Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Οι φτωχοί φτωχότεροι, η επιθυμητή αλλαγή και η σοσιαλδημοκρατία



Προ ολίγων ημερών δημοσιεύτηκε μια μελέτη με τίτλο «Αλληλεγγύη και προσαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης» ( GREECE: SOLIDARITY AND ADJUSTMENT IN TIMES OF CRISIS The Study was supported by the Macroeconomic Policy Institute of the Hans-Boeckler-Foundation)  που υπογράφουν οι καθηγητές Τάσος Γιαννίτσης και Σταύρος Ζωγραφάκης. Τα βασικά συμπεράσματα αυτής της μελέτης είναι πως τα μεσαία και χαμηλά οικονομικά στρώματα επιβαρύνθηκαν δραματικά δυσανάλογα τα χρόνια της κρίσης και του μνημονίου σε σχέση με τα ανώτερα. Ένα άλλο συμπέρασμα είναι πως ο ιδιωτικός τομέας επιβαρύνθηκε επίσης δυσανάλογα εν συγκρίσει με τον δημόσιο τομέα.

Χαμηλά εισοδήματα και ιδιωτικός τομέας πλήρωσαν τη δημοσιονομική προσαρμογή - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αυτές οι διαπιστώσεις, αυτά τα συμπεράσματα βρίσκονται στον πυρήνα της αποτυχίας του ελληνικού μνημονίου, της κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και της ανόδου ενός μικρού ανομοιογενούς κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εξουσία. Οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτοι. Οι ανισότητες αυξήθηκαν δραματικά και δημιούργησαν μία εκρηκτική κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που υπονόμευε την κοινωνική ειρήνη και τη δυνατότητα εφαρμογής μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων.

Αυτή η δυσανάλογη κατανομή των βαρών δεν επέτρεψε την δημιουργία μιας κρίσιμης κοινωνικής μάζας εντός της ελληνικής κοινωνίας που θα στήριζε ένα μεταρρυθμιστικό  πρόγραμμα καθώς οι κοινωνικές ομάδες που δυνάμει θα ήταν σύμμαχοι μιας τέτοιας προσπάθειας είτε επλήγησαν πολύ, είτε προστατεύθηκαν μέσω πολιτικών επιλογών σε βάρος των υπολοίπων. Οι μισοί συμπιέστηκαν δραματικά και οι άλλοι μισοί ήταν και θέλησαν να παραμείνουν προνομιακά ενταγμένοι στο πλέγμα των insiders φοβούμενοι μήπως απολέσουν τα έστω περιορισμένα προνόμιά τους. Δεν κατέστη έτσι δυνατό να δημιουργηθεί μια κοινωνική συμμαχία που μικρών και μεσαίων στρωμάτων που αντιλαμβανόμενη τις προκλήσεις θα τασσόταν υπέρ ορισμένων δομικών μεταρρυθμίσεων. Αντιμετωπίστηκε η κρίση φοβικά και αμυντικά και η αρχικά αισιόδοξη φράση «η κρίση ως ευκαιρία – ευκαιρία αλλαγών, εκσυγχρονισμών, κοινωνικής δικαιοσύνης» έγινε το πιο σύντομο ανέκδοτο.

Η δίκαιη λιτότητα λοιδορήθηκε από στενόμυαλους πολιτικούς και από πολιτικές και κομματικές δυνάμεις ως μία συντηρητική επιλογή ενώ αποτελούσε ίσως την επιτομή της προοδευτικής διαχείρισης της κρίσης. Οι μεταρρυθμίσεις που θα την εξασφάλιζαν δεν έγιναν σχεδόν ποτέ, παρά μόνον αποσπασματικά, με εξωτερικούς καταναγκασμούς και συνεχείς εκφυλισμούς και διολισθήσεις στο προηγούμενο καθεστώς.

Αν δύο ήταν οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να υλοποιήσει η χώρα, μετά την επί της ουσίας χρεοκοπία, αυτές ήταν και παραμένουν η φορολογική και η διοικητική. Η καθυστέρηση και οι παλινωδίες σε αυτούς τους δύο τομείς για 6 περίπου χρόνια μεγιστοποίησαν το κόστος της προσαρμογής. Μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που θα άρει την πάγια υστέρηση του ελληνικού κράτους και θα διαμορφώσει ένα φορολογικό περιβάλλον σταθερό και δίκαιο, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Μια ουσιαστική διοικητική μεταρρύθμιση που θα ανατάξει το κράτος, τις δυνατότητές του και θα επανεξετάσει τα κόστη, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Σε ό,τι αφορά στην φορολογική μεταρρύθμιση και την ανάγκη εκσυγχρονισμού της φορολογικής διοίκησης η συμβολή του μνημονίου ( υποδείξεις, στόχοι, τρόποι) ως δεσμευτικό προγραμματικό κείμενο κρίνεται θετική. Η καθυστέρηση, η βούληση πολιτικής διαμεσολάβησης και η επιλογή υπερφορολόγησης  οφείλονται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.  Σε ό,τι αφορά όμως στη διοικητική μεταρρύθμιση εκτιμώ πως οι παρεμβάσεις της τρόικα ως θεματοφύλακα του μνημονίου ήταν αρνητικές. Λόγω μιας μάλλον ιδεοληπτικής εκκίνησης ωθήθηκαν τα πράγματα σε απαίτηση απολύσεων χωρίς καμία αξιολόγηση. Εξουδετερώθηκε πολιτικά το σχέδιο της κινητικότητας, δόθηκαν μικρά χρονικά περιθώρια για πολλές και σημαντικές αλλαγές και ναρκοθετήθηκε η πιθανότητα ομαλής υλοποίησής της.

Στην περίπτωση του κοινωνικού κράτους παρατηρούμε ότι ήταν γενναιόδωρο με τους δυνατούς και σκληρό με τους αδύνατους. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μάλιστα πως αναδιένεμε πόρους προς την αντίθετη φορά -από τους πραγματικά έχοντες ανάγκη προς εκείνους που απολάμβαναν ποικιλόμορφη προστασία και ασφάλεια. Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ένα. Το ελληνικό κοινωνικό κράτος δεν στερούνταν πόρων, δεν ήταν φτωχό. Απλά ήταν κακό, ήταν αναποτελεσματικό και δεν ήταν στοχευμένο. Τη στιγμή της κρίσης, όπου πράγματι η ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης κατέστη επιτακτική, είναι αλήθεια πως οι πόροι περιορίστηκαν και το σύστημα βρέθηκε παντελώς ανέτοιμο να ανταποκριθεί στη νέα απαιτητική συνθήκη.

Με αφορμή όμως και την περίπτωση του κοινωνικού κράτους προσφέρονται συμπεράσματα που οδηγούν στην αναθεώρηση πολλών απόψεων. Η κριτική έχει επωφελή αποτελέσματα όταν στοχεύει τον πυρήνα του προβλήματος. Δυστυχώς, η κρίση και η απότομη καθίζηση μας έχει αποστερήσει αυτή τη δυνατότητα καθώς η ψυχραιμία είναι ζητούμενο.

Κόμματα και πολιτικοί βρήκαν την ευκαιρία να επενδύσουν στη δίκαιη αγανάκτηση των πληττόμενων από την κρίση Ελλήνων, αποστερώντας τους έτσι τη δυνατότητα να δουν καθαρά τις αιτίες αυτής. Αντί λοιπόν ενός πάνδημου αιτήματος για αλλαγές όλων εκείνων που οδήγησαν στην κρίση, πολλές φορές παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο. Αιτήματα και διεκδικήσεις υπέρ του status quo, της ακινησίας, του προηγούμενου καθεστώτος με μανδύα φιλολαϊκό. Επιπλέον, όλη η ρητορική περί αλλαγών περιορίζεται σε πολιτικό επίπεδο.

Η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ εκτιμώ ότι παρά τις διαβεβαιώσεις που δίνει υπέρ των μεταρρυθμίσεων ανά ένα μήνα στους εταίρους δεν έχει ως στόχο και σχέδιο την υλοποίησή τους, για τον απλό λόγο ότι δεν τις πιστεύει. Η επιθυμητή αλλαγή αυτού του status quo έχει καταστεί σχεδόν αδύνατή διότι μεγάλες επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις εξαρτώνται άμεσα από την αναπαραγωγή του παλιού συστήματος.

Μόνον ένα ριζικά νέο σοσιαλιστικό/ σοσιαλδημοκρατικό κόμμα υπό πολλές προϋποθέσεις θα μπορούσε να κινηθεί προς την επιθυμητή κατεύθυνση αλλαγής. Κεντρικό σημείο της νέας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης, η παραδοχή της αποτυχίας στην προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης. Πέτυχε να διατηρήσει τη χώρα στην ευρωζώνη αναλαμβάνοντας το τεράστιο πολιτικό κόστος αλλά απέτυχε στο να το επιμερίσει δίκαια και να το μετριάσει. Συνέβαλε δια της παραλείψεως στην μεγιστοποίηση του κοινωνικού κόστους και αυτό ήταν κραυγαλέα αποτυχία.

Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μία προοδευτική πολιτική δύναμη με τα εξής χαρακτηριστικά : σταθερά ευρωπαϊκή, πραγματικά προοδευτική, μεταρρυθμιστική, λαϊκή, με συλλογική ιστορική συνείδηση για τις δυσκολίες του εγχειρήματος εξόδου από την κρίση και ανάταξης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Πρέπει να την δημιουργήσουμε


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου