάθε διαπραγμάτευση, τη διαρκή της εμπλοκή σε κρίσεις και εξελίξεις — και από την άλλη να αναρωτιόμαστε γιατί η Ελλάδα δεν βρίσκεται στα ίδια τραπέζια. Δεν γίνεται να παραπονιόμαστε ότι δεν μας υπολογίζουν, ότι δεν μας καλούν, ότι δεν συμμετέχουμε στις διευθετήσεις και ταυτόχρονα να υπερασπιζόμαστε μια στάση «με όλους και με κανέναν». Τη δεδομένη στιγμή, η Ελλάδα με στρατιωτικούς όρους είναι ευρωπαϊκή υπερδύναμη, όσο και αν δεν το κατανοούμε επαρκώς, γιατί συγκρινόμαστε με τους εξ ανατολών γείτονές μας. Επιχειρησιακά – με κόστος σίγουρα – μπορούμε να κάνουμε κάτι, μπορούμε να έχουμε παρουσία, μπορούμε να παίξουμε το χαρτί της στρατιωτικής ισχύος. Αν θέλεις να σε υπολογίζουν πρέπει πού και πού να δείχνεις ότι κάτι μπορείς να βάλεις και εσύ στο τραπέζι. Patriot, πρωτοβουλίες ειρήνης, φρεγάτες, ξενοδοχεία για διαπραγματεύσεις και θέρετρα ως backround συνομιλιών; Κάτι. Αν δεν θέλεις, πάλι έχει καλώς. Είναι δύο διαφορετικές στρατηγικές – θα το λέμε μέχρι τέλους. Επιλέγουμε. 

Μια ιστορική υπενθύμιση

Πολλά από αυτά που ζούμε, δεν είναι πρωτοφανή. Η Ιστορία είναι εκεί και διδάσκει, αρκεί να την διαβάζεις, να την κατανοείς και να μπορείς να κάνεις τις δικές σου επίκαιρες αναγωγές. Η Ελλάδα δεν ήταν πάντοτε χώρα ισορροπιών. Υπήρξε περίοδος που βρισκόταν στην προμετωπίδα των εξελίξεων. Που δεν περίμενε να δει τι θα γίνει, αλλά έμπαινε με φόρα σε συγκρούσεις που έκρινε ότι την αφορούν ή ότι μπορούν να διαμορφώσουν το μέλλον της. Ακόμη και στην Ουκρανία κατά των Μπολσεβίκων πολέμησε το 1919. Μια επιλογή βαθιά ενταγμένη στη στρατηγική της εποχής, αλλά και με συνέπειες - καθώς λίγα χρόνια μετά, οι Σοβιετικοί θα στηρίξουν τον Κεμάλ. 

Ήταν μια περίοδος που η Ελλάδα ρίσκαρε. Και όπως συμβαίνει πάντα όταν ρισκάρεις, γνώρισε και νίκες και ήττες. Θριάμβους, αλλά και καταστροφές. Αυτή ήταν η Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μια Ελλάδα που δεν φοβόταν να εμπλακεί, που επεδίωκε ρόλο και επιρροή, ακόμη και αν αυτό σήμαινε κόστος. Τι δείχνουν όλα αυτά; Ότι η Ελλάδα έχει ιστορικά κινηθεί και με έναν άλλο τρόπο - όχι ως παρατηρητής, αλλά ως δρών. Με αυτοπεποίθηση, ρίσκο, κόστος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτό είναι «ξένο» προς την παράδοσή μας. Το έχουμε ξανακάνει. Το ερώτημα είναι αν σήμερα είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε συνειδητά - και να αναλάβουμε τις συνέπειες. 

Κλείνοντας

Όταν λέμε ότι καταρρέει η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας, η όποια ισχύς του Διεθνούς Δικαίου και της θεσμικής επίλυσης διαφορών, ακριβώς εκεί φτάνουμε ιστορικά – στον μεσοπόλεμο. Εξέλιξη κακή για τον κόσμο. Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο. Κάθε απόφαση, κάθε επιλογή έχει κόστος. Κάθε στρατηγική έχει θετικά – αρνητικά. Αυτό που πρέπει να απαιτήσουμε από τα κόμματα και το πολιτικό μας προσωπικό είναι να παρουσιάσουν θέσεις με επιχειρήματα, συνοχή, δεδομένα, αναλύσεις και εκτιμήσεις. Βρισκόμαστε σε ένα χρονικό και ποιοτικό σημείο που δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με ρηχότητες. Χρειαζόμαστε βάθος γιατί είναι βαθιές οι επιλογές που πρέπει να γίνουν.

ΑΠΟΨΗ Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: Διαδικασία «εσωτερικής κατανάλωσης» ή ένα πολιτικό γεγονός; άρθρο στη VORIA στις 14/03/2026



Αύριο, 15 Μαρτίου οι φίλοι και τα μέλη του ΠΑΣΟΚ θα προσέλθουν στις κομματικές κάλπες για να αναδείξουν τους συνέδρους του κόμματος για το επικείμενο συνέδριο. Το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και μετά τη βίαιη – και ίσως ιστορικά άδικη- εκλογική του καταβαράθρωση, έχει αποδείξει ότι παραμένει κόμμα με βαθιά αγκύρωση στην ελληνική κοινωνία. Όποτε τα μέλη του κλήθηκαν να πάρουν μέρος σε ανοιχτές κομματικές διαδικασίες, προσήλθαν μαζικά στις κάλπες, σε αναλογίες που θα ζήλευε κάθε μεγάλο ακόμα και ευρωπαϊκό κόμμα εξουσίας. Δεκάδες χιλιάδες μέλη και φίλοι του, όσες φορές και αν τους ζητήθηκε να αποφασίσουν, ήταν εκεί. 

Σήμερα η διακύβευση για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι υπαρξιακή, παραμένει όμως πάρα πολύ σημαντική. Καλείται να δείξει εάν έχει εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις, τη φρεσκάδα των ιδεών, τις δυνατότητες των στελεχών, ζωντανές τις κοινωνικές σχέσεις δεκαετιών και τις προσδοκίες (των) πολλών για να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας. Έστω και στα αριθμητικά δεδομένα του πρώτου τέταρτου του 21ου αιώνα – δηλαδή ένα κόμμα του 25% - 30% και όχι ευθέως συγκρινόμενο με εκείνα της Μεταπολίτευσης που το ήθελαν να κερδίζει εκλογές με 45%+ και να χάνει με 40%. 

Σύνθετο το έργο του ΠΑΣΟΚ

Η συνθετότητα και η δυσκολία του εγχειρήματος επί της αρχής είναι μεγάλη. Είναι το μόνο κόμμα τη στιγμή αυτή που καλείται να συνθέσει, να συνδυάσει, να πατήσει σε δύο βάρκες και να μην πέσει μέσα στο νερό. Καλείται να συνομιλήσει με ανθρώπους που προ 11 ετών ψήφισαν στο δημοψήφισμα ΝΑΙ, αλλά επειδή αυτοί δεν επαρκούν για να γίνει ξανά κόμμα εξουσίας, πρέπει να μιλήσει και με αρκετούς που ψήφισαν ΟΧΙ - έστω τους πιο μετριοπαθείς. 

Ενώ στην περιφέρεια τα πηγαίνει δημοσκοπικά καλά, καλείται να σχηματοποιήσει μια πολιτική πρόταση και για τα κοινωνικά στρώματα που διαμένουν στα αστικά κέντρα. Εκεί όμως διαμένουν τα πιο νεανικά και τα πιο παραγωγικά τμήματα του εκλογικού σώματος – αν δεν το καταφέρει ποιο θα είναι το άμεσο πολιτικό του μέλλον; Άρα η πρόκληση για το ΠΑΣΟΚ είναι και διαγενεακή – το κόμμα έχει «παντρευτεί» τους babyboomers, κάτι λίγα καταφέρνει στην Generation Χ, αλλά μάλλον έχει χάσει σίγουρα τους Millennials που επλήγησαν από την οικονομική κρίση της προηγούμενης 15ετίας ενώ η Generation Z το γνωρίζει μόνον μέσα από reels με cult ιστορίες. 

To στελεχιακό του δυναμικό είναι υπαρκτό, έχει πανελλαδική διάρθρωση και παρουσία αλλά δεν είναι τόσο ισχυρό όσο τις προηγούμενες δεκαετίες. Το γκουβέρνο πάντοτε έχει τους πόρους, προσφέρει την τριβή με την διοίκηση, ενσωματώνει, ικανοποιεί, δικτυώνεται, εκφράζει, συντηρεί και εκπροσωπεί. Τα πολλά χρόνια μακριά από θέσεις εξουσίας αποδυνάμωσαν το ανθρωπο-δίκτυο ΠΑΣΟΚ αλλά δεν το εξαφάνισαν. Συνδικαλισμός και Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένουν ευνοϊκά πεδία αλλά δεν είναι αρκετά για να του δώσουν την απαραίτητη ώθηση. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται πολιτικό όγκο στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι και ίσως είναι λάθος η επιλογή ή η αβλεψία να μην σχηματοποιήσει μια νέα ηγετική ομάδα – έναν σφιχτό πυρήνα ηγετικών στελεχών που θα αντιμετωπίζουν τους υπουργούς ως οιωνεί υπουργοί. Οι παλιές φουρνιές και καραβάνες έχουν αποχωρήσει πολιτικά και βιολογικά και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να βρει ισοβαρείς – πράγμα καθόλου εύκολο αν αναλογιστεί κανείς μέσα από ποιες διαδικασίες και από ποιες δεκαετίες δημιουργήθηκαν οι πρώτοι.

Η δυσκολία και η σειρά των πραγμάτων

Η δυσκολία για το ΠΑΣΟΚ σε μία πρόταση είναι πως πρέπει να κινηθεί και να γεφυρώσει πολλά χάσματα της μεταμνημονιακής Ελλάδας για να γίνει ξανά κόμμα εξουσίας. Πρέπει να συνθέσει, να δημιουργήσει νέες πλειοψηφίες ανακατεύοντας την πολιτική- κοινωνική και οικονομική τράπουλα. Έτσι όπως είναι μοιρασμένα τα φύλλα δεν μπορεί, δεν του φτάνουν, δεν επαρκούν. Τα άλλα κόμματα έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν πλευρές – το ΠΑΣΟΚ καλείται να φτιάξει την δική του πλευρά.

Όπως όλα όμως έτσι και η στρατηγική των συνθέσεων για το ΠΑΣΟΚ υπακούει σε μια σειρά των πραγμάτων. Μια γενική αρχή θέλει να πετυχαίνεις πρώτα την αγκύρωσή σου σε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά τμήματα της κοινωνίας, πρώτα πετυχαίνεις να ταυτιστείς με τις αγωνίες και τις προσδοκίες τους, πρώτα πετυχαίνεις να τα εκφράσεις προνομιακά μέσα από μεροληπτικές πολιτικές και μετά προσπαθείς να διευρύνεις τα όρια αυτής την κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να απαντήσει στο πρώτο για αυτό δεν αντέχει εύκολα και το δεύτερο.

Η διαγραφή Κωνσταντινόπουλου

Προσεγγίζω το ζήτημα της διαγραφής με όρους πολιτικούς. Η διαγραφή ενός βουλευτή που σταθερά υπηρέτησε το κόμμα από τις γραμμές του και μάλιστα σε καιρούς δύσκολους, λίγες ημέρες προ του συνεδρίου δεν είναι θετικό γεγονός. Ο εν λόγω βουλευτής πολιτικά ήταν το κεντρώο άκρο του ΠΑΣΟΚ που συνομιλούσε και με την κεντροδεξιά. Αυτή του η πολιτική τοποθέτηση για ένα κόμμα που μπορεί να συνθέσει και να είναι ευρύχωρο -για ένα κόμμα εξουσίας δηλαδή- θα ήταν καλοδεχούμενη. Το ΠΑΣΟΚ όμως του 2026 δεν είναι σε αυτή τη φάση και δεν έχει αυτήν την δυνατότητα. Η στρατηγική του ασάφεια -έτσι εκλαμβάνεται από τους πολλούς δικαίως ή αδίκως- δεν του επιτρέπει να έχει τέτοιες φωνές εύκολα εντός του. 

Για να πούμε με άλλα λόγια και διαφορετικά. Η διαγραφή αυτή δείχνει και τα όρια της δυνατότητας του σημερινού ΠΑΣΟΚ. Αν γίνονταν 2 χρόνια πριν, θα είχε άλλη ανάγνωση – θα ήταν προσπάθεια διασαφήνισης της στρατηγικής του κόμματος. Θα έδινε ένα πολιτικό σήμα στην κοινωνία. Σήμερα γίνεται για άλλους λόγους – νομίζω ετεροχρονισμένα.

Το συνέδριο

Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ είναι δυνητικά μια ευκαιρία για το κόμμα μόνο αν εξελιχθεί σε πολιτικό γεγονός. Για να εξελιχθεί σε πολιτικό γεγονός θα πρέπει οι διεργασίες του να απαντούν στις υπαρκτές για το κόμμα αυτό προκλήσεις. Προκλήσεις που στη βάση τους είναι στρατηγικές και εκβάλλουν σε ζητήματα τακτικής, προσώπων, επικοινωνιακού ύφους και επιλογών. 

Αν το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ οδηγήσει σε μία νέα διάταξη δυνάμεων, πέρα και πάνω από αδιάφορες για το ευρύ κοινό εσωκομματικές διενέξεις και σε μια πολιτική και προγραμματική πρόταση που αγγίζει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, τότε το ΠΑΣΟΚ μπορεί να κερδίσει αυτές τις λίγες δημοσκοπικές μονάδες που το χωρίζουν από τον πρώτο ουσιαστικό του στόχο. Εξηγούμαι. Το ΠΑΣΟΚ ως έχει σήμερα δεν φαίνεται να μπορεί να κερδίσει τη Νέα Δημοκρατία σε εθνικές κάλπες. Για να συζητήσει μια τέτοια πιθανότητα θα πρέπει πρώτα και πάνω από όλα να ανέβει δημοσκοπικά, να απομακρυνθεί από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης αισθητά και να κινηθεί γύρω στο 20%. Από εκείνο το ποσοστό είναι επίσης δεδομένο ότι μπορεί να ελπίζει ότι θα δημιουργηθεί μια άλλη δυναμική που θα το ευνοεί. Για το ΠΑΣΟΚ δηλαδή το μείζον είναι να ρίξει το πρώτο τουβλάκι στο ντόμινο, αυτό που θα το οδηγήσει στο 18-20% - μετά όλα γίνονται. Σε μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να θέσει και να υποστηρίξει ένα πρώτο δίλημμα, για παράδειγμα «Μητσοτάκης ή αλλαγή» και να ελπίσει ότι ένα μέρος του 70%-75% που απορρίπτει τον πρώτο, μπορεί να στραφεί σε αυτό έστω και εξ ανάγκης.

Μόνο αν τολμήσει

Η πραγματικότητα δείχνει ότι η κοινωνική αντιπολίτευση προηγείται της κομματικής. Αν το συνέδριο του κόμματος περιοριστεί σε μία εσωκομματική διευθέτηση, τότε θα έχει χαθεί ίσως και η τελευταία ευκαιρία στον παρόντα εκλογικό και πολιτικό κύκλο. Σε έναν επόμενο όμως, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα θα μοιάζουν με τα σημερινά. H προσωπική μου άποψη είναι πως το ΠΑΣΟΚ πρέπει να τολμήσει. Να σκεφτεί και να δράσει out of the box γιατί με μια γραμμική αντίληψη και διαχείριση των πραγμάτων, το άλμα εκλογικής επιρροής θα αποδειχθεί ακατόρθωτο. 

Σκληρές αλήθειες για την οικονομία πίσω από τα γεμάτα ξενοδοχεία και εστιατόρια, άρθρο στη VORIA στις 07/03/2026


Συχνά έχω την αίσθηση ότι η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από δευτερεύοντα ζητήματα. Θέματα που δεν αφορούν τους πολλούς ή τους αφορούν περιφερειακά καταλαμβάνουν δυσανάλογο χώρο στον
 δημόσιο διάλογο. Δεν αποκλείω αυτό να εξυπηρετεί πολλούς –όχι μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και τους αντιπάλους της ή ένα ολόκληρο πλέγμα συμφερόντων που βολεύεται με το status quo.

Πάμε τώρα επί του συγκεκριμένου. Διαβάζω προ ημερών στην έγκριτη εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ έναν τίτλο άρθρου «Μόλις δύο εκατομμύρια Έλληνες ‘’τρέχουν’’ το 50% της κατανάλωσης». Λέω μέσα μου «δεν μπορεί –είναι εξωφρενικό, πρέπει να το διαβάσω». Αν όντως το άρθρο και τα στοιχεία του είναι έγκυρα τότε στοιχειοθετείται με δεδομένα αυτό που νιώθουμε πολλοί. Αυτό που παρατηρούμε πολλοί, το αισθανόμαστε, το αντιλαμβανόμαστε αλλά δυστυχώς δεν τίθεται με διαύγεια στον δημόσιο διάλογο. Συσκοτίζεται δηλαδή κατά έναν μαγικό τρόπο η πραγματικότητα. Όπως είχε πει ο σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Μπάνον: «Flood the zone with shit». Πλημμυρίστε τον δημόσιο διάλογο με τόσες πληροφορίες, μισές αλήθειες και άσχετα ζητήματα ώστε να χαθεί η ουσία.

Η ουσία

Πάμε τώρα στα σημαντικά του άρθρου και στα συμπεράσματα που πρέπει να εξάγουμε από αυτό. Αρχικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τα στοιχεία που παραθέτει είναι από το World Data Lab –έναν αξιόπιστο, μη κερδοσκοπικό ερευνητικό οργανισμό με έδρα τη Βιέννη. Συνεργάζεται με μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπως το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το WDL δεν κάνει απογραφή (δεν ρωτάει δηλαδή έναν-έναν τους Έλληνες). Αντ' αυτού, χρησιμοποιεί μοντέλα στατιστικής εκτίμησης, χρησιμοποιεί ως δεδομένα εισόδου στοιχεία από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες (π.χ. ΕΛΣΤΑΤ), διεθνείς οργανισμούς (π.χ. Eurostat, ΔΝΤ) και δημοσκοπήσεις για τα εισοδήματα και τις δαπάνες των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία δείχνουν κάτι εντυπωσιακό: περίπου το 20% του πληθυσμού ευθύνεται για σχεδόν το μισό της καταναλωτικής δαπάνης στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, περίπου δύο εκατομμύρια Έλληνες πραγματοποιούν το 44% της συνολικής κατανάλωσης. Πρόκειται για ένα σχετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας -κυρίως τα υψηλότερα εισοδήματα και το ανώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης- που στηρίζει σχεδόν το μισό της εγχώριας ζήτησης, γεγονός που αναδεικνύει την περιορισμένη αγοραστική ικανότητα των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων στην Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική παρατήρηση, αλλά αντικατοπτρίζει τη μακροχρόνια διάβρωση του διαθέσιμου εισοδήματος και την ανισομερή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.

Δείκτης Gini και S80/20

Πριν αμφισβητήσουμε ή αποδεχθούμε τα δεδομένα και τα μοντέλα του WDL, πρέπει να σημειώσουμε ότι παρόμοια τάση καταγράφουν και οι επίσημες θεσμικές στατιστικές αρχές, με ορισμένες διαφορές που όμως δεν αλλάζουν την εικόνα. Η μεγάλη εικόνα δηλαδή είναι αυτή για τη χώρα.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης Gini για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 31,8. Τι σημαίνει αυτός ο αριθμός; Ο δείκτης Gini μετράται σε μια κλίμακα από το 0 (απόλυτη ισότητα, όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα) έως το 100 (απόλυτη ανισότητα, ένα άτομο κατέχει όλο το εισόδημα). Η τιμή 31,8 τοποθετεί την Ελλάδα σε ένα μεσαίο επίπεδο ανισότητας σε παγκόσμια κλίμακα. Το νούμερο αυτό επιβεβαιώνει την εικόνα που δίνουν τα στοιχεία του World Data Lab. Δεν είμαστε σε μια ακραία κατάσταση (π.χ. Νότια Αφρική με δείκτη ~63), αλλά η ανισότητα είναι σαφώς υπαρκτή και μετρήσιμη. Για Ευρωπαϊκή χώρα όμως η τιμή της Ελλάδας χαρακτηρίζεται μέτρια προς υψηλή ανισότητα. Τα πρωτεία εδώ τα έχει η Βουλγαρία.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τον δείκτη S80/S20, ο οποίος δείχνει ότι το πλουσιότερο 20% των Ελλήνων διαθέτει πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι, παρά την οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος παραμένει αισθητή στην ελληνική οικονομία.

Μα είναι γεμάτες οι ταβέρνες και τα ξενοδοχεία!

Μπορεί και να είναι αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλα βαίνουν καλώς. Ή έτσι τουλάχιστον δηλώνει ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων σε πολλές και διαφορετικές μετρήσεις. Είναι αυτό που πολλές φορές συζητάμε μεταξύ μας, ότι δηλαδή νιώθουμε μια διεύρυνση των ανισοτήτων. Σε κάθε προσπάθειά μας να αναλύσουμε τα δεδομένα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί γίνεται. Είναι δύσκολο καθώς ο καθείς –και ο γράφων– έχει απόψεις, πεποιθήσεις, ιδεολογικές προτιμήσεις κ.ο.κ. Η Ελλάδα παρουσιάζει ανάπτυξη, τα ονομαστικά εισοδήματα έχουν ανέβει, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βαίνει μειούμενο, η εμπιστοσύνη των αγορών έχει επανέλθει και η χώρα δανείζεται με ομαλό τρόπο.

Από την άλλη, αυτή ήταν η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων που μάλιστα στην περίπτωσή μας άργησε πάρα πολύ –η διάρκεια της κρίσης με ευθύνη του πολιτικού συστήματος ήταν ανεπίτρεπτα μεγάλη. Αν συνυπολογίσει κανείς την αλλαγή στάσης της ΕΕ λόγω πανδημίας και την δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων, θα έλεγε κανείς πως θα ήταν οξύμωρο για τη χώρα μας να μην είχε σημάδια ανόδου. Όμως, από την άλλη το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παραμένει μειωμένο κατά 20,5% σε σύγκριση με το 2009.

Στην πολιτική

Με βάση την ανωτέρω εικόνα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει να ορίσει ως κεντρικό στόχο τη μείωση των ανισοτήτων με την ταυτόχρονη διατήρηση της αναπτυξιακής τροχιάς. Θα πρέπει με ένα νέο στρατηγικό αφήγημα να δηλώσει ότι ένας από τους επόμενους μεγάλους στόχους της είναι η αναδιανομή και η κοινωνική συνοχή. Η πολιτική της κυριαρχία δεν απειλείται από αντιπολιτευόμενο κόμμα αλλά από την διαβρωτική αυτή συνθήκη που αποτυπώνεται πιο πάνω. Αν στοιχειωδώς καταφέρει να μεταβάλλει τις αναλογίες θα μπορεί να επεκτείνει την πολιτική της κυριαρχία. Η Νέα Δημοκρατία ήταν κόμμα - παράταξη, κόμμα λαϊκό. Παρά το γεγονός ότι είναι κεντροδεξιό έχει κοινωνική αγκύρωση και λαϊκή βάση. Αν βαίνει μειούμενη η εκλογική της επιρροή είναι και για τα ζητήματα αυτά.

Και είναι αυτή η ίδια η πραγματικότητα που διαμορφώνει μια διπλή αλήθεια. Ο επίσημος κυβερνητικός λόγος από τη μία που υπερεπενδύει στα στοιχεία της ανόδου και της ανάταξης δεν είναι ψευδής –αλλά δεν παρουσιάζει όλη την εικόνα. Και από την άλλη υπάρχει ο κοινωνικός λόγος που διαμαρτύρεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Προσέξτε. Ο κοινωνικός και όχι κατ’ ανάγκη ο αντιπολιτευτικός και αυτό είναι πρόβλημα. Ότι δηλαδή η κοινωνική αντιπολίτευση προηγείται της κομματικής.

Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα -και ιδιαίτερα αυτά της κεντροαριστεράς- οφείλουν παντί τρόπω να αναδείξουν αυτήν την δομική ανισορροπία της κατανάλωσης και να προτείνουν μεροληπτικές πολιτικές υπέρ του υπόλοιπου 80% των Ελλήνων που περιορίζονται στο άλλο 50% της κατανάλωσης. Και εντός αυτού του τμήματος, να τοποθετηθούν υπέρ των πιο χαμηλών στρωμάτων. Και να το κάνουν με τρόπο εμφατικό, πλήρως κατανοητό, με την απαραίτητη σκηνογραφία και την αναγκαία επικοινωνιακή ένδυση γιατί το κοινωνικό ζήτημα είναι πάντοτε στον πυρήνα της πολιτικής και κομματικής διαπάλης. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, υπαρκτά ή μη είναι δευτερεύοντα.

Αν συνεχιστεί αυτή η κατανομή της κατανάλωσης, τα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα θα μπορούν να διατηρήσουν τα ποσοστά τους και υπό προϋποθέσεις ακόμη και να τα αυξήσουν. Η ανισότητα και η οικονομική δυσπραγία είναι βενζίνη σε φωτιά που καίει. 

Αλλάξτε προτεραιότητες - αυξήστε τις προσπάθειες - συνεργαστείτε υπερτοπικά στη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 28/02/2026


Ο τίτλος του παρόντος σημειώματος είναι συνειδητά παρακινητικός και απευθύνεται προς όλους όσους είναι παρόντες στα δημόσια πράγματα με κάθε τρόπο. Πρωτίστως στα πολιτικά πρόσωπα αλλά όχι μόνο σε αυτά – σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα ανθρώπων που μπορούν να αποφασίζουν, να επηρεάζουν, να καθορίζουν και να επιλέγουν.

Αφορμή για αυτό το σημείωμα είναι η είδηση – όχι πρωτοφανής ούτε πρωτάκουστη δυστυχώς – για την ποιότητα του αέρα στη Θεσσαλονίκη. Για πολλοστή φορά έρχεται μια έρευνα, μια μελέτη, μια αποτύπωση μετρήσεων και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Ενός κινδύνου που δεν είναι θεωρητικός, ούτε μακροπρόθεσμος – προκαλεί θανάτους, επιβάρυνση της δημόσιας υγείας και σειρά προβλημάτων. 

Η ατμοσφαιρική ρύπανση όμως είναι η αφορμή. Με αφορμή αυτήν την είδηση – και πιο σωστά με αυτήν την πραγματικότητα – δικαιούμαστε να ζητήσουμε τα τρία σημεία του τίτλου. Αλλάξτε προτεραιότητες – αυξήστε τις προσπάθειες – συνεργαστείτε υπερτοπικά για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε άμεσα και ορατά τα πράγματα. 

Για χρόνια η πόλη αλλά και η χώρα έζησε εντός της οικονομικής κρίσης. Τότε, τα χρόνια εκείνα, όποιος έλεγε κάτι πέραν του «οικονομικού», φάνταζε γραφικός και ανεπίκαιρος. Σήμερα όμως δεν είμαστε σε εκείνη τη συνθήκη – και ευτυχώς. Τότε, η επιβίωση ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Σήμερα όμως, η συγκυρία έχει αλλάξει. Υπάρχουν χρηματοδοτικά εργαλεία, ευρωπαϊκοί πόροιΤαμείο Ανάκαμψης, νέα ΕΣΠΑ. Υλοποιούνται έργα, προχωρούν υποδομές, ολοκληρώνονται παρεμβάσεις που συζητούνταν επί δεκαετίες. Παρόλα αυτά όμως κάτι ( ή περισσότερα) πρέπει να αλλάξει.

Κι όμως, και σήμερα κάτι φαίνεται να (μας) λείπει. Η δική μου εκτίμηση είναι πως απουσιάζει η σωστή ιεράρχηση. Γιατί δεν αρκεί να γίνονται έργα - πρέπει να γίνονται τα σωστά έργα, με τη σωστή σειρά, στον σωστό χρόνο. Η πόλη δεν μπορεί να λειτουργεί ακόμη με τα αναπτυξιακά και πολεοδομικά αντανακλαστικά της δεκαετίας του ’90. Τα προβλήματα του 2026 δεν αντιμετωπίζονται με σχέδια του 1996. Χρειαζόμαστε ανανέωση ατζέντας. Ταχύτερους ρυθμούς. Και κυρίως, μια κοινή μητροπολιτική αντίληψη, γιατί τα προβλήματα δεν σταματούν στα διοικητικά όρια των δήμων. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν αναγνωρίζει σύνορα μεταξύ Κεντρικού Δήμου, δυτικών συνοικιών ή ανατολικών προαστίων. Το ίδιο και οι πλημμύρες. Το ίδιο και η κυκλοφοριακή ασφυξία. Το ίδιο και η στεγαστική πίεση. Κι όμως, εξακολουθούμε να τα διαχειριζόμαστε αποσπασματικά. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να πούμε καθαρά ποια είναι τα έξι πραγματικά κρίσιμα μέτωπα για τη Θεσσαλονίκη

1. Ατμοσφαιρική ρύπανση – δημόσια υγεία : Η ποιότητα του αέρα δεν είναι περιβαλλοντικό ζήτημα χαμηλής προτεραιότητας. Είναι ζήτημα ζωής και προσδόκιμου. Κυκλοφορία, παλαιός στόλος οχημάτων, καύσεις για θέρμανση, βιομηχανική δραστηριότητα, λιμάνι – όλα συνθέτουν ένα σύνθετο πρόβλημα. Χρειαζόμαστε:

•    Συστηματική παρακολούθηση και διαφάνεια δεδομένων.
•    Επιτάχυνση ανανέωσης στόλου αστικών συγκοινωνιών.
•    Πράσινο
•    Κίνητρα για ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.
•    Μέσα Μαζικής Μεταφοράς  

Η υγεία των πολιτών δεν μπορεί να είναι παράπλευρη απώλεια της ανάπτυξης.

2. Ανθεκτικότητα – αντιπλημμυρικά και κλιματική προσαρμογή: Η ανθεκτικότητα πρέπει να προηγείται των έργων βιτρίνας. Δίκτυα όμβριων, πράσινες υποδομές, διαχείριση υδάτων σε μητροπολιτικό επίπεδο, προστασία ρεμάτων. Η κλιματική κρίση δεν είναι μελλοντικό σενάριο· είναι παρούσα συνθήκη.

3. Συγκοινωνία – μέσα σταθερής τροχιάς: Η πόλη ασφυκτιά κυκλοφοριακά. Το μετρό είναι αναγκαίο και πρέπει άμεσα να φτάσει δυτικά και μετά στο αεροδρόμιο. Χρειαζόμαστε δίκτυο μεγάλο, συνεκτικό, ενιαίο - όχι αποσπασματικές λύσεις. Προαστιακός, διασύνδεση με περιφερειακούς οικισμούς, park & ride, μικροκινητικότητα κ.ο.κ. Η μετακίνηση πρέπει να επανασχεδιαστεί ως μητροπολιτικό σύστημα, όχι ως δημοτική αρμοδιότητα.

4. Ελεύθεροι χώροι – ποιότητα ζωής: Η πόλη έχει ανάγκη από ανάσες, όχι μόνο από αναπλάσεις. Πραγματικοί ελεύθεροι χώροι με συνέχεια, προσβασιμότητα και πράσινο. Η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο παραμένει χαμηλή. Η αναβάθμιση πρώην στρατοπέδων, η προστασία αδόμητων εκτάσεων και η σύνδεσή τους με μέσα σταθερής τροχιάς είναι ζήτημα στρατηγικής.

5.Φθηνότερη στέγη – νέα πολεοδομική αντίληψη: Η στεγαστική πίεση αυξάνεται. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η ανοικοδόμηση στο ήδη κορεσμένο κέντρο. Απαιτείται μια σειρά πρωτοβουλιών όπως αξιοποίηση ανενεργού κτιριακού αποθέματος και ανάπτυξη οικιστικών ζωνών γύρω από τον αστικό πυρήνα, συνδεδεμένων με προαστιακό. 40 χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη υπάρχουν χωριά, οικισμοί, κωμοπόλεις με άδεια σπίτια λόγω δημογραφίας – μια έξυπνη και τολμηρή ιδέα να τα αξιοποιήσουμε θα έδινε λύση.

6. Ανάπτυξη με υποδομές: Μόνον η ανάπτυξη με τις συνοδές υποδομές μπορεί να φέρει υπεραξία στην πόλη και όχι απλή αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου. 6ος προβλήτας στο λιμάνι η κορυφαία ίσως αναπτυξιακή προτεραιότητα πρέπει να συνδυαστεί με σιδηρόδρομος, κέντρα logistics κ.ο.κ. Η τουριστική μονοκαλλιέργεια δεν μπορεί να είναι το κουτάκι που κάνει μια ολόκληρη μητροπολιτική περιοχή αναπτυξιακό all in. 

Όλα αυτά έχουν σίγουρα ειπωθεί και γραφτεί ξανά. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μητροπολιτική διαχείριση. Τα όρια των σημερινών δήμων αλλά και οι αντικειμενικές τους δυνατότητες – η φέρουσα ικανότητά τους με άλλα λόγια- δεν αντιστοιχίζεται με την ανάγκη. 

Πριν όμως ολοκληρώσουμε άλλο ένα σημείωμα με ευχολόγια για τις μεγάλες αλλαγές που δεν έρχονται, ας γράψουμε τις σκέψεις μας βάζοντας στη σύνταξη υποκείμενα και αντικείμενα. Πρέπει το πολιτικό προσωπικό της περιοχής – ανεξαρτήτως βαθμού, θέσης, κόμματος, οι δημοσιολογούντες, οι δημοσιογράφοι, οι opinion makers, η ηγεσία κάθε τομέα – επιχειρηματικού, πνευματικού, ακαδημαϊκού, να ξαναδεί τις προτεραιότητες του τόπου. Επανιεράρχηση, για να μην χάσουμε μια ευκαιρία που υπάρχει σήμερα. Και βέβαια, πρέπει να δούμε ξανά και τους ρυθμούς μας. Πρέπει οι προσπάθειες να ενταθούν, οι ρυθμοί να ανέβουν – όποιος έχει μία κάποια επαφή επαγγελματικής φύσεως με την Αθήνα ( όχι με το εξωτερικό) θα δει ότι οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ας το κρατήσουμε και αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Σκάψε κι εσύ έναν φρεσκοστρωμένο δρόμο, μπορείς! άρθρο στη VORIA στις 21/02/2026



Οι εικόνες γνώριμες, συνήθεις, επαναλαμβανόμενες μέχρι αγανάκτησης. Δρόμοι των πόλεων χιλιομπαλωμένοι, συνεργεία παντού - πάντα όλο κάτι σκάβουν και κάτι περνάνε εμποδίζοντας την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, πλημμελής αποκατάσταση του οδοστρώματος συνήθως «τσάτρα - πάτρα» σε συνδυασμό με την υπέρμετρη επιβάρυνσή τους λόγω διευρυμένης αυτοκίνησης και κακής συντήρησης, το μείγμα γίνεται εκρηκτικό. 

Και αν αυτό σας φαίνεται δυστοπικό και αρκούντως τριτοκοσμικό, έχει και χειρότερα. Δήμαρχοι και δημοτικές αρχές, πραγματικά σφουγγίζοντας τους δημοτικούς προϋπολογισμούς τους, επιχειρούν – τα τελευταία χρόνια μετά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης προ δεκαετίας – να συμμαζέψουν την κατάσταση και να βελτιώσουν το οδικό δίκτυο των δήμων. Και αφού λοιπόν καταφέρουν χρηματοδοτικά – μελετητικά – οργανωσιακά και επιχειρησιακά να βάλουν μπροστά τα μηχανήματα, εντός λίγων ημερών θα δουν άλλα συνεργεία, συνεργεία παρόχων ενέργειας, τηλεπικοινωνιών κ.ο.κ να σκάβουν ανενόχλητα φρεσκοστρωμένους δρόμους που δεν πρόλαβαν να γιορτάσουν ούτε μήνα ζωής. Ή και παλιούς, που τους καταστρέφουν όμως λόγω πολλαπλότητας παρεμβάσεων.

Η τρέλα της υπόθεσης

Η εικόνα του να τρυπά κανείς και να σκάβει έναν δρόμο που στρώθηκε προ ημερών προκαλεί σχεδόν σωματικό πόνο σε αυτόν που την βλέπει και την παρατηρεί. Φανταστείτε να είστε κάτοικος παρακείμενης περιοχής που δεν πρόλαβε να πανηγυρίσει την φρέσκια σκούρη άσφαλτο στον δρόμο του σπιτιού του ή του καταστήματός του, δεν πρόλαβε να επουλώσει τις πληγές του από την προηγούμενη κατάσταση και βλέπει αίφνης ξανά μανά συνεργεία. Μόνιμο εργοτάξιο. Τρέλα. Την ίδια τρέλα αντιμετωπίζουν και οι δήμαρχοι. Αυτοί μάλιστα επειδή είναι υπεύθυνοι για τους δρόμους, επειδή ξοδεύουν τα λιγοστά τους χρήματα και επειδή εθιμικό δικαίω απολογούνται και απαντούν σε όλα, είναι στα πρόθυρα να σηκώσουν τα χέρια ψηλά. 

Οι δύο επιπτώσεις 

Η μία επίπτωση είναι η τεχνο-οικονομική. Σπαταλάμε πόρους που δεν έχουμε για να βελτιώσουμε τους δρόμους και αυτοί δεν βελτιώνονται. Είμαστε δέσμιοι ενός καφκικού δυστοπικού ρόλερ κόστερ «σε δουλειά να βρισκόμαστε». Κακοί δρόμοι, κακό οδόστρωμα, ζητήματα ασφάλειας, ζημιές στα οχήματα και κόστη επισκευών, ταλαιπωρία διαρκής στις μετακινήσεις, όχληση για τους παρακείμενους κατοίκους, εργαζόμενους και επαγγελματίες. Σκόνη, θόρυβος, εμπόδια, σημάνσεις, εναλλακτικές διαδρομές, λακκούβες, ατυχήματα, μπαλώματα – αισθητική ασχήμια και λειτουργική επικινδυνότητα. 

Η δεύτερη επίπτωση είναι ψυχολογική και – κατά την άποψή μου – βαρύνουσας σημασίας επειδή είναι εσωτερική. Αν δεν μπορούμε να λύσουμε ένα τόσο απλό ζήτημα, ένα ζήτημα που χτυπά στα μηνίγγια κάθε σοβαρό άνθρωπο σε αυτή τη χώρα, σκεφτείτε ποιες είναι οι επαγωγικές σκέψεις, αλλά και τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν και χρωματίζουν την συλλογική μας δυνατότητα να παρέμβουμε βελτιωτικά σε παραμέτρους που καθορίζουν τη ζωή μας. 

Ακριβό σπορ

Ένα καλό οδικό δίκτυο, καλοφτιαγμένο, καλοσυντηρημένο, ασφαλές – με τις διαγραμμίσεις, τη σήμανση, τον φωτισμό, την ποιότητα της ασφάλτου είναι μια υπόθεση ακριβή. Το κόστος μιας ασφαλτόστρωσης επηρεάζεται από τις τιμές της ασφάλτου (που συνδέονται άμεσα με τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου), τα μεταφορικά κόστη και την πολυπλοκότητα των προπαρασκευαστικών εργασιών. Στην ουσία δεν πληρώνεις μόνο άσφαλτο αλλά και μια σειρά άλλων παρεμβάσεων - υπόβαση, φρεζάρισμα, ρυθμίσεις φρεατίων, αποκατάσταση υποδομών, σήμανση, διαγράμμιση, επίβλεψη. Αν μιλούσαμε για 5-6 δρόμους σε κάθε περιοχή, τότε θα λέγαμε ότι το πρόβλημα είναι πεπερασμένο. Εδώ μιλάμε για το 50% των δρόμων σε κάθε περιοχή της χώρας – έργο φαραωνικό αν πούμε ότι θα το υλοποιούσαμε.

Στη θέση των δημάρχων

Ελάτε στη θέση των δημάρχων. Οι πόροι τους πεπερασμένοι. Το δίλημμα των προτεραιοτήτων υπαρκτό και σκληρό. Να κάνουμε δρόμους ή σχολεία; Σχολεία ή κοινωνική πολιτική; Κοινωνική πολιτική ή πράσινο και αστικό περιβάλλον;  Και όταν τελικά αποφασίσεις να επενδύσεις, χρειάζεσαι μια στοιχειώδη βεβαιότητα ότι το έργο δεν θα ακυρωθεί από το επόμενο συνεργείο. 

Για τον κάτοικο ενός αστικού δήμου, η κατάσταση του οδοστρώματος έξω από την κατοικία ή την επιχείρησή του αποτελεί το βασικό κριτήριο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της δημοτικής αρχής. Τα παράπονα που καταγράφονται καθημερινά στις τεχνικές υπηρεσίες των δήμων εστιάζουν στις επικίνδυνες λακκούβες, την έλλειψη συντήρησης και την κακή ποιότητα της ασφάλτου. 

Αλλά είναι και κάτι άλλο. Μπορεί πολλοί να νομίζουν ότι είναι ένα εύκολο τεχνικά έργο οι ασφαλτοστρώσεις και να έχουν δίκιο. Δεν υπολογίζουν όμως ότι δεν υπάρχουν απεριόριστοι τεχνικοί κατασκευαστικοί πόροι ακόμη και αν υπάρχουν τα χρήματα. Το οικοσύστημα των τεχνικών εταιρειών και των εργατών είναι περιορισμένο. Άρα δεν φτάνει μόνο η χρηματοδότηση, χρειάζεται προγραμματισμός/σειρά/συντονισμός. 

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Κατακερματισμός, έλλειψη συντονισμού, αδυναμία ελέγχου, συμφέροντα και πίεση για ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών – αυτά είναι τα αίτια του φαινομένου. Οι δήμοι έχουν την ευθύνη της επιφάνειας – του δρόμου που βλέπουμε και πατάμε. Οι πάροχοι έχουν την ευθύνη του υπεδάφους – των δικτύων που πρέπει να περάσουν για να λειτουργήσει μια σύγχρονη πόλη. Οι πάροχοι όμως ενεργούν βάσει δικών τους επενδυτικών σχεδίων, τα οποία συχνά δεν κοινοποιούνται εγκαίρως στις δημοτικές αρχές. Όταν όμως δεν υπάρχει ενιαίος ετήσιος σχεδιασμός, δεσμευτικό ημερολόγιο παρεμβάσεων και πραγματικός συγχρονισμός έργων, τότε κάθε οργανισμός κινείται με το δικό του χρονοδιάγραμμα.

Η πλημμέλεια με την οποία αποκαθίσταται  το οδόστρωμα, οι τομές που γίνονται και δεν κλείνουν με τις προβλεπόμενες τεχνικές προδιαγραφές, έχουν ως αποτέλεσμα μετά από λίγες βροχές να δημιουργούνται καθιζήσεις. Και κάπως έτσι, ο δρόμος μετατρέπεται σε πεδίο διαδοχικών, ασύνδετων παρεμβάσεων. Δεν υπάρχει δεσμευτικός κανόνας – και όπου υπάρχει συνοδεύεται από μία εύκολη στη χρήση της εξαίρεση. «Βλάβη στο δίκτυο», άμεση αποκατάσταση, υπέρβαση τυχόν απαγορεύσεων και η ζωή συνεχίζεται.


Τι λέει το θεσμικό πλαίσιο

Στα χαρτιά, το πλαίσιο υπάρχει. Προβλέπει άδειες τομής, εγγυητικές επιστολές για πλήρη αποκατάσταση, συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, ακόμη και ψηφιακή διαδικασία συντονισμού μέσω της πλατφόρμας e-Διέλευσις. Η ΚΕΔΕ έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι χωρίς υποχρεωτικό ετήσιο προγραμματισμό των παρόχων και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο εφαρμογής των όρων αποκατάστασης, το πρόβλημα θα αναπαράγεται. Έχει προτείνει μάλιστα τρεις βασικές νομοθετικές βελτιώσεις: 

  • Τον υποχρεωτικό ετήσιο προγραμματισμό των έργων από τους παρόχους.  
  • Την αύξηση των τελών διέλευσης και χρήσης δικαιωμάτων διέλευσης.   
  • Την πλήρη πρόσβαση των δημοτικών υπηρεσιών στα δεδομένα προόδου των έργων μέσω ψηφιακών συστημάτων. 

Το ΤΕΕ, από την πλευρά του, έχει αναδείξει την ανάγκη πλήρους ψηφιακής χαρτογράφησης των υπόγειων δικτύων, διαλειτουργικότητας των συστημάτων και ενιαίων τεχνικών προδιαγραφών, ώστε οι δήμοι να γνωρίζουν τι υπάρχει κάτω από κάθε δρόμο πριν σχεδιάσουν παρέμβαση. Παρά τις προσπάθειες, όμως, η εφαρμογή παραμένει αποσπασματική. Ο συντονισμός συχνά εξαντλείται στην ανταλλαγή εγγράφων, όχι στη δημιουργία ενός δεσμευτικού μηχανισμού κοινής δράσης.


Υπάρχουν λύσεις; Πώς το κάνουν άλλοι;

Υπάρχουν λύσεις – αρκεί να αντιμετωπιστεί ο δρόμος ως μακροχρόνια υποδομή και όχι ως επιφάνεια προσωρινής χρήσης. Από τη μία πλευρά, χρειάζεται θεσμικός συντονισμός. Υποχρεωτικός κοινός προγραμματισμός έργων ανά περιοχή, «παράθυρα» παρεμβάσεων ώστε όταν ανοίγει ένας δρόμος να περνούν όλα τα απαραίτητα δίκτυα μαζί, αυστηρός έλεγχος ποιότητας αποκατάστασης και χρεώσεις που αντανακλούν την πραγματική μείωση της διάρκειας ζωής του οδοστρώματος. Από την άλλη, υπάρχουν τεχνολογικές λύσεις που ήδη εφαρμόζονται διεθνώς. Η αρχή «dig once» προβλέπει ότι κάθε εκσκαφή γίνεται με προοπτική μελλοντικών αναγκών, με προεγκατάσταση σωληνώσεων ή καναλιών για μελλοντικά δίκτυα. Σε πιο ώριμα μοντέλα, δημιουργούνται υπόγειοι διάδρομοι κοινής ωφέλειας (utility corridors), όπου τα δίκτυα τοποθετούνται οργανωμένα και προσβάσιμα, χωρίς να απαιτείται νέα τομή ασφάλτου για κάθε βλάβη ή αναβάθμιση. Δεν είναι λύσεις χωρίς κόστος. Είναι όμως λύσεις που μετατρέπουν τον σημερινό φαύλο κύκλο «σκάβω – μπαλώνω – ξανασκάβω» σε κύκλο προγραμματισμένης και ανθεκτικής υποδομής.

Συμπερασματικά

Η διαχείριση του οδικού δικτύου των ελληνικών πόλεων βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η πίεση από τους πολίτες για καλύτερες υποδομές, σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο και τα νέα ψηφιακά εργαλεία, δημιουργούν μια μοναδική ευκαιρία για αλλαγή παραδείγματος. Οι δήμαρχοι καλώς θέλουν να πετύχουν την αναβάθμιση των πόλεών τους, αλλά η προσπάθειά τους θα είναι «δώρον άδωρον» αν δεν επιλυθεί οριστικά το ζήτημα του συντονισμού με τους παρόχους.

Από την άλλη είναι κρίσιμο για τη συλλογική μας αυτοπεποίθηση, τέτοια ζητήματα να λύνονται αποφασιστικά, κεντρικά, με βολονταρισμό και σχέδιο για να πιστέψουμε ως πολίτες ότι η Πολιτεία μας μπορεί. Δύναται. Αν δεν καταφέρνουμε να λύσουμε αυτά τα ζητήματα, χαμηλής/μεσαίας  συνθετότητας τότε εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι θα είμαστε το καρυδότσουφλο του 21ου αιώνα, της τεχνολογικής έκρηξης και της γεωπολιτικής αστάθειας.