Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ανάπτυξη με θεσμική φαντασία Τoυ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ


Μπαίνουμε στον πιο δύσκολο χειμώνα της Μεταπολίτευσης, μετά ίσως το 1975. Η Ελλάδα βεβαίως και πάλι δεν θα πεθάνει, αλλά σίγουρα θα δοκιμαστεί σκληρά. Ήδη η κρίση έχει εισέλθει σε νέα φάση. Αναλόγως, μετατοπίζονται οι «αυθόρμητες» ερμηνείες και ο δημόσιος λόγος.
Στην προηγούμενη φάση, επίκεντρο ήταν πρωτίστως ο δημόσιος τομέας και τα εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων. Ο ένοχος ήταν δαχτυλοδεικτούμενος και καταδικαστέος για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης: το αναποτελεσματικό και διογκωμένο κράτος, η «προνομιούχα» και παρασιτική δημοσιοϋπαλληλία. Τώρα η ύφεση γίνεται πιο αισθητή στον ιδιωτικό τομέα: οι τράπεζες πληρώνουν την κατάρρευση των κρατικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές, ένας αυξανόμενος αριθμός (μικρο)επιχειρήσεων κλείνουν ή δοκιμάζονται, καθώς ήταν εξοπλισμένες για τον καλό μόνο καιρό και συνηθισμένες σε ένα καθεστώς φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής. 

Ασφάλεια στην απασχόληση
Στην προηγούμενη φάση, το κοινωνικό κόστος αφορούσε κατά μεγάλο μέρος τα εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων, πράγμα κοινωνικά υποφερτό, μια και έχουμε πάντα την ασφάλεια της μόνιμης απασχόλησης. Τώρα, η ύφεση χτυπά είτε τους μικροεπιχειρηματίες και τους καταστηματάρχες είτε, ακόμα χειρότερα, τους αδύναμους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που στερούνται κάποιο αξιόλογο δημόσιο δίχτυ ασφάλειας. Κοντολογίς, η ύφεση εκδηλώνεται άμεσα σε όλες τις πτυχές του ελληνικού καπιταλισμού. 

Οι μέγιστες ευθύνες του κρατικού- κομματικού- συνδικαλιστικού κατεστημένου παραμένουν, αλλά είναι πλέον εμφανές ότι Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Αγορά συμπαρασύρονται στον ίδιο χορό. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι η οικονομική επιδείνωση, ακόμα και αν κινείται μέσα στις προβλεπόμενες παραμέτρους, έχει δώσει τροφή σε έναν νέο γύρο «αντιμνημονικής εκστρατείας» στον οποίο συναντώνται αυθεντικές οικονομικές-κοινωνικές αγωνίες με μικροκομματικές σκοπιμότητες. Κοινωνικοί πρωταγωνιστές του νέου γύρου εμφανίστηκαν οι εκπρόσωποι της μικρής επιχειρηματικότητας, αλλά η Ν.Δ. πλειοδοτεί, στοχεύοντας τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου γύρου, οπότε θα χρειαστεί ενίσχυση από την παραδοσιακή Αριστερά. 

Ποιος θα πατήσει το «γκάζι»; 
Μοτίβο της τωρινής κριτικής είναι η «ανάπτυξη». Λέξη-κλειδί στις συνθήκες της ύφεσης, τόσο ώστε η πληθωριστική χρήση της να μας κάνει επιφυλακτικούς. Χρειάζεται να ρωτάμε: τι εννοεί αυτός που την επικαλείται; Ανάπτυξη πώς, πότε, με ποια μέσα, με τι στόχους; Γιατί πρέπει να ξεχωρίζουμε τα λόγια και τις προθέσεις. 

Υπάρχει κατ΄ αρχάς μια δημαγωγική πολιτικάντικη επίκληση της ανάπτυξης που χρησιμοποιείται απλώς για αντιπολιτευτικούς λόγους. Σαν η χώρα να μπορούσε να πετύχει τη δημοσιονομική σταθεροποίηση αποφεύγοντας το πικρό ποτήρι της λιτότητας, πατώντας απλώς το «γκάζι» της ανάπτυξης. Στο ερώτημα «πώς», η δημαγωγία μετατρέπεται σε αερολογία και οικονομική φαιδρότητα. Μια άλλη άποψη ταυτίζει την ανάπτυξη με την ενίσχυση της ζήτησης και τη φορολογική ελάφρυνση, μεταφράζοντάς την στο επιγραμματικό «ρίξτε λεφτά στην αγορά». Αυτήν εξέφρασαν κυρίως οι εκπρόσωποι του (μικρο)επιχειρηματικού κόσμου. Η κριτική μπορεί να είναι χρήσιμη γιατί κρατά σε εγρήγορση τους σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής όταν αποφασίζουν το μείγμα περικοπής δαπανών- αύξησης εσόδων για τη δημοσιονομική εξυγίανση. Επιπλέον, αναδεικνύει τις καθυστερήσεις της κυβέρνησης (π.χ. στην προώθηση του ΕΣΠΑ, τον αναπτυξιακό νόμο, την ανασυγκρότηση των Εφοριών κ.λπ.). Ώς εκεί όμως. 

Το μείγμα μπορεί να διαφοροποιηθεί κάπως αλλά όχι πολύ, η κυβερνητική δράση μπορεί να βελτιωθεί αρκετά έως πολύ, αλλά η ανάγκη επιστροφής της χώρας και των τραπεζών στις διεθνείς αγορές περιορίζει ασφυκτικά, αν δεν αποκλείει, τη γενναία ενίσχυση της ρευστότητας. Γιατί τελικά «λεφτά δεν υπήρχαν». 

Στρατηγική αναβάθμιση
Εναντι της προσχηματικής επίκλησης της ανάπτυξης, αλλά και της εναγώνιας έκκλησης «ρίξτε λεφτά στην αγορά», επείγει να διαμορφώσουμε μια πραγματική στρατηγική με στόχο την αναβάθμιση της χώρας στον διεθνή ανταγωνισμό σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Αυτό δεν αποτελεί φυγή από τη σημερινή σκληρή πραγματικότητα. Ενας σαφέστερος αναπτυξιακός προσανατολισμός καθιστά πολιτικά πιο ανεκτή τη δύσκολη περίοδο που θα διανύσουμε. Είτε το πούμε σουμπετεριανά «δημιουργική καταστροφή», είτε μαρξιστικά «απαξίωση ενός μέρους του κεφαλαίου», είτε απλώς χριστιανικά «κοιλάδα των δακρύων», δεν θα βγούμε από την κρίση με τις ίδιες τράπεζες, τους ίδιους μικρομεσαίους, τους ίδιους ελεύθερους επαγγελματίες, ούτε το ίδιο ελπίζουμε εκπαιδευτικό σύστημα ή τα ίδια ΜΜΕ. 

Εθνικό μνημόνιο
Με αυτή την έννοια χρειαζόμαστε ένα εθνικό μνημόνιο ανάπτυξης. Εθνικό με την έννοια της εθνικής απόφασης, της δικής μας θέλησης, και μιας ορισμένης εθνικής συναίνεσης στους στόχους και στα βασικά εργαλεία. Μνημόνιο με την έννοια της δέσμευσης σε μακροχρόνιους μεν, συγκεκριμένους όμως στόχους και επιλογές. Αναπτυξιακή στρατηγική δεν είναι ασφαλώς ένας «αναπτυξιακός νόμος» που μοιράζει επιδοτήσεις, μπορεί και χρήσιμες. Χρειαζόμαστε μια νέα «εικόνα» για τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, τα υπαρκτά και τα ενδεχόμενα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. 

Δεν είναι λίγες οι προτάσεις, οι ιδέες και οι υποδείξεις των ειδικών από όλο το πολιτικό φάσμα, που διαβάζουμε ή ακούμε. Κινούνται στο τετράγωνο: περιορισμός και εξορθολογισμός του κράτους- διαφοροποίηση των πηγών εσόδων του με την αξιοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας και των συμμετοχών- προσέλκυση μεγάλων άμεσων ξένων επενδύσεων- επιτάχυνση του ΕΣΠΑ. 

Μεταπολιτευτικός κρατισμός
Υποστηρίζω ότι πέρα από τις οικονομικές-κοινωνικές υποδείξεις και επιλογές, χρειάζεται να αναστοχαστούμε τα θεσμικά εργαλεία. Ο μεταπολιτευτικός κρατισμός έχει απαξιωθεί, το διογκωμένο αναποτελεσματικό κράτος πρέπει να περιοριστεί, αλλά, από την άλλη, η φιλελεύθερη προσδοκία ότι η ιδιωτική επιχειρηματικότητα μπορεί να ορίσει τις συντεταγμένες του νέου προτύπου ανάπτυξης στην Ελλάδα, είναι αυταπάτη. 

Η κρίση έδειξε και τον περιορισμένο δυναμισμό μεγάλου μέρους των ελληνικών επιχειρήσεων. Μια στρατηγική ανάπτυξης χρειάζεται ένα νέο μείγμα κράτουςαγοράς, δημόσιου- ιδιωτικού, με βαρύνοντα επιτελικό, ρυθμιστικό και διευθυντικό ρόλο του κράτους. Οπως η οικονομία είναι σε έκτακτη ανάγκη, έτσι και οι θεσμοί πρέπει να κινηθούν σε έκτακτες συνθήκες. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί για το σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Οι προσπάθειες του κ. Ραγκούση είναι εντυπωσιακές, οι διακηρύξεις του Πρωθυπουργού δείχνουν επίσης βούληση για μεταρρύθμιση του Κράτους, αλλά το σύστημα είναι βαθιά άρρωστο, τα αποτελέσματα των συνολικών μεταρρυθμίσεων θα αργήσουν να φανούν, ενώ η θεωρία και η πρακτική μάς έχουν δείξει ότι η παθογένεια του υπάρχοντος μηχανισμού μεταδίδεται και στις ανανεωτικές προσπάθειες. Γι΄ αυτό άλλωστε η κυβέρνηση σχεδιάζει έκτακτες διαδικασίες επιτάχυνσης για τις πιθανές μεγάλες ξένες επενδύσεις. Εκτακτες διαδικασίες
Χρειαζόμαστε όμως πολύ περισσότερα. Μπορούμε να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε ένα πυκνότερο, έστω πρόσκαιρο, αναπτυξιακό δίκτυο θεσμικών κέντρων ήεπιχειρησιακών ομάδων για τη διεκπεραίωση ειδικών αναπτυξιακών στόχων με έκτακτες διαδικασίες και ρυθμίσεις; Ειδικών αναπτυξιακών στόχων ή συγκεκριμένων έργων σε εθνικό επίπεδο και σε κάθε Περιφέρεια, επιλεγμένων για το δυναμικό και πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που θα έχουν, είτε άμεσα είτε σε στρατηγικό χρόνο; Χρειάζεται βεβαίως θεσμική φαντασία, ικανοί και έντιμοι ειδικοί και ένα απόθεμα κοινωνικής εμπιστοσύνης προς αυτούς. Δύσκολο. Ισως όμως ανακαλύψουμε έκπληκτοι ότι η Ελλάδα μπορεί να εμπιστευτεί περισσότερο τα στελέχη της από τους θεσμούς της. Αν βεβαίως η πολιτική ηγεσία τα προστατέψει από τις ανθρωποφαγικές επιθέσεις των διαφόρων ΜΜΕ που θα χρησιμοποιηθούν από τα θιγόμενα συμφέροντα. 


Μπορούμε να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε ένα πυκνότερο, έστω πρόσκαιρο, αναπτυξιακό δίκτυο θεσμικών κέντρων ή επιχειρησιακώνομάδων για τη διεκπεραίωση ειδικών αναπτυξιακών στόχων με έκτακτες διαδικασίες και ρυθμίσεις;
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στοΤμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας  




Από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου