Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Περπατώ, οδηγώ και σε σκέφτομαι: Πέντε σκέψεις για μια καλύτερη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 11/04/2026



Εμείς που ζούμε σε αυτή την πόλη και έχουμε την ευχέρεια να γράφουμε δημόσια την άποψή μας, συχνά καταφεύγουμε στο ίδιο μοτίβο. Μιλάμε πολιτικά, προγραμματικά, για ανάγκες, προτεραιότητες, κατανομή πόρων. Σωστά όλα αυτά – απολύτως αναγκαία. Υπάρχουν όμως φορές  που αξίζει να το δούμε αλλιώς. Ως άνθρωποι που ζούμε τη Θεσσαλονίκη, που περπατάμε, που κολλάμε στην κίνηση, που αξιοποιούμε την παιδική χαρά, που ψάχνουμε πάρκινγκ κ.ο.κ. Με δυο λόγια μια πιο βιωματική, σχεδόν απλή καταγραφή. Δεν ξέρω αν μια τέτοια ματιά μπορεί να γεννήσει πολιτική ατζέντα ή αν μπορεί να οδηγήσει σε σχέδια ή σε παρεμβάσεις. Ξέρω όμως ότι ακόμη και έτσι – ως απλές ιδέες – έχει αξία να καταγραφούν. Με δυο λόγια δηλαδή, πέρα από τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη είναι αυτή που τελικά διαμορφώνει την αίσθηση της πόλης. Οι μικρές, στοχευμένες παρεμβάσεις συχνά έχουν δυσανάλογα μεγάλο θετικό αντίκτυπο.

Σε αυτό το σημείο ξεκαθαρίζω ότι όσα ακολουθούν δεν συγκροτούν ένα σχέδιο για την πόλη ούτε μια δομημένη ατζέντα παρεμβάσεων. Είναι απλές παρατηρήσεις, σκέψεις που γεννιούνται μέσα στην καθημερινότητα. Κάποια από αυτά μπορεί ήδη να έχουν συζητηθεί, να έχουν ενταχθεί σε σχεδιασμούς ή να βρίσκονται στην αρχή της υλοποίησής τους. Άλλα μπορεί να έχουν μελετηθεί και να έχουν απορριφθεί για λόγους που δεν είναι πάντα ορατοί στον πολίτη. Κάποια ίσως να είναι και κοστολογικά μη ρεαλιστικά. Δεν έχει όμως αυτό τη μεγαλύτερη σημασία καθώς αυτό το κείμενο δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πρόγραμμα. Είναι μια καταγραφή μικρών σκέψεων — όπως προκύπτουν τη στιγμή που ζεις την πόλη, στο κάθε σημείο της. Μια αφορμή για κουβέντα και σκέψη. Άλλωστε οι διακοπές του Πάσχα ευνοούν μια τέτοια προσέγγιση.

1. Κάποιες διασταυρώσεις να υπογειοποιηθούν

Θα είχε αξία να δούμε 2-3 κομβικά σημεία του οδικού δικτύου να αντιμετωπίζονται με πιο αποφασιστικό τρόπο, ακόμη και με λύσεις υπογειοποίησης όπου αυτό είναι εφικτό. Δεν μιλάμε για οριζόντιες παρεμβάσεις σε όλη την πόλη, αλλά για στοχευμένες κινήσεις εκεί όπου η συμφόρηση είναι μόνιμη και δομική. Η διαδρομή από την Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τη Μουδανιών είναι χαρακτηριστική. Από το ύψος του Ιπποκρατείου και μετά, οι διαδοχικοί σηματοδότες σε Συνδίκα, Μαρτίου, Μπότσαρη και Βούλγαρη δημιουργούν ένα συνεχές «σταμάτα-ξεκίνα», ένα φαινόμενο ακορντεόν που μπλοκάρει τη ροή και επιβαρύνει συνολικά την πόλη. Σε μία ή δύο από αυτές τις διασταυρώσεις (ιδανικά τις τελευταίες), μια υπογειοποίηση ή μια περιορισμένη σήραγγα για βασικές κατευθύνσεις θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα. Να επιτρέψει συνεχή ροή, να αποσυμφορήσει τους γύρω δρόμους που λειτουργούν ως πρόχειρες παρακάμψεις και να μειώσει τους ρύπους που παράγονται από τη συνεχή επιβράδυνση και επιτάχυνση. Είναι σαφές ότι πρόκειται για παρεμβάσεις υψηλού κόστους και τεχνικής δυσκολίας, που απαιτούν μελέτες κυκλοφοριακών φορτίων και σοβαρή αξιολόγηση. Ακόμη όμως και αν τέτοιες λύσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, υπάρχουν ενδιάμεσες επιλογές — όπως έξυπνα, προσαρμοστικά φανάρια ή μικρότερες παρεμβάσεις κατεύθυνσης της ροής — που θα μπορούσαν να δώσουν μια πρώτη ανάσα. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι ένα - η πόλη να μπορεί να «αδειάζει» πιο γρήγορα προς τα έξω και να «γεμίζει» πιο ομαλά από τις εισόδους της. 

2. Παιδικές χαρές φτιαγμένες για… άλλο κλίμα

3. Διαγραμμίσεις οδοστρώματος που… εξαφανίζονται

Δεν γίνεται να βάφονται οι διαβάσεις και οι οδικές γραμμές και μέσα σε λίγες εβδομάδες – καμιά φορά και ημέρες – να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Οι διαγραμμίσεις είναι το βασικό “αλφάβητο” της κυκλοφορίας· όταν σβήνουν, η οδήγηση γίνεται περισσότερο ενστικτώδης, λιγότερο προβλέψιμη και σαφώς πιο επικίνδυνη, ιδιαίτερα τη νύχτα ή σε συνθήκες βροχής. Οι δήμοι τις βάφουν συχνά αλλά το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Τι φταίει; Τα υλικά; Η εφαρμογή; Η ποιότητα της ασφάλτου; Πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών. Αν η επιφάνεια δεν είναι σωστά προετοιμασμένη, αν η άσφαλτος δεν “κρατά”, αν χρησιμοποιούνται φθηνά ή ακατάλληλα υλικά, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Το κρίσιμο όμως δεν είναι να εντοπίσουμε την ευθύνη σε επίπεδο παρατήρησης, αλλά να δούμε ότι το ζήτημα αλλού έχει λυθεί εδώ και χρόνια. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις χρησιμοποιούνται πιο ανθεκτικά υλικά – θερμοπλαστικά ή ειδικά ψυχρά πλαστικά με αντανακλαστικά στοιχεία – που “δένουν” με την άσφαλτο και αντέχουν στον χρόνο και την καταπόνηση. Ας το δούμε και αυτό κάποια στιγμή.

4. Υπόγειοι και υπέργειοι κάδοι δίπλα δίπλα

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να τοποθετηθούν υπόγειοι κάδοι στη Θεσσαλονίκη. Και είναι μια παρέμβαση που έχει νόημα - μεγαλύτερη χωρητικότητα, λιγότερες οσμές, πιο καθαρή εικόνα στον δρόμο. Σε αρκετά σημεία, μάλιστα, βλέπεις ότι έχει γίνει πρόοδος. Περπατώντας όμως την πόλη, συναντάς δίπλα ακριβώς από το στόμιο του υπόγειου κάδου να βρίσκονται οι κλασικοί πράσινοι και μπλε. Σαν να συνυπάρχουν δύο εποχές στο ίδιο πεζοδρόμιο. Έτσι όμως χάνεται το πλεονέκτημα γιατί ο βασικός λόγος που μπαίνουν οι υπόγειοι κάδοι είναι και η χωρητικότητα αλλά και η εικόνα. Και υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο άυλο αλλά εξίσου σημαντικό. Όταν βλέπεις μια “συστάδα” κάδων – υπόγειων και υπέργειων μαζί – το σημείο ταυτίζεται στο μυαλό σου με τα σκουπίδια. Εκεί αφήνονται πιο εύκολα σακούλες απ’ έξω, ογκώδη αντικείμενα, ό,τι περισσεύει. Σαν να λέει η πόλη “εδώ είναι το σημείο”. Αν υπήρχαν μόνο οι υπόγειοι, πιο καθαροί και πιο διακριτικοί, ίσως να λειτουργούσε και ένας άτυπος αυτοπεριορισμός. Πιθανότατα αυτό που συμβαίνει είναι πρακτικό - είτε η χωρητικότητα δεν επαρκεί ακόμη, είτε η αποκομιδή δεν γίνεται με τη συχνότητα που χρειάζεται. Είναι λογικό σε μια μεταβατική φάση. Αν όμως το σύστημα αυτό επεκταθεί, θα είχε αξία να ολοκληρωθεί καθαρά. Εκεί που μπαίνουν υπόγειοι κάδοι, να φεύγουν οι παλιοί. Και αν δεν “βγαίνει” το σύστημα, να ενισχυθεί με περισσότερους υπόγειους ή με συχνότερη αποκομιδή. Αλλιώς είναι σα να πήραμε πλυντήριο αλλά να κρατάμε τη σκάφη δίπλα, καλού κακού.

5. Αισθητική Ταυτότητα στο Υπαίθριο Εμπόριο και το Street Food

Η Θεσσαλονίκη είναι γνωστή για τη γαστρονομία της, για το σουβλάκι, τον γύρο, την μπουγάτσα, τους λουκουμάδες, για όλες αυτές τις γεύσεις που κυκλοφορούν παντού – και καλά κάνουν. Το street food είναι ταυτότητα της πόλης, ζωντάνια, δημοκρατία στη γεύση. Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Αυτό όμως που θα ήθελα να δω, περπατώντας στη Νέα Παραλία, στην Αριστοτέλους, στην πλατεία Αγίας Σοφίας ή σε άλλα σημεία όπου νόμιμα δραστηριοποιούνται πάγκοι και καντίνες, είναι μια στοιχειώδης οπτική προσαρμογή. Σήμερα, οι περισσότεροι πάγκοι – ακόμα και νόμιμοι – μοιάζουν σαν να ήρθαν από άλλη εποχή ή από άλλη πόλη. Το ίδιο και για το νόμιμο υπαίθριο εμπόριο. Θα ήθελα λοιπόν μια μικρή, ευέλικτη κανονιστική παρέμβαση. Όχι απαγόρευση, όχι διώξεις αλλά για όσους θέλουν να λειτουργούν νόμιμα σε συγκεκριμένες ζώνες της πόλης (π.χ. παραλιακό μέτωπο, ιστορικό κέντρο), να υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προδιαγραφές αισθητικής. Ο πάγκος να έχει ουδέτερο ή ξύλινο χρώμα, όχι φανταχτερά πλαστικά, η ταμπέλα να είναι μετρίου μεγέθους, χωρίς φωτεινά νέον που τρεμοπαίζουν, η ομπρέλα ή το στέγαστρο να είναι σε μια παλέτα χρωμάτων που να μην συγκρούεται με το περιβάλλον κ.ο.κ. Κάτι ανάλογο γίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με ιστορικά κέντρα: δεν διώχνουν το street food, το εντάσσουν στην εικόνα. Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που δεν χάνει τη ζωντάνια της, αλλά αποκτά συνοχή. Η Θεσσαλονίκη αξίζει αυτή τη φροντίδα – ειδικά όταν μιλάμε για κάτι που η ίδια η πόλη το έχει ανάγκη και το αγαπά.

Έγραψα πέντε σκέψεις πρόχειρες. Θα μπορούσαν να ήταν δεκαπέντε. Και σίγουρα άλλες τόσες από τον καθένα μας. Η δημόσια συζήτηση – ακόμη και αυτή χωρίς ιδιαίτερα προαπαιτούμενα είναι πάντοτε όφελος. Θέματα, προβλήματα, σκέψεις – οποιασδήποτε κλίμακας είναι πλούτος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου