Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Η χαμένη ευκαιρία της Δεξιάς


Για μια ακόμη φορά η Δεξιά παράταξη της χώρας φαίνεται ανίκανη να ηγεμονεύσει πολιτικά και ιδεολογικά. Κατατρέχεται από φοβικά σύνδρομα, παγιωμένες αντιλήψεις. Εμφανίζει στασιμότητα. Αδύναμη στελεχιακά, αποσυνδεδεμένη από παγκόσμια ρεύματα πολιτικής και οικονομικής σκέψης παραμένει λίγο πολύ αυτό που όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν. Βέβαια η στρατηγική της ήττα στην Μεταπολίτευση την οδήγησε στο να απωλέσει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα της ήταν χρήσιμα στην παρούσα συνθήκη.

Ο Αντώνης Σαμαράς όταν διεκδίκησε την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας ακολούθησε μια στρατηγική αμφισβήτησης της κεντροαριστερής ηγεμονίας. Προσπάθησε να απενοχοποιήσει την λέξη «Δεξιά» που μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου θεωρούνταν ύβρις. Συνεπικουρούμενος από την εκλογική κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας, απέδωσε τα αίτια της ήττας στο ιδεολόγημα του μεσαίου χώρου. Θέλησε να επαναφέρει στο προσκήνιο χαρακτηριστικά παράταξης νοικοκυραίων, συντηρητικά, εθνοκεντρικά. Κέρδισε την εσωκομματική μάχη, αναδείχθηκε πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και θεώρησε πως είχε χρόνο μπροστά του για να ξεδιπλώσει αυτή τη στρατηγική. Οι πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεπαν σκέψεις για γρήγορη επιστροφή στην εξουσία το 2009.

Όμως η τροπή που πήραν τα πράγματα, η επί της ουσίας χρεωκοπία του νεοελληνικού κράτους, η προσφυγή μας στο ΔΝΤ και τους ευρωπαίους εταίρους άλλαξαν άρδην τα δεδομένα. Η αναγκαστική απομάκρυνση του ΠΑ.ΣΟ.Κ από το μεταπολιτευτικό πολιτεύεσθαι, το σπάσιμο του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, η επιβολή ενός πρωτοφανούς σε σκληρότητα προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, η επένδυσή του με ηθικολογικά επιχειρήματα, η καταδίκη της σπατάλης, η μετωπική με τον υπάρχοντα λαϊκισμό φάνταζαν το ιδανικό περιβάλλον για τον Αντώνη Σαμαρά. Με σχετικά εύκολο τρόπο, όντας ο ίδιος φορέας των δεξιών, συντηρητικών αρχών μπορούσε να κατακεραυνώσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ, τα δομικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης, τον κρατισμό, τα συνδικαλιστικά στηρίγματα, την αδυναμία εφαρμογής μεταρρυθμίσεων. Μπορούσε επίσης να αποδομήσει το ιδεολόγημα του μεσαίου χώρου, να επαναφέρει λογικές νοικοκυραίων και να προσπαθήσει να ανατρέψει την κεντροαριστερή ιδεολογική ηγεμονία, αλλάζοντας παράλληλα και το οικονομικό μοντέλο, πλαισιώνοντας την στροφή από καταναλωτικές δαπάνες σε επενδυτικές με αξιακά και ηθικολογικά επιχειρήματα, ακολουθώντας μια πιο φιλελεύθερη οικονομική πολιτική.

Δεν το έπραξε και καταψήφισε το πρώτο μνημόνιο. Κινήθηκε εντελώς μεταπολιτευτικά, υπό την προσδοκία εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία. Δεν αντιλήφθηκε το βάθος της κρίσης, δεν αντιλήφθηκε πως υπάρχει τομή και όχι συνέχεια και επέλεξε καθαρά εργαλειακά να καταψηφίσει το πρώτο μνημόνιο. Καταψηφίζοντας το πρώτο μνημόνιο νομιμοποίησε τις αντιμνημονιακές προσεγγίσεις της Αριστεράς, πυροδότησε την κοινωνική ένταση, πίεσε το ούτως ή άλλως απρόθυμο ΠΑ.ΣΟ.Κ στο να μην προχωρήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, καθώς βρέθηκε βαλλόμενο τόσο από τα δεξιά του όσο και από τα αριστερά του και γενικά συνέβαλε με την στάση του στην αποτυχία του πρώτου προγράμματος. Το έκανε καθαρά εργαλειακά καθώς οι πάντες γνώριζαν πως δεν υπήρχε άλλη λύση συστημική πέραν της οδού που έδινε το μνημόνιο. Καταψήφισε ελπίζοντας πως θα αναδειχθεί πρωθυπουργός πριν προλάβει να τοποθετηθεί αποφασιστικά για το μέλλον της χώρας. Καιροσκοπικά, παλαιοκομματικά και ρηχά προσέγγισε το ζήτημα. Απέδειξε ότι είναι παιδί της Μεταπολίτευσης , του κρατισμού, της παλαιοκομματικής λογικής.

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής του η ενίσχυση της Αριστεράς, η κοινωνική αναταραχή, η συμβολή στη αποτυχία του πρώτου προγράμματος, η απώλεια κάθε ίχνους αξιοπιστίας μιας και αναγκάστηκε να προσυπογράψει πλήρως και χωρίς κανέναν ενδοιασμό τη δεύτερη σύμβαση, η απονομιμοποίηση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και η παγίωση μιας ατμόσφαιρας και ενός δημοσίου λόγου πολεμικού, ακραίου και επιθετικού. Το βασικότερο για τον ίδιο και την παράταξή του είναι πως απώλεσε μια χρυσή ευκαιρία να αντιστρέψει την κεντροαριστερή ηγεμονία, να συνδεθεί με την ευρωπαϊκή δεξιά, να αποδώσει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ και τα δομικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης και ανικανότητα μεταρρυθμιστική και να επηρεάσει καθοριστικά το νέο υπό διαμόρφωση αξιακό πλαίσιο. Έχασε την ευκαιρία να διαμορφώσει  ένα νέο οικονομικά φιλελεύθερο αξιακό πλαίσιο σε επίπεδο κοινωνίας. Επέμεινε σε μία εθνικιστική προσέγγιση εφόσον δεν τόλμησε να επέμβει στα ιερά και τα όσια της Μεταπολίτευσης σε οικονομικό και κοινωνικό τομέα. Μια προσέγγιση όμως ρηχή και εδώ καθώς μόνη της μια εθνική ατζέντα και ένα εθνικοπατριωτικό λεξιλόγιο δεν είναι ικανό να επιφέρουν τις μεγάλες εκείνες τομές.

Φαίνεται πως έχοντας αντιληφθεί το λάθος του επιχειρεί τελευταία να το διορθώσει. Επιτίθεται στην Αριστερά, στηρίζει κάποιες μεταρρυθμίσεις, συμφώνησε με τους ευρωπαίους ομόσταβλους αλλά το πλήγμα στην αξιοπιστία του είναι τεράστιο. Η ευκαιρία χάθηκε. Ακόμη και αν κερδίσει τις εκλογές, ακόμη και εάν παραμείνει για μερικά χρόνια ο μόνος ισχυρός πόλος εξουσίας δεν θα μπορέσει να αποκτήσει την ιδεολογική κυριαρχία. 

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό κείμενο. Θα συμπλήρωνα και τη διαχρονική αδυναμία της ελληνικής δεξιάς να παραγάγει ιδεολογία και να βρει αποκούμπι σε ιδεολογικές πλατφόρμες αμιγώς ελληνικές. Αντίθετα, ακόμα μία φορά βλέπουμε να πατάει πάνω σε οικονομικές και πολιτικές θέσεις που αναπτύχθηκαν στο εξωτερικό. Είναι μία παμπάλαια τακτική της δεξιάς που αδυνατεί να χαράξει τη δική της καθαρά εθνική-οικονομική αντίληψη και ενεργεί μόνο διαχειριστικά. Αυτή είναι, βέβαια, και η βαθύτερη έννοια της συντήρησης: το όραμα/πρόταση και η διαχείριση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή