Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ποια εξωτερική πολιτική θέλουμε; Οι Patriot στη Σαουδική Αραβία, ο Μητσοτάκης και το μεταπολιτευτικό consensus, άρθρο στη VORIA στις 21/03/2026



Ζούμε σε καιρούς ενδιαφέροντες. Όπου ενδιαφέροντες σημαίνει επικίνδυνους, ανατρεπτικούς, δύσκολους και αβέβαιους. Βγήκαμε από μια οικονομική κρίση όπου δεν χάσαμε μόνο το 30% του ΑΕΠ μας – πολεμική απώλεια – αλλά και πολλά από όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Στη συνέχεια η πανδημία ως ένας παγκόσμιος μαύρος κύκνος μας θύμισε βίαια τα βιοπολιτικά όριά μας, τα όρια των παγκοσμιοποιημένων ονείρων μας και την οργανωσιακή και λειτουργική υστέρησή μας έναντι άλλων προηγμένων κρατών. Και μαζί με τη δική μας εμπεδωμένη υστέρηση αρχίσαμε να κατανοούμε και την υστέρηση των μέχρι πρότινος Ευρωπαίων δανειστών μας έναντι άλλων αναδυόμενων ασιατικών κυρίως δυνάμεων. Αυτός είναι και θα είναι ο 21ος αιώνας – αιώνας των πολυκρίσεων. Όποιος το καταλάβει έγκαιρα και προσαρμοστεί επιτυχώς θα τα καταφέρει.

Αυτή είναι μια εισαγωγή για να περάσουμε στο ερώτημα του τίτλου. Ποια εξωτερική πολιτική θέλουμε; Βέβαια για να είμαστε δίκαιοι, το ερώτημα στην πλήρη έκτασή του φτάνει να αφορά όλη τη χώρα, το παρόν και το μέλλον της – ποια Ελλάδα θέλουμε. Αυτό θα ήταν το σωστό, αλλά συνάμα θα ήθελε πολλές σελίδες για να περιγραφτεί. Με αφορμή όμως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και λίγο πιο πριν στην Ουκρανία, υπό το πρίσμα της αξιοποίησης ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, γεννιέται το ερώτημα του τίτλου. Ερώτημα πολιτικής φύσης. 

Ο πυρήνας του διλήμματος

Για να μην το κουράσουμε με μακροσκελείς αναλύσεις το ερώτημα είναι ένα. Θέλουμε η χώρα να είναι ισότιμο μέλος εδραιωμένων ή υπό σύσταση συμμαχιών; Να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η θέση της και τα συμφέροντά της; Να κάθεται στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων και να είναι παρούσα στις διευθετήσεις; Εάν ναι, πρέπει να ξέρουμε ότι αυτό έχει ένα κάποιο κόστος. Σταθμισμένο, υπολογισμένο, ελεγχόμενο ή μη, κόστος υπάρχει. Προτάσσουμε μια ισορροπιστική προσέγγιση πολλαπλών ρόλων και διευρυμένων καλών σχέσεων, ως μη δρώντες ή ως δρώντες σε δευτερεύοντα πεδία; Δευτερεύοντα θα είναι και τα οφέλη μας. 

Προσωπικά δεν αξιολογώ τις δυο αυτές – χονδροειδώς παρουσιασμένες από εμένα εδώ – στρατηγικές. Δεν έχω το γνωστικό και επιστημονικό βάθος να τις προσεγγίσω συστηματικά και επισταμένως. Μπορώ όμως να αναδείξω μερικά σημεία που πρέπει να έχουμε κατά νου στον δημόσιο πολιτικό διάλογο. Το σχήμα «πίτα ολάκερη και σκύλος χορτάτος» δεν είναι αποδεκτό, τουλάχιστον από επίσημους θεσμικούς παίκτες όπως για παράδειγμα τα ελληνικά κόμματα και το πολιτικό τους προσωπικό. 

Επί του συγκεκριμένου

Περί της συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία – και γιατί καλό είναι να είμαστε λίγο πιο συνεπείς, στη δημόσια συζήτηση. Πρώτον, η συστοιχία δεν πήγε χθες. Βρίσκεται εκεί από το 2021. Δεύτερον, η απόφαση αυτή δεν ήταν μονοκομματική επιλογή. Υπερψηφίστηκε από ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ. Τρίτον – και ίσως το πιο βασικό – ένα οπλικό σύστημα τέτοιου τύπου δεν μεταφέρεται για λόγους συμβολικούς. Δεν πάει «για παρουσία», ούτε για παρέλαση. Πάει για να χρησιμοποιηθεί. Τα Patriot είναι ένα υβριδικό σύστημα άμυνας που λειτουργεί και ως αντιαεροπορικό (για αεροπλάνα, ελικόπτερα, drones) και ως αντιβαλλιστικό (για πυραύλους κρουζ και βαλλιστικούς), αποτελώντας μια «ψηφιακή ομπρέλα» υψηλής ακρίβειας. Στην ουσία, είναι ο ακριβότερος και πιο αξιόπιστος «φύλακας-άγγελος» του εναέριου χώρου απέναντι σε κάθε σύγχρονη υπερηχητική απειλή.

Άρα, αν θέλουμε να μιλάμε με όρους σοβαρότητας και όχι εντυπώσεων, η απάντηση είναι απλή. Καλώς αναχαίτισαν πυραύλους – για αυτόν ακριβώς τον λόγο είχαν τοποθετηθεί εκεί. Φαντάζεστε να ήταν εκεί αφού αυτό αποφασίσαμε και ή να μην αξιοποιούνταν ή να αποτύγχαναν; Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πολιτικές στάσεις. Και αυτές είναι απολύτως θεμιτές. Αλλά πρέπει να είναι καθαρές. 

– Αν κάποιος διαφωνούσε εξαρχής με την αποστολή της συστοιχίας το 2021, η θέση του είναι απολύτως συνεπής. Μπορεί να συνεχίσει να διαφωνεί και σήμερα.

– Αν κάποιος δεν διαφώνησε τότε, δεν μπορεί να ανακαλύπτει εκ των υστέρων πρόβλημα μόνο και μόνο επειδή το σύστημα έκανε αυτό για το οποίο στάλθηκε.

– Αν κάποιος, λόγω της εξέλιξης των γεγονότων, αλλάζει θέση, επίσης θεμιτό. Αλλά αυτό απαιτεί μια στοιχειώδη πολιτική εντιμότητα - να πει ξεκάθαρα «αναθεωρώ» και να προτείνει τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα.

Γιατί αλλιώς, δεν μιλάμε για εξωτερική πολιτική, αλλά για πολιτική ευκολία. Και σε ένα περιβάλλον πολυκρίσεων, όπου η χώρα καλείται να αποφασίσει αν θέλει να είναι παρούσα ή απλώς ουδέτερη παρατηρήτρια, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι εύκολες θέσεις χωρίς κόστος. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο ανέξοδων δηλώσεων. Είναι πεδίο επιλογών – και συνεπειών.

Ο Μητσοτάκης και το μεταπολιτευτικό consensus 

Και πάμε τώρα σε κάτι πιο δομικό. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, η ελληνική εξωτερική πολιτική απέκτησε έναν σαφή χαρακτήρα - ήταν διακηρυκτικά πολυδιάστατη, ισορροπιστική και – εν τέλει – επιλεκτικά ευθυγραμμισμένη. Ναι στη Δύση, αλλά όχι άκριτα και παντού. Συμμετοχή, αλλά με δίκαιες ενστάσεις. Συμμαχίες, αλλά με περιθώρια ελιγμών. Το καταγωγικό τραύμα της Μεταπολίτευσης,  η Κυπριακή τραγωδία, αλλά και η αναδιάταξη των διαιρετικών τομών της μεταπολεμικής περιόδου, οδήγησαν σε ένα νέο μείγμα. Ουσιαστικό ή υφολογικά διαφοροποιημένο, αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. 

Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα διατηρούσε σχέσεις με το ανατολικό μπλοκ, με τον αραβικό κόσμο, με τους αδέσμευτους. Δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη ή δεν ήθελε να φαίνεται τέτοια. Ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να «παίζει σε πολλά ταμπλό», κρατώντας ανοιχτούς διαύλους σχεδόν με όλους. Αυτή η στρατηγική θεμελιώθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και αναβαθμίστηκε πολιτικά και υφολογικά από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος της έδωσε και έναν πιο έντονο, σχεδόν αυτοτελή, γεωπολιτικό λόγο. Αργότερα, η ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια έδωσε ένα σταθερό πλαίσιο. Ένα «γήπεδο» στο οποίο μπορούσαμε να κινούμαστε με κανόνες, να θέτουμε στόχους και να διεκδικούμε. Και υπήρξαν αποτελέσματα. Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., η Ελληνική Προεδρία του 2003, η άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο στο Ιράκ, μαζί με την προσπάθεια του Κώστα Σημίτη για μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση, είναι σημεία που δείχνουν ότι αυτή η προσέγγιση μπορούσε να παράγει αποτέλεσμα. Ακόμη και η περίοδος του Κώστα Καραμανλή κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος — με ανοίγματα προς τη Ρωσία, ενεργειακές συνεργασίες και μια λογική σχετικής αυτονομίας εντός του δυτικού πλαισίου. Ήταν, με λίγα λόγια, μια εξωτερική πολιτική ισορροπιών. 

Όμως εκείνη η περίοδος είχε ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ήταν πιο προβλέψιμη. Μέχρι το 1991 ήταν σχεδόν στατική σε έναν διπολικό κόσμο. Αργότερα, οι γραμμές ήταν πιο καθαρές, οι εντάσεις πιο ελεγχόμενες. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει κάτι διαφορετικό. Μια πιο καθαρή, πιο ευδιάκριτη τοποθέτηση της χώρας. Όχι «λίγο με όλους», αλλά συγκεκριμένα με κάποιους. Είναι μια πιο ενεργητική, αλλά και πιο εκτεθειμένη επιλογή. Μπαίνεις στο πεδίο. Παίρνεις θέση. Αναλαμβάνεις ρίσκο. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, διεκδικείς μερίδιο. Αν όχι, μένεις εκτεθειμένος. 
Καλό ή κακό; Δεν απαντάται θεωρητικά. Θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Αυτό που σίγουρα συμβαίνει είναι ότι σπάει ένα μεταπολιτευτικό consensus. Και αυτό είναι που ξενίζει — όχι μόνο πολιτικά, αλλά και ψυχολογικά.

Δόσεις ειλικρίνειας

Οι δύο ανωτέρω διακριτές – για την οικονομία της συζήτησης- στρατηγικές έχουν όρια. Έχουν θετικά και αρνητικά σημεία. Ταιριάζουν ή δεν ταιριάζουν σε χώρες. Εμείς όμως πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Γιατί δεν γίνεται, από τη μία, να «θαυμάζουμε» την τουρκική αεικινησία — την παρουσία της σε κάθε μέτωπο, τη συμμετοχή της σε κάθε διαπραγμάτευση, τη διαρκή της εμπλοκή σε κρίσεις και εξελίξεις — και από την άλλη να αναρωτιόμαστε γιατί η Ελλάδα δεν βρίσκεται στα ίδια τραπέζια. Δεν γίνεται να παραπονιόμαστε ότι δεν μας υπολογίζουν, ότι δεν μας καλούν, ότι δεν συμμετέχουμε στις διευθετήσεις και ταυτόχρονα να υπερασπιζόμαστε μια στάση «με όλους και με κανέναν». Τη δεδομένη στιγμή, η Ελλάδα με στρατιωτικούς όρους είναι ευρωπαϊκή υπερδύναμη, όσο και αν δεν το κατανοούμε επαρκώς, γιατί συγκρινόμαστε με τους εξ ανατολών γείτονές μας. Επιχειρησιακά – με κόστος σίγουρα – μπορούμε να κάνουμε κάτι, μπορούμε να έχουμε παρουσία, μπορούμε να παίξουμε το χαρτί της στρατιωτικής ισχύος. Αν θέλεις να σε υπολογίζουν πρέπει πού και πού να δείχνεις ότι κάτι μπορείς να βάλεις και εσύ στο τραπέζι. Patriot, πρωτοβουλίες ειρήνης, φρεγάτες, ξενοδοχεία για διαπραγματεύσεις και θέρετρα ως backround συνομιλιών; Κάτι. Αν δεν θέλεις, πάλι έχει καλώς. Είναι δύο διαφορετικές στρατηγικές – θα το λέμε μέχρι τέλους. Επιλέγουμε. 

Μια ιστορική υπενθύμιση

Πολλά από αυτά που ζούμε, δεν είναι πρωτοφανή. Η Ιστορία είναι εκεί και διδάσκει, αρκεί να την διαβάζεις, να την κατανοείς και να μπορείς να κάνεις τις δικές σου επίκαιρες αναγωγές. Η Ελλάδα δεν ήταν πάντοτε χώρα ισορροπιών. Υπήρξε περίοδος που βρισκόταν στην προμετωπίδα των εξελίξεων. Που δεν περίμενε να δει τι θα γίνει, αλλά έμπαινε με φόρα σε συγκρούσεις που έκρινε ότι την αφορούν ή ότι μπορούν να διαμορφώσουν το μέλλον της. Ακόμη και στην Ουκρανία κατά των Μπολσεβίκων πολέμησε το 1919. Μια επιλογή βαθιά ενταγμένη στη στρατηγική της εποχής, αλλά και με συνέπειες - καθώς λίγα χρόνια μετά, οι Σοβιετικοί θα στηρίξουν τον Κεμάλ. 

Ήταν μια περίοδος που η Ελλάδα ρίσκαρε. Και όπως συμβαίνει πάντα όταν ρισκάρεις, γνώρισε και νίκες και ήττες. Θριάμβους, αλλά και καταστροφές. Αυτή ήταν η Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μια Ελλάδα που δεν φοβόταν να εμπλακεί, που επεδίωκε ρόλο και επιρροή, ακόμη και αν αυτό σήμαινε κόστος. Τι δείχνουν όλα αυτά; Ότι η Ελλάδα έχει ιστορικά κινηθεί και με έναν άλλο τρόπο - όχι ως παρατηρητής, αλλά ως δρών. Με αυτοπεποίθηση, ρίσκο, κόστος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτό είναι «ξένο» προς την παράδοσή μας. Το έχουμε ξανακάνει. Το ερώτημα είναι αν σήμερα είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε συνειδητά - και να αναλάβουμε τις συνέπειες. 

Κλείνοντας

Όταν λέμε ότι καταρρέει η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας, η όποια ισχύς του Διεθνούς Δικαίου και της θεσμικής επίλυσης διαφορών, ακριβώς εκεί φτάνουμε ιστορικά – στον μεσοπόλεμο. Εξέλιξη κακή για τον κόσμο. Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο. Κάθε απόφαση, κάθε επιλογή έχει κόστος. Κάθε στρατηγική έχει θετικά – αρνητικά. Αυτό που πρέπει να απαιτήσουμε από τα κόμματα και το πολιτικό μας προσωπικό είναι να παρουσιάσουν θέσεις με επιχειρήματα, συνοχή, δεδομένα, αναλύσεις και εκτιμήσεις. Βρισκόμαστε σε ένα χρονικό και ποιοτικό σημείο που δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με ρηχότητες. Χρειαζόμαστε βάθος γιατί είναι βαθιές οι επιλογές που πρέπει να γίνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου