Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Σκληρές αλήθειες για την οικονομία πίσω από τα γεμάτα ξενοδοχεία και εστιατόρια, άρθρο στη VORIA στις 07/03/2026


Συχνά έχω την αίσθηση ότι η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από δευτερεύοντα ζητήματα. Θέματα που δεν αφορούν τους πολλούς ή τους αφορούν περιφερειακά καταλαμβάνουν δυσανάλογο χώρο στον
 δημόσιο διάλογο. Δεν αποκλείω αυτό να εξυπηρετεί πολλούς –όχι μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και τους αντιπάλους της ή ένα ολόκληρο πλέγμα συμφερόντων που βολεύεται με το status quo.

Πάμε τώρα επί του συγκεκριμένου. Διαβάζω προ ημερών στην έγκριτη εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ έναν τίτλο άρθρου «Μόλις δύο εκατομμύρια Έλληνες ‘’τρέχουν’’ το 50% της κατανάλωσης». Λέω μέσα μου «δεν μπορεί –είναι εξωφρενικό, πρέπει να το διαβάσω». Αν όντως το άρθρο και τα στοιχεία του είναι έγκυρα τότε στοιχειοθετείται με δεδομένα αυτό που νιώθουμε πολλοί. Αυτό που παρατηρούμε πολλοί, το αισθανόμαστε, το αντιλαμβανόμαστε αλλά δυστυχώς δεν τίθεται με διαύγεια στον δημόσιο διάλογο. Συσκοτίζεται δηλαδή κατά έναν μαγικό τρόπο η πραγματικότητα. Όπως είχε πει ο σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Μπάνον: «Flood the zone with shit». Πλημμυρίστε τον δημόσιο διάλογο με τόσες πληροφορίες, μισές αλήθειες και άσχετα ζητήματα ώστε να χαθεί η ουσία.

Η ουσία

Πάμε τώρα στα σημαντικά του άρθρου και στα συμπεράσματα που πρέπει να εξάγουμε από αυτό. Αρχικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τα στοιχεία που παραθέτει είναι από το World Data Lab –έναν αξιόπιστο, μη κερδοσκοπικό ερευνητικό οργανισμό με έδρα τη Βιέννη. Συνεργάζεται με μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπως το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το WDL δεν κάνει απογραφή (δεν ρωτάει δηλαδή έναν-έναν τους Έλληνες). Αντ' αυτού, χρησιμοποιεί μοντέλα στατιστικής εκτίμησης, χρησιμοποιεί ως δεδομένα εισόδου στοιχεία από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες (π.χ. ΕΛΣΤΑΤ), διεθνείς οργανισμούς (π.χ. Eurostat, ΔΝΤ) και δημοσκοπήσεις για τα εισοδήματα και τις δαπάνες των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία δείχνουν κάτι εντυπωσιακό: περίπου το 20% του πληθυσμού ευθύνεται για σχεδόν το μισό της καταναλωτικής δαπάνης στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, περίπου δύο εκατομμύρια Έλληνες πραγματοποιούν το 44% της συνολικής κατανάλωσης. Πρόκειται για ένα σχετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας -κυρίως τα υψηλότερα εισοδήματα και το ανώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης- που στηρίζει σχεδόν το μισό της εγχώριας ζήτησης, γεγονός που αναδεικνύει την περιορισμένη αγοραστική ικανότητα των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων στην Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική παρατήρηση, αλλά αντικατοπτρίζει τη μακροχρόνια διάβρωση του διαθέσιμου εισοδήματος και την ανισομερή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.

Δείκτης Gini και S80/20

Πριν αμφισβητήσουμε ή αποδεχθούμε τα δεδομένα και τα μοντέλα του WDL, πρέπει να σημειώσουμε ότι παρόμοια τάση καταγράφουν και οι επίσημες θεσμικές στατιστικές αρχές, με ορισμένες διαφορές που όμως δεν αλλάζουν την εικόνα. Η μεγάλη εικόνα δηλαδή είναι αυτή για τη χώρα.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης Gini για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 31,8. Τι σημαίνει αυτός ο αριθμός; Ο δείκτης Gini μετράται σε μια κλίμακα από το 0 (απόλυτη ισότητα, όλοι έχουν το ίδιο εισόδημα) έως το 100 (απόλυτη ανισότητα, ένα άτομο κατέχει όλο το εισόδημα). Η τιμή 31,8 τοποθετεί την Ελλάδα σε ένα μεσαίο επίπεδο ανισότητας σε παγκόσμια κλίμακα. Το νούμερο αυτό επιβεβαιώνει την εικόνα που δίνουν τα στοιχεία του World Data Lab. Δεν είμαστε σε μια ακραία κατάσταση (π.χ. Νότια Αφρική με δείκτη ~63), αλλά η ανισότητα είναι σαφώς υπαρκτή και μετρήσιμη. Για Ευρωπαϊκή χώρα όμως η τιμή της Ελλάδας χαρακτηρίζεται μέτρια προς υψηλή ανισότητα. Τα πρωτεία εδώ τα έχει η Βουλγαρία.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τον δείκτη S80/S20, ο οποίος δείχνει ότι το πλουσιότερο 20% των Ελλήνων διαθέτει πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι, παρά την οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος παραμένει αισθητή στην ελληνική οικονομία.

Μα είναι γεμάτες οι ταβέρνες και τα ξενοδοχεία!

Μπορεί και να είναι αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλα βαίνουν καλώς. Ή έτσι τουλάχιστον δηλώνει ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων σε πολλές και διαφορετικές μετρήσεις. Είναι αυτό που πολλές φορές συζητάμε μεταξύ μας, ότι δηλαδή νιώθουμε μια διεύρυνση των ανισοτήτων. Σε κάθε προσπάθειά μας να αναλύσουμε τα δεδομένα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί γίνεται. Είναι δύσκολο καθώς ο καθείς –και ο γράφων– έχει απόψεις, πεποιθήσεις, ιδεολογικές προτιμήσεις κ.ο.κ. Η Ελλάδα παρουσιάζει ανάπτυξη, τα ονομαστικά εισοδήματα έχουν ανέβει, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βαίνει μειούμενο, η εμπιστοσύνη των αγορών έχει επανέλθει και η χώρα δανείζεται με ομαλό τρόπο.

Από την άλλη, αυτή ήταν η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων που μάλιστα στην περίπτωσή μας άργησε πάρα πολύ –η διάρκεια της κρίσης με ευθύνη του πολιτικού συστήματος ήταν ανεπίτρεπτα μεγάλη. Αν συνυπολογίσει κανείς την αλλαγή στάσης της ΕΕ λόγω πανδημίας και την δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων, θα έλεγε κανείς πως θα ήταν οξύμωρο για τη χώρα μας να μην είχε σημάδια ανόδου. Όμως, από την άλλη το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παραμένει μειωμένο κατά 20,5% σε σύγκριση με το 2009.

Στην πολιτική

Με βάση την ανωτέρω εικόνα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει να ορίσει ως κεντρικό στόχο τη μείωση των ανισοτήτων με την ταυτόχρονη διατήρηση της αναπτυξιακής τροχιάς. Θα πρέπει με ένα νέο στρατηγικό αφήγημα να δηλώσει ότι ένας από τους επόμενους μεγάλους στόχους της είναι η αναδιανομή και η κοινωνική συνοχή. Η πολιτική της κυριαρχία δεν απειλείται από αντιπολιτευόμενο κόμμα αλλά από την διαβρωτική αυτή συνθήκη που αποτυπώνεται πιο πάνω. Αν στοιχειωδώς καταφέρει να μεταβάλλει τις αναλογίες θα μπορεί να επεκτείνει την πολιτική της κυριαρχία. Η Νέα Δημοκρατία ήταν κόμμα - παράταξη, κόμμα λαϊκό. Παρά το γεγονός ότι είναι κεντροδεξιό έχει κοινωνική αγκύρωση και λαϊκή βάση. Αν βαίνει μειούμενη η εκλογική της επιρροή είναι και για τα ζητήματα αυτά.

Και είναι αυτή η ίδια η πραγματικότητα που διαμορφώνει μια διπλή αλήθεια. Ο επίσημος κυβερνητικός λόγος από τη μία που υπερεπενδύει στα στοιχεία της ανόδου και της ανάταξης δεν είναι ψευδής –αλλά δεν παρουσιάζει όλη την εικόνα. Και από την άλλη υπάρχει ο κοινωνικός λόγος που διαμαρτύρεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Προσέξτε. Ο κοινωνικός και όχι κατ’ ανάγκη ο αντιπολιτευτικός και αυτό είναι πρόβλημα. Ότι δηλαδή η κοινωνική αντιπολίτευση προηγείται της κομματικής.

Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα -και ιδιαίτερα αυτά της κεντροαριστεράς- οφείλουν παντί τρόπω να αναδείξουν αυτήν την δομική ανισορροπία της κατανάλωσης και να προτείνουν μεροληπτικές πολιτικές υπέρ του υπόλοιπου 80% των Ελλήνων που περιορίζονται στο άλλο 50% της κατανάλωσης. Και εντός αυτού του τμήματος, να τοποθετηθούν υπέρ των πιο χαμηλών στρωμάτων. Και να το κάνουν με τρόπο εμφατικό, πλήρως κατανοητό, με την απαραίτητη σκηνογραφία και την αναγκαία επικοινωνιακή ένδυση γιατί το κοινωνικό ζήτημα είναι πάντοτε στον πυρήνα της πολιτικής και κομματικής διαπάλης. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, υπαρκτά ή μη είναι δευτερεύοντα.

Αν συνεχιστεί αυτή η κατανομή της κατανάλωσης, τα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα θα μπορούν να διατηρήσουν τα ποσοστά τους και υπό προϋποθέσεις ακόμη και να τα αυξήσουν. Η ανισότητα και η οικονομική δυσπραγία είναι βενζίνη σε φωτιά που καίει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου