Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Εικονική πραγματικότητα - άρθρο στην Καρφίτσα της 11/3/2017


Η χώρα είναι εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα και η κοινωνία με χαμηλές έως ανύπαρκτες προσδοκίες. Αυτή η κατάσταση είναι βέβαιο πως δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανάταξη, ανασύνταξη και ανόρθωση. Η σε χρονικό μάκρος καθίζηση έχει καταβάλει τις δυνάμεις όλων και η διαχείριση της παρούσας κυβέρνησης επιτείνει αυτές τις επιπτώσεις.
Επί ένα και πλέον έτος όλη η χώρα αναμένει να κλείσει η αξιολόγηση η οποία σαν το «γιοφύρι της Άρτας» ολημερίς το χτίζουνε αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Είναι βέβαια προφανές πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε ένα κράμα ανικανότητας, ιδεοληψιών αλλά και κουτοπόνηρων τακτικισμών βραχυπρόθεσμου ορίζοντα.
Βέβαια η πραγματικότητα εκδικείται και υπερκερνά κάθε προπαγανδιστική παρουσίαση από φίλια ΜΜΕ. Είναι δε τέτοια η διάσταση ανάμεσα στη ζώσα πραγματικότητα από την κυβερνητικά παρουσιαζόμενη, που το λιγότερο που προκαλεί είναι απορία – ίσως δε και γέλωτα. Τη στιγμή που ο πρωθυπουργός ομιλεί για τα αναπτυξιακά χρόνια που έρχονται, η ΕΛΣΤΑΤ ανακοινώνει πως  το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας συρρικνώθηκε κατά 1,1% το δ’ τρίμηνο του 2016 έναντι της αύξησης 0,3% που είχε ανακοινωθεί στην πρώτη εκτίμηση του 4ου τριμήνου.
Ομιλούν για τέλος της κρίσης τη στιγμή που βαθαίνει εξαιτίας τους. Εορτάζουν το πέρασμα στην ανάπτυξη τη στιγμή που ανακοινώνεται επισήμως ύφεση. Σχεδιάζουν, με το μυαλό τους, το μέλλον τη στιγμή που δεν μπορούν να διαχειρισθούν το παρόν. Αποσαρθρώνουν δομές, υποδομές, διογκώνουν αχρείαστα κόστη, διορίζουν, διαχειρίζονται πλημμελώς σαν να μην υπάρχει αύριο και επαίρονται για τη δήθεν τακτοποίηση και νοικοκύρεμα του κράτους. Αγνοούν τις επίσημες μετρήσεις, τους αριθμούς τα δεδομένα. Υποεκτιμούν τις αρνητικές δυναμικές που διαμορφώνονται και που οδηγούν σε δραματικό τέλμα μεσοπρόθεσμα. Δεν τους απασχολεί μια γεγονοτολογική προσέγγιση βασισμένη σε στοιχεία παρά μόνο ένα δικό τους story – telling συνεχώς μεταβαλλόμενο. Μια αέναη κενολογία απλά για να γεμίζει ο τηλεοπτικός χρόνος και ο δημόσιος πολιτικός χώρος. Χαρακτηριστικό των ανωτέρω είναι πως εάν ερωτηθούν 5 υπουργοί της κυβέρνησης για ένα θέμα θα λάβουμε 5 διαφορετικές απαντήσεις. Δεν τους συνέχει τίποτε περισσότερο από μία παροντική απόλαυση των ωφελειών της εξουσίας.
Τι πρέπει να γίνει;
Τα κόμματα της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης οφείλουν να αντιδράσουν. Ακόμη παλεύουν με τα δικά τους δαιμόνια και στροβιλίζονται γύρω από ερωτήματα που έχουν απαντηθεί από την ίδια τη ζωή. Στο δίλημμα συναίνεση ή ρήξη, η απάντηση είναι ρήξη εάν πιστεύεις ότι μπορείς καλύτερα. Στο δίλημμα εκλογές ή προσπάθεια εξεύρεσης λύσης από αυτό το κοινοβούλιο, η απάντηση είναι εκλογές εάν πιστεύεις ότι οι σημερινοί κυβερνώντες καταστρέφουν τη χώρα.
Η χώρα δεν έχει χρόνο.
Δυνάμεις υπέρ του status quo υπάρχουν σε όλα τα κόμματα και αυτό οφείλεται στην οικονομική και πολιτική μηχανική της Μεταπολίτευσης, όμως δεν υπάρχει χρόνος ώστε κάποιες μακρόσυρτες διεργασίες εντός τους να επιφέρουν αναβάθμιση. Χρειάζονται τομές, μικρές ρήξεις, συγκρούσεις και υπερβάσεις από ηγεσίες εμπνευσμένες και αποφασισμένες να αλλάξουν τη χώρα. Εάν δεν μπορούν να αλλάξουν τα κόμματα, τότε πως θα διεκδικήσουν την ψήφο για να αλλάξουν τη χώρα;
Αφήγημα ή ρεαλιστικό σχέδιο;  Κάν’ το όπως ο Ομπάμα
Και τα δύο. Το ρεαλιστικό σχέδιο δυστυχώς δεν κερδίζει εκλογές μόνο του
και το αφήγημα που δεν πατά πουθενά καταλήγει σε φιάσκο. Οι σημερινοί κυβερνώντες με ένα εξωπραγματικό αφήγημα κατάφεραν να ανέλθουν στην εξουσία αλλά έχει επέλθει η πλήρης διάψευση που μόνον ο κυνισμός τους την ξεπερνά σε μέγεθος.
Μείξη των δύο λοιπόν. Ένα ρεαλιστικό όραμα που κινητοποιεί. Μια περιγραφή της χώρας όπως την θέλουμε και τα βασικά βήματα για να το πετύχουμε. Ένα story – telling ιδιοκτησίας μας, που ενσωματώνει αρετές και εμπειρίες, συλλογικές μνήμες και προσδοκίες. Και μάχη απέναντι στη φθορά, την παραίτηση, τον κυνισμό.
Όπως ο Ομπάμα που στους λόγους του State of the Union χρησιμοποιούσε ιστορίες ανθρώπων της μεσαίας τάξης για να δείξει που ήθελε να οδηγήσει τις ΗΠΑ.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Ενιαίος κομματικός φορέας - αρθρο στην Thessnews της 28/1/2017




Οι προοδευτικές δυνάμεις που συμβατικά αποκαλούμε κεντροαριστερά πρέπει να παίξουν μπάλα και να σκοράρουν κόντρα στη ροή του αγώνα. Παγκοσμίως αλλά και πανευρωπαϊκώς βλέπουμε να επικρατούν ιδέες συντηρητικές, ιδέες αναδίπλωσης στο εθνικό κράτος, στροφή υπέρ κλειστών συστημάτων, δαιμονοποίηση της παγκοσμιοποίησης και των υπερεθνικών οντοτήτων. Βλέπουμε άνοδο του λαϊκισμού, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και όλα αυτά στο όνομα του λαού, της προστασίας του αδυνάμου, της πρόνοιας για τον οικείο, τον γνωστό. 

Αυτό συμβαίνει διότι εμείς δεν έχουμε καταφέρει να απαντήσουμε επαρκώς στους πραγματικούς και υπαρκτούς προβληματισμούς των κοινωνικών στρωμάτων που μας στήριζαν. Το σχέδιο για μια παγκόσμια προοδευτική διακυβέρνηση που θα ρυθμίζει τις ανισορροπίες της παγκοσμιοποίησης πρέπει να ενισχυθεί.

Στην Ελλάδα, όπου οι δυνάμεις αυτές χρεώθηκαν όλα τα κακώς κείμενα, έχουμε περισσότερο δρόμο να διανύσουμε. Σε πρώτη φάση η συσπείρωση κομμάτων, κινήσεων, προσώπων είναι θετική αλλά αν δεν ακολουθήσει η δεύτερη δεν θα πάμε μακριά. Δεύτερο και ουσιαστικό βήμα η δημιουργία ΕΝΟΣ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ, με όργανα, διαδικασίες, μητρώο μελών, αποφασιστική δυνατότητα λήψης αποφάσεων, δικαιώματα και υποχρεώσεις, συνδρομές που θα είναι σε θέση να συναρθρώσει πολιτικές και προτάσεις και να αρθρώσει εν τέλει έναν σύγχρονο προοδευτικό λόγο.

Το χειρότερο πιάτο της μεταπολίτευσης - άρθρο στην Καρφίτσα της 28/1/2017


Αν και νεότατος ο πρωθυπουργός όπως και αρκετοί εκ των συνεργατών του, από το 2012 και την εκτίναξη του κόμματός τους στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχουν συνδεθεί με μία κεντρική ιδέα. Θα περίμενε κανείς πως το άθροισμα της ηλικιακής νεότητας, του διαφαινόμενου τότε ριζοσπαστισμού και της βούλησης αν μη τι άλλο θα κόμιζε κάποιες νέες ιδέες στη δημόσια σφαίρα και στην πολιτική της χώρας. Μιας χώρας και μιας κοινωνίας που στο σοκ της πτώχευσης και των συνεπειών της ήταν – όπως αποδείχθηκε – έτοιμη να πιστέψει σχεδόν τα πάντα.

Κανείς εχέφρων δεν ανέμενε από τη δυνάμει τότε κυβερνητική ομάδα εμπειρία, διαχειριστική ικανότητα, μετριοπάθεια και ωριμότητα. Αντίθετα πολλοί ανέμεναν ορμή, θέληση για αλλαγές, φρεσκάδα, νέες ιδέες και γενικότερα έναν άλλο αέρα στο κυβερνάν. Άλλες προσεγγίσεις, άλλο ύφος, άλλη κουλτούρα. Ο συνδυασμός νεότητας και Αριστεράς φάνταζε έως και ιδανικός για την αναθρεμένη στα μεταπολιτευτικά νάματα ελληνική κοινωνία. Σχηματικά ίσως πολλοί ανέμεναν εκ νέου ένα ΠΑΣΟΚ της νιότης τους απαλλαγμένο από τα βάρη της πολυετούς διακυβέρνησης  τη φθορά και τον ρεαλισμό της διαχείρισης. Ένα κόμμα και ένα νέο πολιτικό προσωπικό που με ορμή θα άλλαζε τα πράγματα έστω και αν αυτό που η ελληνική κοινωνία ονοματοδοτούσε ως αλλαγή ήταν στην πραγματικότητα σφοδρή επιθυμία συνέχισης του ίδιου μοντέλου.

Επιστρέφοντας όμως στον πρωθυπουργό και την ομάδα του διαπιστώνουμε πως όχι μόνο δεν κόμισαν απολύτως καμία νέα ιδέα, όχι μόνο δεν ήταν το φρέσκο και διαφορετικό αλλά αντίθετα συμπυκνώνουν ό,τι παλαιό υπήρχε στην πολιτική ζωή του τόπου. Κυνισμός, παρεοκρατία, πελατειασμός, κρατισμός, εξουσιομανία και υφέρπουσες τάσεις αυταρχισμού. Αναφυλαξία στην σε βάρους τους διαμαρτυρία, στον έλεγχο, στους ισχυρούς θεσμούς και αγάπη για την εξουσία, την κυριαρχία, την αδιαμεσολάβητη και ανέλεγκτη δύναμη.

Διένυσαν μία υφολογική απόσταση εντός 5 ετών και έφτασαν σε σημεία που άλλοι, παλαιότεροι δεν προσέγγισαν σε εικοσαετείς σταδιοδρομίες και καριέρες στα πολιτικά πράγματα. Αντί να εμφανιστούν ως ώριμα τέκνα ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος με συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης και της ευκαιρίας που είχαν, επίλεξαν να ενεργήσουν ως κακομαθημένα κακέκτυπα των πιο σκοτεινών σημείων των «γονέων» τους – χωρίς μάλιστα τις αναλογίες με τα θετικά των τελευταίων.

Αδιάβαστοι, ρηχοί, αγνώμονες, χωρίς γνώση και κατανόηση του κόσμου, των συνθηκών, των αναγκών, των συσχετισμών και των δυνατοτήτων βυθίζουν τη χώρα σε αδιανόητα επίπεδα χωρίς αιδώ. Ακόμη και σε πεδία που λογίζονταν ως προνομιακά για τον πολιτικό χώρο από τον οποίο προέρχονται δεν μπορούν να επιτύχουν ένα σοβαρό μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Στην κοινωνική πολιτική αποτυγχάνουν διότι δεν μπορούν ούτε να σχεδιάσουν ούτε να εξασφαλίσουν πόρους, ούτε επιθυμούν να βοηθήσουν τους έχοντες πραγματική ανάγκη. Στα δικαιώματα εμφανίζονται φοβικοί διότι ο φυσικός τους και κυβερνητικός τους σύμμαχος είναι ένα συντηρητικό λαϊκιστικό κόμμα. Στη δημόσια διοίκηση και εν γένει στο κράτος δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Στη παιδεία απομακρύνονται από το διεθνές παράδειγμα. Αν λοιπόν στα ανωτέρω τα αποτέλεσμα είναι αποκαρδιωτικά τότε τι να περιμένει κανείς για την πραγματική οικονομία, τις ιδιωτικοποιήσεις, το επιχειρείν, την απελευθέρωση επαγγελμάτων, τη φορολογία κλπ.

Συμπερασματικά λοιπόν όχι μόνο δεν κόμισαν μία νέα ιδέα – μικρή η μεγάλη- αλλά πίσω από το προσωπείο της νεότητας μας σέρβιραν το χειρότερο πιάτο της Μεταπολίτευσης. Καμία ιδέα πίσω από την οποία μπορεί να συνταχθεί και να ανασυνταχθεί ο ελληνισμός. Μόνο παλιά τετρίπια σε μια συγκυρία που θέτει εν αμφιβόλω την ιστορική μας συνέχεια ως έθνος.