Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Το δικό μας '' υπουργικό συμβούλιο'' ,άρθρο για την εφημερίδα Καρφίτσα 17/6/2017



Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ξεκίνησε ως κρίση δανεισμού το 2009, καθώς η χώρα για να συνεχίσει ως είχε έπρεπε να δανειστεί 300 δις μέσα σε μία τετραετία, ποσό που ισούταν με το δημόσιο χρέος της εκείνη τη στιγμή. Το προφίλ χρέους της ήταν κάκιστο και οι υποχρεώσεις της χώρας συγκεντρωμένες και πυκνές, εντός ενός μικρού χρονικού διαστήματος. Ό,τι και αν πιστεύει κανείς, όπου και αν αποδίδει τις ευθύνες, σε κόμματα ή πρόσωπα, αυτή είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Το μέγεθος της κρίσης βέβαια ήταν τόσο μεγάλο, τα ποσά που απαιτούνταν για τη διάσωση της χώρας και την αποφυγή της χρεωκοπίας τεράστια, που δεν υπήρχε μαγική συνταγή. Όποιον δρόμο και αν επιλέγαμε αυτός θα εμπεριείχε δραματικές περικοπές και βίαιη πτώση εισοδημάτων και κρατικών δαπανών. Η αρχική οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε κοινωνική, σε πολιτική και μετά βεβαιότητας μπορούμε να υποστηρίξουμε πως άγγιξε κάθε τομέα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας.



Σε αυτά τα χρόνια αναζητήθηκαν και συζητήθηκαν λύσεις, προτάχθηκαν και αναπαράχθηκαν απόψεις, έγιναν αναλύσεις, επιχειρήθηκαν αλλαγές, υποστηρίχθηκαν μεταρρυθμίσεις, εμφανίστηκαν αντιστάσεις και δυνάμεις αδράνειας, εκστομίστηκαν υποσχέσεις. Οι εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο ήταν ραγδαίες και σαρωτικές. Δοκιμάστηκαν κόμματα σοσιαλιστικά, δεξιά, αριστερά, εκσυγχρονιστικά και λαϊκιστικά. Υπήρξε έντονος κομματικός ανταγωνισμός, πολιτικοποίηση ( άσχετα με την ποιότητα αυτής) και συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Πέραν όμως των εξελίξεων στο πολιτικό πεδίο, υπήρξε ανάλογη κινητικότητα στις μίκρο-κλίμακες; Η κρίση άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα; Ο οικογενειακός προγραμματισμός άλλαξε προτεραιότητες; Μαζεύτηκαν γύρω από το οικογενειακό τραπέζι τα μέλη να συναποφασίσουν για τις επόμενες ενέργειές τους; Προσοχή! Δεν αναφερόμαστε στην αναπόφευκτη μείωση της κατανάλωσης και των περιορισμό των εξόδων. Αυτό είναι δεδομένο πως έγινε. Αναφερόμαστε σε σχέδια αναδιάταξης όλου του οικονομικού σχεδίου μιας οικογένειας, διευρυμένης ή μονογονεϊκής, ενός ζευγαριού, ενός ατόμου;  Μεταβλήθηκαν οι στάσεις και οι αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την προηγούμενη εποχή;  

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Είναι λογικό και αποδοτικό μια οικογένεια να δαπανά πολλές χιλιάδες ευρώ για να σπουδάσει το παιδί σε ένα ελληνικό ΤΕΙ ή ΑΕΙ σε μία επαρχιακή πόλη για να αποκτήσει έναν αμφιβόλου αξίας τίτλο σπουδών; Είναι λογικό να συνεχίζουμε αδιάλειπτα την επιλογή σπουδών που μπορεί παλαιότερα να εξασφάλιζαν ανοδική κοινωνική κινητικότητα αλλά πλέον έχουν κορεστεί; Είναι λογικό να μένουν αναξιοποίητα ακίνητα – ένα εξοχικό, ένα πατρικό στο χωριό, ένα χωράφι – τη στιγμή που υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες και η κυριότητα των οποίων επιφέρει επιβαρύνσεις; Δεν θα ήταν ορθότερο να πωληθούν και με τα χρήματα να επιχειρηθεί μία προσπάθεια δημιουργίας μίας δουλειάς/ επιχείρησης/ επένδυσης; Είναι λογικό να υπάρχουν ( όπου υπάρχουν) ακριβά στη χρήση οχήματα και να μην αντικαθίστανται από φθηνότερα; Είναι λογικό η μείωση των εσόδων να υπομένεται στωικά χωρίς προσπάθεια αναπλήρωσής τους; Εν ολίγοις είναι λογικό να προτιμάται η περιουσία αντί του εισοδήματος;

Η λογική και η κουλτούρα της υπομονής, του «μπόρα είναι θα περάσει», η λογική πως το ζήτημα είναι χρονικό και το πέρασμα του χρόνου θα αποκαταστήσει τη ζημία είναι μία λογική παραίτησης και εκτός αυτού δεν οδηγεί στην ανάκαμψη. Ανάκαμψη ατομική, οικογενειακή αλλά και ευρύτερα συλλογική. Δεν θα αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα βελτιωθούν αν δεν αλλάξουμε και εμείς.

Διαβάζοντας κάποιος αυτές τις γραμμές ενδεχομένως να εκνευριστεί. Μπορεί να σκεφτεί χίλιες σωστές παρατηρήσεις, να επικαλεστεί τις δυσκολίες, την ανεργία, την υπερχρέωση, την εξυπηρέτηση δανείων, την πτώση στην αγορά των ακινήτων, την πτώση των αξιών των αυτοκινήτων και πολλά άλλα. Σε όλα αυτά θα έχει δίκιο. Όμως ας σκεφτεί αναλογικά. Ας δει ότι αυτά το 2011- 2012 ήταν ευκολότερα ενώ τώρα πιο δύσκολα.

Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως πέραν των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων σε κράτος και οικονομία που αποφασίζονται και υλοποιούνται ( ή όχι) από τις πολιτικές ηγεσίες , εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αποφάσεις των πολιτών. Αν το κομπόδεμα θα επενδυθεί σε μία παραγωγική μίκρο-επένδυση ή θα μείνει στο στρώμα παίζει ρόλο, έχει αποτύπωμα. Μία αλλαγή εργασίας από έναν τομέα διεθνώς μη εμπορεύσιμο σε έναν διεθνώς εμπορεύσιμο βοηθά τόσο το άτομο όσο και την οικονομία. Μία σωστή επιλογή σπουδών μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό εισόδημα.

Οι μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό σχέδιο λοιπόν είναι και ζήτημα του οικογενειακού συμβουλίου και μπορούν και πρέπει να συζητηθούν στο κυριακάτικο τραπέζι. Αυτό είναι το δικό μας υπουργικό συμβούλιο που αποαφσίζει.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ατζέντα μέλλοντος μέσα από αλλαγές - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη 6/6/2017


Παρά τις άσχημες εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα, προεξάρχοντος αυτού της οικονομίας, παρατηρείται δημοσκοπική αλλά και πολιτική αφασία, ακινησία. Οι συσχετισμοί μοιάζουν παγιωμένοι και οι παράμετροι που μπορούν να τους μεταβάλλουν είναι συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι. Το κυβερνητικό αδιέξοδο είναι εμφανές σε όλα τα επίπεδα. Στις αποτυχίες σε πλείστα όσα μικρά θέματα, στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις, στη διοίκηση, ήρθε να προστεθεί και η άδοξη κατάληξη του ζητήματος του δημοσίου χρέους που σμπαραλιάζει το βασικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πολιορκητικός κριός κατάκτησης της εξουσίας -η διευθέτηση/ κούρεμα χρέους- δεν υφίσταται πλέον, καθώς και ο πλέον δύσπιστος έχει καταλάβει πως οι παρεμβάσεις που θα γίνουν θα είναι απολύτως συγκεκριμένες και πολλαπλώς υπεσχημένες κατά το παρελθόν.
Εν ολίγοις, διαμορφώνεται μία κατάσταση όπου θα περίμενε κανείς καταποντισμό του κυβερνητικού σχήματος και δυνητικές ανακατατάξεις. Το δημοσκοπικό προβάδισμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δεδομένο και ισχυρό, όμως η ανυπαρξία του κέντρου/ κεντροαριστεράς φαίνεται πως είναι η παράμετρος εκείνη που δίνει το φιλί της ζωής στον ΣΥΡΙΖΑ.
Μία στοιχειώδης ανανεωμένη και σύγχρονη προοδευτική αντιπρόταση, από ένα σοβαρό, στιβαρό, οργανωτικά άρτιο και δημοκρατικό κόμμα αριστερότερα της Νέας Δημοκρατίας θα έδινε τη χαριστική βολή στο κυβερνών κόμμα και θα αποκαθιστούσε μία ιστορική, ηθική, πολιτική παραφωνία.
Οι λόγοι που εμποδίζουν μία τέτοια εξέλιξη εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια είναι γνωστοί και χιλιοειπωμένοι, αλλά στο παρόν άρθρο επιθυμούμε να ξεφύγουμε από την περιπτωσιολογία, τις προσωπικές επιδιώξεις και τους τακτικισμούς και να αναφερθούμε στα ουσιώδη πολιτικά και προγραμματικά σημεία.
Μπορεί σήμερα ένα κεντροαριστερό/σοσιαλδημοκρατικό κόμμα να επαγγελθεί με περισσή ευκολία φιλολαϊκές πολιτικές; Μπορεί να υποσχεθεί ξανά την άκριτη ενσωμάτωση πληθώρας αιτημάτων στο κράτος, με τη μορφή προνομιακής μεταχείρισης και ευνοϊκών ρυθμίσεων, που κατά το προκρισιακό παρελθόν συνετέλεσε στο να διαμορφωθεί ένα σχεδόν αδιαπέραστο πλέγμα συμφερόντων, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το πολιτικό κόστος αλλαγής πολλαπλάσιο αυτού της στασιμότητας; Μπορεί να εκφράζει και να υπερασπίζεται ποικίλα συμφέροντα που συνδέονται μόνο με το κράτος, αγνοώντας την υπόλοιπη κοινωνία;
Το μείζον ερώτημα, παρά τα μνημόνια, παραμένει. Είναι η ελληνική οικονομία, έτσι όπως αυτή έχει δομηθεί, ικανή να στηρίξει ένα επίπεδο δημοσίων δαπανών ακόμη και κοντά στο μέσο όρο της Ε.Ε;
Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι καταφανώς αρνητική, αλλά η εγχώρια κεντροαριστερά δεν τη δίνει. Εξάλλου ακόμη και αν επέλεγε ο προοδευτικός χώρος να πολιτευθεί κατ’ αυτόν τον παλαιό τρόπο, δεν θα αποκόμιζε εκλογικά οφέλη, καθώς πειστικότερη πρόταση θα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή είναι η εικόνα σήμερα. Κριτήριο όμως δεν είναι το εκλογικό κομματικό όφελος αλλά η πορεία της χώρας και οι δυνατότητες ανάταξης οικονομίας και κοινωνίας.
Για να επιτευχθεί αυτό, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Ο δρόμος είναι ένας και περνά μέσα από μεγάλες αλλαγές σε κράτος και οικονομία. Εάν ήταν εφικτό να συμπυκνώσουμε το πνεύμα αυτών των αλλαγών θα ήταν μία λέξη -παραγωγή. Είναι αδιανόητη η συλλογική και εθνική ομφαλοσκόπηση που διεκδικεί αενάως κατανάλωση πόρων, παραβλέποντας ότι αυτοί είναι συνεχώς μειούμενοι. Είναι αδιανόητο πως σειρά εμποδίων, παραλογισμών, στρεβλώσεων, εξόφθαλμα ευνοϊκών ρυθμίσεων και κατάφορων αδικιών είναι ακόμη και σήμερα ανέγγιχτα. Προστατεύονται κλειστά συστήματα και οι άνθρωποί τους, μακριά από κάθε έλεγχο και δυνατότητα εξορθολογισμού και δημοκρατικού ελέγχου. Με συνταγές εσωστρεφούς κορπορατισμού νομίζουν πολλοί πως θα ξεπεραστεί η κρίση, αγνοώντας τα δεδομένα του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος.
Παραγωγή και θέσεις εργασίας πρέπει να είναι στον πυρήνα μιας προοδευτικής πρότασης που θα θεραπεύει την εγγενή παθογένεια της ελληνικής οικονομίας. Μετάβαση από το “μεταπολιτευτικό κοινωνιολογικό παράδειγμα” ομάδων συμφερόντων, ομάδων πίεσης, συντεχνιών, πρωτείων κατανάλωσης, παρασιτισμό σε μια νεωτερική κοινωνία με άξονα το γενικό συμφέρον, το συλλογικό καλό και την παραγωγή πλούτου. Ανοιχτά συστήματα, δημοκρατικός έλεγχος, συμμετοχή, παραγωγή, εργασία ως στοιχεία μιας νέας εκσυγχρονιστικής πρότασης διακυβέρνησης.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Αλλαγή κυβέρνησης.Aπαραίτητη αλλά όχι ικανή συνθήκη - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη 29/5/2017



Από το σχηματισμό κυβέρνησης στις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα, το χρονικό διάστημα είναι επαρκές για να μπορούμε να αξιολογήσουμε την ποιότητα των κυβερνώντων. Αν και αυτά τα δυόμιση σχεδόν χρόνια παρατηρήθηκαν κάποιες μετατοπίσεις και αλλαγές, το κυβερνητικό σχήμα είναι ένα από τα χειρότερα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα. Ίσως το χειρότερο, αν συνυπολογίσει κανείς το κόστος της διακυβέρνησης αυτής σε συνάρτηση με το σύντομο χρονικό διάστημα.

Δεν είναι μόνο η κολοσσιαία διάψευση κάθε προεκλογικής υπόσχεσης και η εφαρμογή πολύ σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά και η καθημερινή διαχειριστική ανεπάρκεια, η έλλειψη πολιτικής σπονδυλικής στήλης, αρχών και το πλεόνασμα κυνισμού που την χαρακτηρίζουν.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάταξη της οικονομίας, η εκλογική ήττα των κομμάτων που τη συναπαρτίζουν. Οποιαδήποτε άλλη προοπτική προσπερνά και υπερπηδά την πολιτική και εκλογική αποδοκιμασία του κυβερνητικού σχήματος, επί της ουσίας νομιμοποιεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και έως κάποιο βαθμό τη διακυβέρνηση των δυόμιση αυτών καταστροφικών ετών.

Είναι όμως μια ισχυρή εκλογική αποδοκιμασία ταυτόχρονα και ικανή συνθήκη ανάταξης της οικονομίας και της χώρας; Όσοι και όποιοι αντικαταστήσουν την παρούσα κυβέρνηση είναι ικανοί, έτοιμοι και αποφασισμένοι; Η αντί-ΣΥΡΙΖΑ εμμονή δικαιολογείται ως ένα σημείο. Λόγοι πολιτικοί, προσωπικοί, παραταξιακοί βρίσκονται – και ορθώς – στα θεμέλια αυτής της στάσης. Είναι όμως προωθητική; Όσοι τη συμμερίζονται μπορούν ταυτόχρονα χωρίς να την ακυρώσουν, να την υπερβούν; Μπορεί να υποκατασταθεί μία πλήρης αντιπολιτευτική στρατηγική που θα συμπεριλαμβάνει σε ισορροπημένες δοσολογίες προγραμματικό λόγο – άβολες αλήθειες – ρεαλιστικές λύσεις και κινητοποιό όραμα από μία στενή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη αντί – ΣΥΡΙΖΑ εμμονή;

Η κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς. Αλλεπάλληλα λάθη στρατηγικής, λάθη τακτικής, συνονθύλευμα επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων, αλληλοαναιρούμενα επιχειρήματα και πλήρης κοινωνική απογοήτευση συνθέτουν την πραγματικότητα. Και όμως κανένα κόμμα της (ευρωπαϊκής) αντιπολίτευσης δεν εκμεταλλεύεται τη συγκυρία. Και όμως κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να θέσει αυτό τα θέματα της ημερήσιας διάταξης στο δημόσιο λόγο. Κανένα δεν μπορεί να προτείνει κάτι νέο, φρέσκο ή τουλάχιστον αρκούντως εκσυγχρονιστικό. Κανένα δεν μπορεί να αλλάξει γήπεδο και να φωτίσει τις αστοχίες της κυβέρνησης ταυτόχρονα με το δικό του σχέδιο.
Λογικές ώριμου φρούτου και light αντιμνημονίου έχουν κυριαρχήσει στα κομματικά στρατηγεία. Άγονες αντιπαραθέσεις, επίπλαστα υψηλοί τόνοι χωρίς αντίκρισμα. Τολμούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να πουν αλήθειες και να αναλάβουν αυτά τις πρωτοβουλίες. Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα, όχι όμως και οι απαντήσεις τους.

Η ευρωπαϊκή αντιπολίτευση – κεντροδεξιάς ή κεντροαριστερής οπτικής- στηρίζει το πλήρες άνοιγμα των επαγγελμάτων; Μπορεί να πείσει την γερασμένη κοινωνία ότι το ασφαλιστικό θα παραμείνει μονίμως ανοιχτό και ότι οι συντάξεις είναι δυσανάλογες των σημερινών δυνατοτήτων της οικονομίας; Μπορεί να απευθυνθεί στους δημοσίους υπαλλήλους και να αναγγείλει σαρωτικές αλλαγές, αξιολογήσεις, μετακινήσεις και συστήματα διασφάλισης αποδοτικότητας; Θα τολμήσει να αλλάξει το πολιτικό σύστημα, να ενισχύσει δραστικά την αυτοδιοίκηση, την αποκέντρωση; Να προχωρήσει σε δραστικούς εκσυγχρονισμούς στη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, να καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία; Μπορούν να απευθυνθούν στον ιδιωτικό τομέα, στους εργαζόμενούς του και στους επιχειρηματίες; Μπορούν με τρόπο μετρήσιμο να μειώσουν τη φορολογία που μαζί με όλες τις επιβαρύνσεις διαμορφώνει ένα κομμουνιστικό παρόν δήμευσης του πλούτου; Τι έχουν να πουν στους νέους, μπορούν να σχεδιάσουν έναν τρόπο που θα προσελκύσει πίσω στη χώρα μέρος όσων την εγκατέλειψαν; Θα ήταν και αυτό μίας μορφής «άμεση ξένη επένδυση».

Κάνουν λάθος τα αντιπολιτευόμενα κόμματα εάν πιστεύουν ότι θα κερδίσουν μιμούμενα τον ΣΥΡΙΖΑ ή εμφανιζόμενα ως ένας light ΣΥΡΙΖΑ απλά πιο λογικός και συνετός. Κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουν, ότι δεν χρειάζεται να τοποθετηθούν, ότι με γενικόλογα ευχολόγια θα οδηγήσουν στην κάλπη τους τους απογοητευμένους ψηφοφόρους.

Σοβαρή εκσυγχρονιστική μεταρρυθμιστική πρόταση χρειάζεται ο τόπος που θα βγαίνει από στόματα σοβαρών ανθρώπων ενός ανανεωμένου πολιτικού προσωπικού. Όλα τα άλλα θα μας κρατήσουν και μας κρατάνε πίσω.