Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Νέα χρονιά, νέα κόμματα, παλιά προβλήματα, άρθρο στη VORIA στις 11/01/2025



Η συζήτηση για τη δημιουργία νέων κομμάτων έχει ανάψει και πλέον θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι λίαν συντόμως θα έχουμε τουλάχιστον δυο νέους σχηματισμούς με προοπτική και για έναν τρίτο. Αναφέρομαι στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και στην πιθανότητα ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Αν συνυπολογίσει κανείς τη δημοσκοπική εικόνα των τελευταίων πολλών μηνών, καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά ασφαλή.

Πάμε να δούμε ορισμένα από αυτά: 

1ο σημείο: η ανάγκη δημιουργίας νέων κομμάτων σημαίνει ότι τα υπάρχοντα δεν καλύπτουν, δεν εκπροσωπούν επαρκώς, δεν μπορούν να συνθέσουν αιτήματα, αγωνίες και προσδοκίες. Η πολυδιάσπαση και ο κατακερματισμός είναι απότοκος πολιτικής αδυναμίας και μιας σταθερής εδώ και χρόνια στενότητας του πολιτικού συστήματος. Όταν το 75% των ερωτηθέντων απορρίπτει την κυβερνητική διαχείριση και δεν υπάρχει ένα κόμμα να εκφράσει το 1/3 αυτού του ποσοστού, το πρόβλημα πρωτίστως το έχει η αντιπολίτευση συνολικά.

2ο σημείο: Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό για τα αντιπολιτευόμενα κόμματα που έχουν κυβερνητικές φιλοδοξίες. Ένα κόμμα της αντιπολίτευσης για να καταστεί κυβερνητική εναλλακτική και να κατακτήσει το status του κόμματος εξουσίας πρέπει να καταγράφει μια δημοσκοπική επίδοση αξιώσεων ή μια ανάλογη δυναμική. Πρέπει να έχει πανελλαδική διάρθρωση, στελεχιακό δυναμικό, ένα πρόπλασμα προγραμματικών θέσεων ή ένα ώριμο προγραμματικό κείμενο και μια στάση ανταγωνιστική προς τη Νέα Δημοκρατία.

3ο σημείο: Το μόνο κόμμα που έχει τα περισσότερα από τα ανωτέρω είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ όμως αδυνατεί να φέρει εις πέρας το βασικό. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν έχει πείσει ότι έχει ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο απέναντι σε αυτό της Νέας Δημοκρατίας. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε δευτερεύον. Είναι δομικό και αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής λειτουργίας του -  αδυναμία να συγκροτήσει σαφές κοινωνικό μπλοκ εκπροσώπησης. Όχι «ακροατήριο», όχι «δεξαμενές ψηφοφόρων». Κοινωνικό μπλοκ. Δηλαδή συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, με υλικές αγωνίες, κοινές εμπειρίες και αναγνωρίσιμα συμφέροντα, που να μπορούν να πουν –χωρίς πολλές επεξηγήσεις– «αυτός ο χώρος μιλά για εμάς». Αυτό σήμερα δεν συμβαίνει. Και όσο δεν συμβαίνει, καμία πολιτική γραμμή, όσο καλογραμμένη ή ευρωπαϊκά ορθή κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτική εξουσίας. Στο ΠΑΣΟΚ– κυριαρχεί εδώ και χρόνια μια βολική παρανόηση ότι το πρόβλημα είναι επικοινωνιακό. Ότι κάτι λείπει από το αφήγημα, ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα η σωστή ισορροπία ανάμεσα στη σοβαρότητα και τη σύγκρουση, ανάμεσα στο μεταρρυθμιστικό και το κοινωνικό. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο κομψή και πολύ πιο σκληρή. Το πρόβλημα δεν είναι τι λέγεται αλλά εκ μέρους ποιων λέγεται. Χωρίς αυτό το “εκ μέρους”, η πολιτική μετατρέπεται σε γενική ανάλυση κατάστασης. Χρήσιμη για πάνελ, άχρηστη για κάλπες.

4ο σημείο: Τα κεντροαριστερά κόμματα – και ιδίως αυτά που κυβέρνησαν ή διεκδίκησαν σοβαρά την εξουσία– δεν το έκαναν επειδή είχαν απλώς καλύτερα κείμενα και προγράμματα. Το έκαναν επειδή εξέφρασαν, συνειδητά και συχνά μεροληπτικά, συγκεκριμένα κοινωνικά υποκείμενα. Σήμερα, η κεντροαριστερά μοιάζει να φοβάται αυτή τη μεροληψία. Προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα αποδεκτή από όλους, προσεκτική απέναντι σε κάθε πιθανή ένσταση, ισορροπημένη μέχρι σημείου ακινησίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας λόγος που δεν ενοχλεί και δεν κινητοποιεί. Τον ακούς αλλά δεν σε συνεγείρει, δεν σε ερεθίζει, δεν σε ξεσηκώνει. Η έλλειψη κοινωνικής αγκύρωσης αποτυπώνεται παντού και γίνεται αντιληπτή από τους πάντες. Μετατρέπεται σε αδυναμία ιεράρχησης των προβλημάτων, σε  απουσία καθαρών συγκρούσεων, σε επιλογή μιας γενικής, σχεδόν τεχνοκρατικής γλώσσας και στη διαρκή αναμονή “να ωριμάσουν οι συνθήκες”. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει εδώ και καιρό. Αυτό που δεν έχει ωριμάσει είναι η πολιτική απόφαση να επιλεγεί ποιοι προηγούνται.

5ο σημείο: Το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα θα επιχειρήσει να καλύψει αυτό το κενό και να απαντήσει σε αυτήν την αδυναμία. Με το εχέγγυο εκλογικών νικών και του ευθέως ανταγωνιστικού πολιτικού σχεδίου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, θα προσπαθήσει να κάνει αυτό που δεν κάνει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Θα είναι δύσκολο καθώς σε όλα τα υπόλοιπα πεδία έχει πολλά χιλιόμετρα να διανύσει –στελέχη, πρόγραμμα, διάρθρωση κοκ. Έχει όμως 1-2 πλεονεκτήματα και με αυτά εκκινεί. Προγραμματικά δεν κομίζει κάτι συγκλονιστικά νέο –κινείται εντός του εύρους των επεξεργασιών του χώρου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Πολλά από αυτά που λέει τα έλεγε και το ΠΑ.ΣΟ.Κ και η ΔΗΜΑΡ και γενικά τα κόμματα του χώρου αυτού. Το κρίσιμο όμως δεν είναι εκεί –αυτό είναι δευτερεύον. Το κρίσιμο, στην ανταγωνιστική του σχέση με το ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι ποιος μπορεί να το κάνει πιο αυθεντικά όλο.

6ο σημείο: Τα ερωτήματα για όποιον αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροαριστερά είναι τα ίδια και δεν επιδέχονται υπεκφυγές. Ποιον εκπροσωπεί σήμερα η ελληνική κεντροαριστερά; Αν η απάντηση είναι «όλους», τότε στην πράξη δεν εκπροσωπεί κανέναν. Αν η απάντηση είναι ασαφής, τότε το πρόβλημα δεν είναι εκλογικό αλλά πολιτικό. Η ανασύνθεση του χώρου δεν μπορεί να ξεκινήσει από οργανωτικά σχήματα κορυφής, ούτε από ευχές περί ενότητας. Πρέπει να ξεκινήσει από την επιλογή κοινωνικού μπλοκ. Από τη συνειδητή απόφαση να μιλήσει προνομιακά σε συγκεκριμένα στρώματα. Σε εργαζόμενους μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων χωρίς προοπτική, νέους αποκλεισμένους από τη στέγη, μικρομεσαίους εγκλωβισμένους σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους και χαμηλής ασφάλειας. Αυτό σημαίνει σύγκρουση. Σημαίνει απώλειες αλλού. Σημαίνει πολιτικό κόστος. Αλλά χωρίς κόστος δεν υπάρχει πολιτική.

7ο σημείο: η κεντροαριστερά για να ξαναγίνει πλειοψηφική πρέπει να επιχειρήσει μια δύσκολη σύνθεση. Πρέπει να απευθυνθεί και στα δύο κοινωνικά –πολιτικά και πολιτισμικά μπλοκ του δημοψηφίσματος του 2015. Μόνον με τους ψηφοφόρους του «ΝΑΙ» δεν γίνεται. Δεν επαρκούν γιατί πολλοί ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία. Πρέπει να προχωρήσει με κάποιους (τους πιο συστημικούς) του «ΟΧΙ» –αυτό είναι μονόδρομος. Όσο δεν το κάνει αφήνει χώρο σε αντισυστημικά κόμματα να εμφανίζονται και να καταγράφουν σοβαρά δημοσκοπικά και εκλογικά ποσοστά, εντείνοντας τον αντιπολιτευτικό κατακερματισμό. 

8ο σημείο: τα όρια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είναι απολύτως διακριτά. Δεν συζητούνται με ένταση γιατί απολαμβάνει την δημοσκοπική κυριαρχία ελλείψει δεύτερου κόμματος κοντά στη δική της εκλογική επιρροή. Όμως τα διακριτά αυτά όρια κινδυνεύουν να συμπαρασύρουν και τη χώρα σε μία συνθήκη πιο χαμηλών προσδοκιών. Η Νέα Δημοκρατία ευφυώς συγκρίνεται με την κατακερματισμένη αντιπολίτευση –σύγκριση που την ευνοεί. Αν όμως η συζήτηση μεταφερθεί στις αντικειμενικές (πολιτικές-οικονομικές-δημοσιονομικές) δυνατότητες της περιόδου διακυβέρνησης, τότε θα κληθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις κάπως πιο δύσκολες και άβολες. 

9ο σημείο: η δημιουργία κόμματος από την Μαρία Καρυστιανού αρχικά είναι αναφαίρετο δικαίωμά της και σε αυτό δεν χωρά «ναι μεν αλλά». Ασχέτως από πού εκκινεί, ποια είναι η ιδρυτική της αφετηρία, δικαιούται να το τολμήσει. Ακόμη και η συσχέτισή του με το δυστύχημα των Τεμπών είναι θεμιτή –είχαμε μια κρατική αποτυχία και στη συνέχεια μια αδυναμία διαλεύκανσης της υπόθεσης, άρα μια πολιτική αποτυχία. Στις πολιτικές αποτυχίες οι απαντήσεις μπορούν να είναι και πολιτικές.

10ο σημείο: προφανώς από ένα σημείο και μετά θα δεχθεί σκληρή (πολιτική) κριτική καθώς αλλάζει πεδίο. Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό και καλόν θα ήταν αυτό να γίνει επί της αρχής δεκτό από όλους. Είναι άλλη η αντιμετώπιση μιας μητέρας θύματος δυστυχήματος οφειλόμενου σε κρατική αποτυχία και διαφορετική μιας πολιτικής αρχηγού. Σοφόν το σαφές. Η πιο συνετή στάση έναντι αυτού του κόμματος είναι αυτή της αναμονής καθώς δεν έχουμε σαφείς ενδείξεις για την ιδεολογική του κατεύθυνση -αν και ορισμένα πρόσωπα προϊδεάζουν- ούτε έχουμε δείγματα προγραμματικών επεξεργασιών. Απευθύνεται επί της αρχής οριζόντια σε όλη την κοινωνία, απαντά σε μια ανάγκη για νέα πρόσωπα και φαίνεται να μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που απέχουν. Το τελευταίο ίσως αποδειχθεί μία από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους. 

Κλείνοντας, πλανάται μια αγωνία πάνω από τη χώρα και αυτή έχει να κάνει με την πιθανότητα να ομφαλοσκοπούμε και να πολιτικολογούμε τη στιγμή που λαμβάνουν χώρα πάρα πολύ μεγάλες ανακατατάξεις σε πλανητικό επίπεδο. Αυτός ο μη συγχρονισμός μας με το παγκόσμιο ρολόι έχει πληρωθεί κατά το παρελθόν. Η συζήτηση για τα εσωτερικά ζητήματα, τα ζητήματα κοινωνικής συνοχής, βιοτικού επιπέδου, υποδομών κ.ο.κ. πρέπει πάντοτε να συνδυάζονται με τα τεκταινόμενα εκτός επικράτειας. Για παράδειγμα η κοινωνική συνοχή και η μείωση των ανισοτήτων πρέπει να γίνεται αντιληπτή όχι ως ένα σοσιαλίζον πρόταγμα αλλά ως παράγοντας εθνικής ισχύος. Οι κρίσιμες υποδομές και η αναγκαιότητα κατασκευής τους πρέπει να γίνονται αντιληπτές όχι μόνον ως παράγοντες ανάπτυξης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου αλλά ως παράγοντας διασύνδεσής μας με ευρωπαϊκά και παγκόσμια δίκτυα. 

Χρειαζόμαστε ένα πολιτικό step up για να τα καταφέρουμε στο υπόλοιπο αυτού του αιώνα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου