Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Περί ανάπτυξης ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 2/4/2012)


Όλοι σχεδόν συμφωνούμε πως αν η χώρα δεν βγει από την ύφεση δεν υπάρχει ελπίδα. Οπότε η ανάπτυξη καθίσταται ζητούμενο. Όλοι την επικαλούνται, όλοι την επιθυμούν αλλά λίγοι γνωρίζουν πως μπορεί να προκληθεί.
Από την άλλη όλοι καταδικάζουν το προηγούμενο αναπτυξιακό μοντέλο, όλοι επιθυμούν ένα νέο στη θέση του αλλά τα όσα προτείνονται στον δημόσιο λόγο έχουν να κάνουν με τις συνταγές του παλιού. Χαρακτηριστική η φράση «ρίξτε λεφτά στην αγορά».  Μα αν με έναν μαγικό τρόπο καταφέρναμε να ρίξουμε χρήματα στην αγορά χωρίς να έχει αλλάξει σχεδόν τίποτε δεν θα προκαλούνταν ανάπτυξη. Θα οδηγούμασταν με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο ακριβώς σημείο. Άρα ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως όλοι μας επιθυμούμε την αποφυγή της ύφεσης αλλά δεν ομονοούμε στις προϋποθέσεις τις ανάπτυξης.
Βέβαια αυτό δεν είναι ευθύνη μόνο των πολλών ή του κόσμου της αγοράς. Ευθύνη υπάρχει στο πολιτικό σύστημα και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε αλλά και διαχειρίζεται τα εργαλεία που έχει. Τόσα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης κατευθύνθηκε προς την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομών. Παραβλέποντας το κόστος που ήταν τσιμπημένο σε σύγκριση με άλλες χώρες, παραβλέποντας περιπτώσεις κατώτερης ποιότητας του τελικού αποτελέσματος, παραβλέποντας αργοπορίες, τα έργα αυτά ήταν μέχρι έναν βαθμό απαραίτητα για την Ελλάδα. Υστερούσε η χώρα στις υποδομές και αυτό έπρεπε να αλλάξει. Σήμερα όμως ποιος ο λόγος να συνεχίσουμε με την ίδια τακτική; Γιατί το μεγαλύτερο μέρος του ΕΣΠΑ κατευθύνεται πάλι προς τα ίδια έργα; Είναι γνωστό τοις πάσι πως αυτά τα έργα πρώτον είναι πολύ δαπανηρά και δεσμεύουν μεγάλο μέρος ων προσφερόμενων πόρων, δεύτερον δεν προσφέρουν μόνιμες θέσεις εργασίας παρά μόνο πρόσκαιρα δίνουν μια ώθηση κατά το στάδιο της κατασκευής. Αντίθετα υποπολλαπλάσιοι πόροι όταν κατευθύνονται στη στήριξη της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας αποφέρουν πολλαπλάσιες μόνιμες θέσεις εργασίας, δημιουργούν εισόδημα, παράγουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες διεθνώς εμπορεύσιμα και γενικότερα συμβάλουν στην αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου. Και όμως ακόμη και σήμερα, το πολιτικό σύστημα βασιζόμενο σε απλοϊκές αναλύσεις περί ανάπτυξης, βασιζόμενο στην απελπισία του κόσμου δίνει μάχες οπισθοφυλακής υπέρ των μεγάλων έργων.
Σε ένα άλλο παράδειγμα υποκρισίας στο δημόσιο λόγο. Χαμένες θέσεις εργασίας και πολλά λουκέτα στην αγορά συνθέτουν το σημερινό σκηνικό. Αντί λοιπόν να οικτίρουμε για την τύχη μας και το κακό που μας βρήκε ας μιλήσουμε με αλήθειες. Η αλήθεια είναι λοιπόν πως η ελληνική αγορά ήταν οργανωμένη να καλύπτει κυρίως την εσωτερική κατανάλωση και ζήτηση, η οποία με τη σειρά της ήταν επίπλαστη. Εφόσον λοιπόν η ζήτηση δεν μπορεί να διατηρηθεί σε επίπεδα προ κρίσης είναι λογικό να μπουν λουκέτα στην αγορά και δυστυχώς να χαθούν θέσεις εργασίας. Η στροφή που απαιτείται σε  προϊόντα και υπηρεσίες διεθνώς εμπορεύσιμα θα χρειαστεί χρόνο για να συντελεστεί. Οι άνεργοι όμως δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου. Άρα είναι απείρως προτιμότερο σαν κοινωνία να αναμετρηθούμε με την αλήθεια αυτή – πως δύσκολα θα έχουμε ξανά τέτοιας δομής αγορά και να επικεντρώσουμε τις δυνάμεις μας στην επανακατάρτιση των ανέργων και στην παροχή βοήθειας για μια νέα αρχή. Χρηματοδότηση, θεσμικό πλαίσιο, δημόσια διοίκηση είναι τομείς όπου το κράτος μπορεί να συνδράμει.
Το δημόσιο ως εργοδότης, η ελπίδα θέσεων εργασίας στα μεγάλα έργα και η αναμονή του χρήματος που πέφτοντας ως μάννα εξ ουρανού στην αγορά θα λύσει τα προβλήματα είναι συνταγές του παλιού μοντέλου. 

1 σχόλιο:

  1. Στο τέλος λίγο μου τα χάλασες... Εξαιρετικό κείμενο και νομίζω στη σωστή κατεύθυνση. Εγώ αντιτείνω την Κοινωνική και Πράσινη Ανάπτυξη (για να καλύψουμε και τομείς ενέργειας και ποιότητας ζωής και κυρίως το χαμένο Κράτος Πρόνοιας). Το κράτος οφείλει να είναι ρυθμιστής. Το ότι κάποιοι επιδιώκουν ή στοχεύουν στη διάλυσή του και τη μετατροπή του από παίκτη σε "ουδέτερο" παρατηρητή/διαιτητή (νεοσυντηρητισμός), δε σημαίνει ότι θα αποδεχτούμε ως τετελεσμένη αυτή την κατάσταση...

    ΑπάντησηΔιαγραφή