Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Ποιος θέλει τη Θεσσαλονίκη χωρισμένη και διχασμένη;άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 10/11/2019


Η αλλαγή κυβέρνησης και η εκλογή νέας διοίκησης στο δήμο Θεσσαλονίκης είναι μία ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Μπορεί η δεύτερη να προέκυψε μέσα από ένα ανεξάρτητο αυτοδιοικητικό ψηφοδέλτιο που δεν είχε την στήριξη της Νέας Δημοκρατίας με χρίσμα, η ανάγκη όμως εύρεσης ενός λειτουργικού και αποτελεσματικού διοικητικού σχήματος που θα υπερέβαινε τις αριθμητικές ανακολουθίες του «Κλεισθένη» οδήγησε σε ένα συνεργατικό σχήμα που εγκολπώνει πολλές δυνάμεις.

Η νέα διοίκηση του δήμου έπεσε από νωρίς στα βαθιά. Δεν ζήτησε από την αρχή καμία περίοδο χάριτος και ανέλαβε τα καθήκοντά της με περίσσεια βολονταρισμού. Ανέπτυξε δραστηριότητα σε όλα σχεδόν τα πεδία που είχε αναδείξει προεκλογικά, με πρώτα και καλύτερα αυτά της καθημερινότητας. Καθαριότητα, ευταξία, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, παρά τις μεμονωμένες αντιδράσεις αγκαλιάστηκαν από όλους τους πολίτες που είδαν πως αν μη τι άλλο γίνεται μία δυναμική προσπάθεια. Θα ήταν παράλογο να υπάρξουν μαγικές λύσεις σε όλα τα χρονίζοντα ζητήματα, σχεδόν ανέφικτο. Όμως δόθηκε ένα σήμα, δόθηκε με σαφήνεια το μήνυμα των προτεραιοτήτων και μιας αρχικής ιεράρχησης των ζητημάτων.

Αλλά ακόμη και σε θέματα συμβολικά, κάπως πιο ιδεολογικά γίνεται προσπάθεια να αποφευχθεί ο διχασμός της πόλης και ο χωρισμός της σε δύο στρατόπεδα. Πολλοί, εθισμένοι στο διχαστικό λόγο, απότοκο μιας αβαθούς υπερπολιτικοποίησης των προηγούμενων ετών που εδράζονταν στην κοινωνική πίεση που επέφερε η οικονομική κρίση και η όξυνση του κοινωνικού ζητήματος, προσπαθούν να συντηρήσουν μία «εμφυλιοπολεμική λογική». Διαβάζουν και αναλύουν τον κόσμο με ανελαστικά ιδεολογικά γυαλιά, με αναγωγές στο παρελθόν και προσπαθούν με ερμηνείες τραβηγμένες από τα μαλλιά να επιβάλλουν τον χωρισμό της πόλης σε στρατόπεδα. Η στρατηγική αυτή ξενίζει διότι εκτός των άλλων, στα αυτοδιοικητικά ζητήματα μπορούμε να συμφωνήσουμε σε έναν ελάχιστο κοινό παρανομαστή. Ποιος διαφωνεί και αναλαμβάνει το κόστος της διαφωνίας του με τον προγραμματικό στόχο ολοκλήρωσης του Μετρό; Ή της αναμόρφωσης του βασικού συγκοινωνιακού μέσου της πόλης, του ΟΑΣΘ, σε ευρωπαϊκά πρότυπα; Ακόμη και η ευταξία στο δημόσιο χώρο  είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Με τον όρο ευταξία – έναν όρο ομπρέλα- νοείται μία σειρά παραμέτρων που καθορίζουν την εικόνα της πόλης. Καθαριότητα, φωτισμός, πράσινο, σεβασμός του δημοσίου χώρου, κανονιστικές, κανόνες ανελαστικοί για όλους κοκ.

Προφανώς υπάρχουν προοδευτικές και συντηρητικές φωνές, προφανώς και υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τα ζητήματα της πόλης. Όμως, από το σημείο αυτό έως ότου να επιχειρείται μία συστηματική όξυνση, μία κενή περιεχομένου πόλωση, υπάρχει πολιτικός χώρος πιο μετριοπαθών προσεγγίσεων.

Η λογική των στρατοπέδων, η λογική μίας «αριστερής» και μίας «δεξιάς» Θεσσαλονίκης που αντιμάχονται με κάθε ευκαιρία και σε κάθε πεδίο, φανερώνει πως όσοι την προωθούν έχουν αντικειμενικό στόχο την εξυπηρέτηση πολιτικών ή κομματικών συμφερόντων και πάντως σίγουρα όχι την πρόοδο της πόλης. Θα έλεγε κανείς ότι η προσπάθεια αυτή αποσκοπεί περισσότερο στη συγκρότηση πολιτικών οντοτήτων και στην απόκτηση ερεισμάτων στην κοινωνία της πόλης παρά στην προώθηση ώριμων λύσεων και στην διαμόρφωση μίας ρεαλιστικής ατζέντας διεκδικήσεων ή σχεδιασμού.

Η Θεσσαλονίκη από αυτήν την υπόθεση του διχασμού έχει βγει ζημιωμένη. Είναι μία στρατηγική που ιστορικά δεν την έχει ευνοήσει και αυτό αποτυπώνεται σε αρκετά πεδία. Το βασικότερο όλων είναι η υστέρησή της σε βασικές υποδομές. Η αδυναμία να εμφανιστεί στο τραπέζι του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού των μεγάλων έργων με μία καλά σχεδιασμένη και συμφωνημένη ενιαία άποψη ήρθε και επικάθησε στην δημοσιονομική δυσπραγία του ελληνικού κράτους την προηγούμενη 10ετία και σε έναν πιο αθηνοκεντρικό σχεδιασμό της προηγούμενης 25ετίας.

Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να αλλάξει. Η Θεσσαλονίκη, όλοι το ομολογούν, είναι μία πόλη που έχει μεγάλες δυνατότητες. Για να μην μείνει αυτό το συμπέρασμα μία απλή διατύπωση, για να μην χαθεί άλλη μία ιστορική ευκαιρία, σήμερα που τα πράγματα στην εθνική οικονομία δείχνουν πως αφήνουμε πίσω μας την μεγάλη οικονομική κρίση και ανοίγονται νέες ευκαιρίες, πρέπει η Θεσσαλονίκη να εμφανιστεί πιο έτοιμη και αποφασισμένη από ποτέ. Αυτό θα γίνει από τις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται το επίδικο και επιλέγουν να τοποθετηθούν στα πράγματα ως επισπεύδουσα δύναμη και όχι ως τροχοπέδη.

( το παρόν άρθρο το υπογράφω με την ιδιότητα του Ειδικού Συνεργάτη του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Κ. Ζέρβα)

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Τι μπορεί να υπάρξει αριστερότερα της Νέας Δημοκρατίας με αξιώσεις και προοπτική;, άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22/9/2019



Το ερώτημα φαίνεται να απασχολεί τον κόσμο της πάλαι ποτέ προοδευτικής παράταξης που με ανησυχία βλέπει τα κόμματα που δραστηριοποιούνται στο ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο να κινούνται μεταξύ σφύρας και άκμονος.

Η αδυναμία μετεξέλιξης και μετασχηματισμού του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, η παράλληλη καχεξία του ΚΙΝ.ΑΛ η ταυτόχρονη, λογική και αναμενόμενη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των δύο, δημιουργούν ένα πολιτικό τοπίο στο οποίο η ανανεωμένη Νέα Δημοκρατία μπορεί να κυριαρχήσει για πολλά χρόνια.

Πολλοί σπεύδουν να λύσουν αυτήν την πολιτική εξίσωση κάνοντας μία απλή πρόσθεση ποσοστών. Αθροίζουν τα ποσοστά του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ και του ΚΙΝ.ΑΛ και διαπιστώνουν πως η κεντροαριστερά δεν υστερεί αριθμητικά από την κεντροδεξιά, ακόμη και μετά από μία μεγάλη ήττα του κύριου φορέα της στην εθνική κάλπη.

Ακόμα όμως και εάν σε ένα υποθετικό σενάριο δεχθούμε πως ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ και ΚΙΝ.ΑΛ συμπορεύονται και σχηματίζουν έναν ενιαίο ή συμμαχικό κομματικό φορέα, είμαστε σίγουροι ότι αυτός μπορεί να είναι ελκυστικός στα μάτια των Ελλήνων ψηφοφόρων; Αρκεί δηλαδή μία συμπόρευση, μία συμμαχία ώστε να αθροιστούν τα ποσοστά και να οδηγήσουν την ενιαία κεντροαριστερά σε μία νίκη σε τέσσερα χρόνια;

Θα είναι αυτό το κόμμα ή ο σχηματισμός κομμάτων ικανό να οδηγήσει την Ελλάδα στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα; Έχει ο χώρος αυτός τις επεξεργασίες ή τη δυνατότητα παραγωγής πολιτικών και προγραμματικών θέσεων που θα απαντούν στα νέα ερωτήματα που προκύπτουν αλλά και θα προκύψουν τν επόμενη δεκαετία; Μπορούν να εντάξει στην πολιτική συλλογιστική του τις ραγδαίες αλλαγές που θα φέρει η αυγή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και να καθοδηγήσουν οικονομία και κοινωνία προς μία σαφή και ασφαλή κατεύθυνση δίνοντας στη χώρα μία νέα ισχυρή θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας;

Συνεχίζοντας τα ερωτήματα, μπορεί η – υποθετικά ενιαία – κεντροαριστερά να ξεφύγει από τον κρατισμό, τον εσωστρεφή κορπορατισμό, τα διευρυμένα πελατειακά δίκτυα και τον εναγκαλισμό των insiders της Μεταπολίτευσης ώστε να διερευνήσει άλλη προοπτική;

Η απάντηση ως έχουν τα πράγματα είναι εμφατικά αρνητική. Το δυστύχημα είναι πως οι κομματικές ηγεσίες αμφότερων των κομμάτων δεν ασχολούνται διόλου με αυτήν την ατζέντα και ενεργούν λαμβάνοντας υπόψη βεβαιότητες των μέσων του 20ου αιώνα τη στιγμή που τα ερωτήματα του 21ου – και κυρίως οι προκλήσεις-  αυξάνονται.

Καμία αναζήτηση για το εκπαιδευτικό σύστημα, για το νέο παραγωγικό μοντέλο, για την πρόκληση της δημογραφίας και τα νέα δεδομένα που δημιουργεί στον πυρήνα του κοινωνικού κράτους, δηλαδή κυρίως στο ασφαλιστικό σύστημα. Καμία σοβαρή διερεύνηση νέων μορφών οργάνωσης του κομματικού φαινομένου, καμία συστηματική προσπάθεια παρακολούθησης των εξελίξεων.

Το δράμα έρχεται να εντείνει το γεγονός πως στο πρόσφατο παρελθόν υπήρχαν και πιθανώς ακόμη υπάρχουν οι ανθρώπινοι πόροι που μπορούσαν να παρακολουθήσουν αυτές τις εξελίξεις και να την μετουσιώσουν σε πολιτικό και προγραμματικό κείμενο και ακολούθως σε δημόσιες πολιτικές, όμως δεν ασχολούνται. Άλλωστε αυτή ήταν η παρακαταθήκη της Μεταπολίτευσης που έδωσε στην κεντροαριστερά ένα σαφές προβάδισμα. Σήμερα όμως είναι η κεντροδεξιά αυτή που διεκδικεί την εκπροσώπηση αυτών των πολιτικών, είναι η κεντροδεξιά που διεκδικεί και εκφέρει εκσυγχρονιστικό μεταρρυθμιστικό λόγο, είναι η κεντροδεξιά που ανοίγει – έστω δειλά – την κουβέντα για την Ελλάδα του 2030. Και βέβαια αυτή η ανατροπή θα έχει επιπτώσεις και στο δυνάμει στελεχιακό δυναμικό των κομμάτων που σε δεύτερο χρόνο θα ανατροφοδοτήσει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Περιδίνηση ανάμεσα σε δύο αιώνες, άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25/8/2019




Ο λόγος του υπουργού ψηφιακής πολιτικής, κ. Πιερρακάκη στο κοινοβούλιο με εξέπληξε ευχάριστα. Όχι γιατί ήταν πρωτάκουστος, ούτε γιατί εμπεριείχε νοήματα πυκνά και καινοτόμα, όσο κυρίως διότι δομούνταν γύρω από ένα βασικό πρόταγμα. Η χώρα πρέπει να αλλάξει αιώνα και πρέπει να το πράξει τώρα, σήμερα. Τα ευχάριστο της έκπληξης ήταν πως στο ελληνικό κοινοβούλιο δεν έχουμε συνηθίσει να ακούμε λόγους με δομή, παραδείγματα και επιχειρήματα που να πλαισιώνονται από ένα σύστημα αξιών και να διαρθρώνονται γύρω από συγκεκριμένες δράσεις, από πραγματικά βήματα. Ο νέος υπουργός, με κεντροαριστερές πολιτικές καταβολές, είτε μίλησε για την ψηφιακή μετάβαση, είτε για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, είτε για τα ΚΕΠ, μετέδωσε το ίδιο κεντρικό μήνυμα μέσα από πολλαπλά κανάλια. Πρέπει να αλλάξουμε, να προχωρήσουμε μπροστά, να εκσυγχρονιστούμε, να προλάβουμε όλες τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Τη στιγμή που στην Ελλάδα το 2019 ο δημόσιος διάλογος και η πολιτική ατζέντα έχουν στο επίκεντρό τους το «πανεπιστημιακό άσυλο» και τη σύνδεση των νησιών μας μέσω ακτοπλοΐας, σε άλλα μέρη της γης συντελούνται καθημερινές επαναστατικές αλλαγές που σε πολύ λίγα χρόνια θα μεταβάλλουν άρδην ό,τι έχουμε γνωρίσει. Την ώρα που εμείς αντιπαρατιθέμεθα για τον ΕΦΚΑ, για την αποκομιδή των σκουπιδιών, για τον ΟΑΣΘ κάπου στην γη ετοιμάζεται πυρετωδώς η είσοδος των ρομπότ ακόμη και στην καθημερινότητα των ανθρώπων – όχι μόνο στη βιομηχανία. Η ζήτηση για παροχή φροντίδας ηλικιωμένων για παράδειγμα, στην Ιαπωνία είναι μεγάλη και παράλληλα η δημογραφία περιοριστική. Σε 10 με 15 χρόνια ας μην μας φανεί περίεργο εάν τους ηλικιωμένους Ιάπωνες γηροκομούν ρομπότ εφόσον το νέο ηλικιακά εργατικό δυναμικό δεν θα επαρκεί. Την ώρα που εμείς δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα σχετικά σταθερό και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα σε κάποιες χώρες εμπνευσμένοι επιστήμονες και επιχειρηματίες δημιουργούν καινοτομίες που αλλάζουν το χάρτη της παραγωγής, της κατανάλωσης, της υγείας.  Υπάρχουν παραδείγματα αξιοποίησης της κινητής τηλεφωνίας στην ιατρική που δίνουν λύση στην υστέρηση που παρατηρείται στην αφρικανική ήπειρο. Περνώντας σε άλλο παράδειγμα, η ανάπτυξη της γονιδιωματικής θα επιφέρει τρομακτικές αλλαγές στην ιατρική, στον προσδοκώμενο χρόνο ζωής, στην ποιότητα ζωής.

Η επόμενη εικοσαετία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης σχεδιάζεται ήδη σε κάποια Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα ανά τον κόσμο αλλά σίγουρα όχι στης Ελλάδας. Και πως αλλιώς να γίνει όταν το πολιτικό και κομματικό σύστημα της χώρας που εν πολλοίς διαμορφώνει το θεσμικό οικοδόμημά της δεν είναι ικανό να παρακολουθήσει σχεδόν καμία ανάλογη εξέλιξη. Το 2019 στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται αμέτρητα κόμματα που ομνύουν σε παραλλαγές ιδεολογιών του 19ου αιώνα και άλλα τόσα που έχουν πρότυπα οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας των αρχών του 20ου. 

Οι προκλήσεις της χώρας είναι τεράστιες και δεν περιορίζονται μόνο στην οικονομία. Ακόμη και αν η οικονομία καταφέρει να ξεκολλήσει και δημιουργηθεί νέος πλούτος αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα επίλυση ή ικανοποιητική απάντηση στις προκλήσεις. Δυστυχώς η κρίση δεν μετέβαλλε ουσιαστικά τον σκληρό πυρήνα των αντιλήψεων και των έξεων μας. Η χώρα βρίσκεται σε μία ιδιότυπη κατάσταση ισορροπίας. Κόμματα του 1970, οικονομία του 1990, κοινωνικές – πολιτικές αντιλήψεις και ιδεότυποι των αρχών του 20ου αιώνα, κατανάλωση και απαιτήσεις του 21ου. Αυτή η παραδοξότητα με κάποιον τρόπο πρέπει να περιοριστεί και να αντιστοιχηθούν οι παραγωγικές δυνατότητές μας με τις καταναλωτικές μέσα από μία ωρίμανση των κοινωνικών πεποιθήσεων και αντιλήψεων.

Οπότε, επανερχόμενοι στο νέο υπουργό, κάθε φωνή που περιγράφει το πρόβλημα, το κατανοεί σε βάθος και έχει μία πρόταση για να φτάσουμε στη λύση είναι ευπρόσδεκτή. Νέοι πολιτικοί, νέες αντιλήψεις, νέοι τρόποι και βλέμμα στο μέλλον.