Η πρώτη εικόνα δεν είναι διακοσμητική πολυτέλεια. Είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες αλλά και πιο ισχυρές μεταβλητές στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε τις πόλεις μας. Όπως η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου. Αν η πρώτη σελίδα είναι πρόχειρη, τσαπατσούλικη, ακατάστατη, τότε ο αναγνώστης δυσκολεύεται να πιστέψει ότι οι επόμενες θα είναι καλύτερες. Η είσοδος λειτουργεί σαν προοίμιο. Ο επισκέπτης, αλλά ακόμη περισσότερο ο κάτοικος που επιστρέφει, καταλαβαίνει μέσα στα πρώτα εκατό μέτρα αν μπαίνει σε έναν οργανωμένο αστικό χώρο ή σε μια περιοχή που απλώς αντέχει τον εαυτό της όπως όπως. Αυτή η εμπροσθοβαρής αίσθηση μπορεί να αδικεί έναν πολύ ωραίο τόπο –τι να κάνουμε, η ζωή όμως είναι άδικη. Εξάλλου, στην εποχή των ψηφιακών μέσων και του tik tok -οι ειδικοί το λένε μετά βεβαιότητας- «αν δεν καταφέρεις να πείσεις τον θεατή σε 2-3 δευτερόλεπτα, τον χάνεις, σκρολάρει και πάει παρακάτω». Και εδώ γεννιέται το ερώτημα. Ποια είναι τα 2-3 πρώτα δευτερόλεπτα όταν μπαίνουμε σε έναν τόπο;
Στην Ελλάδα εκτιμώ ότι, πλην εξαιρέσεων, η εικόνα δεν είναι καλή. Μια καλή πρώτη εικόνα δεν είναι μακιγιάζ -είναι μήνυμα. Αλλά και μακιγιάζ να είναι ποιος λέει ότι δεν το χρειαζόμαστε; Εδώ οι Μινωίτες και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν χιλιάδες χρόνια πριν. Μια καλή πρώτη εικόνα, μια περιποιημένη είσοδος λέει ότι κάποιος φρόντισε, ότι υπάρχει συνέπεια, ότι ο τόπος γνωρίζει τι θέλει να δείξει και πώς θέλει να αντιμετωπίζεται. Και αυτό το μήνυμα δεν αφορά μόνο την αισθητική. Έχει βάρος οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό. Επηρεάζει τον τουρισμό, την καθημερινότητα, τις επενδύσεις, την αυτοπεποίθηση μιας κοινωνίας. Δημιουργεί την πρώτη γεύση που δύσκολα αντιστρέφεται.
Σε έναν κόσμο όπου οι πόλεις ανταγωνίζονται όχι μόνο στον παραγωγικό τους ιστό, αλλά και στην εικόνα, στη φήμη, στο brand τους, το πώς σε υποδέχονται οι πύλες τους είναι κομμάτι της ταυτότητάς τους. Το διεθνές παράδειγμα –ή έστω οι πόλεις εκείνες που πλασάρονται ως φιλόδοξες μας δείχνουν ότι οι είσοδοι των πόλεων αντιμετωπίζονται ως κομβικό σημείο, ως εισαγωγή σε μια αφήγηση. Και η αφήγηση, όταν είναι προσεγμένη, δημιουργεί μια αίσθηση καλοδεχούμενου χώρου. Όταν είναι παρατημένη, αφήνει την αίσθηση μιας πόλης που δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θέλει να σταθεί στο ύψος της.
Δυο μικρά παραδείγματα. Οδικώς στον Βόλο και στην Κωνσταντινούπολη. Γκαζόν, λουλούδια, παρτέρια, καθαριότητα –μια αίσθηση ευταξίας που υποδηλώνει πολλά περισσότερα. Ισχύουν δεν ισχύουν, τα υποδηλώνει. Δεν εξετάζουμε την κλίμακα των υποδομών –κοιτάμε τη νοικοκυροσύνη της εικόνας. Θα αντιτείνει κανείς ότι πρόκειται για έργα βιτρίνας. Σύμφωνοι –αλλά ποιος είπε ότι η βιτρίνα είναι παντελώς αχρείαστη; Για να δουλέψει και να τζιράρει το μαγαζί, η βιτρίνα είναι προτεραιότητα.
Η Θεσσαλονίκη και το δύσκολο πρόσωπο των εισόδων της
Η Θεσσαλονίκη κουβαλά ένα παράδοξο. Μιλάμε για μεγάλα έργα, για αναπλάσεις, για ψηφιακές υποδομές, για ανθεκτικότητα, για smart city, για ανάπτυξη, για μεσο-μακροπρόθεσμα σχέδια, αλλά δυσκολευόμαστε να συζητήσουμε τα στοιχειώδη. Τις εισόδους της πόλης. Εκεί όπου ο τόπος δείχνει το πρόσωπό του στον κόσμο και συστείνεται. Η δυτική είσοδος είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Από τα ΚΤΕΛ και τη Μοναστηρίου, εκεί στην περιοχή τού υπό ανέγερση Μουσείου Ολοκαυτώματος, ο ταξιδιώτης περνά μέσα από ένα τοπίο που μοιάζει να μην έχει αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να είναι. Βιομηχανικό υπόλειμμα; Αστικός διάδρομος; Προσωρινή υποδομή που απλώς επιβιώνει; Οι νησίδες είναι συχνά παρατημένες. Τα χόρτα φτάνουν σε ύψη που θυμίζουν μικρές ζούγκλες. Οι ταμπέλες μοιάζουν να έχουν μείνει από μια άλλη δεκαετία. Αποθήκες εγκαταλελειμμένες. Εργοτάξια που ξεκίνησαν κάποτε και ξεχάστηκαν, εγκαταλειμμένο κτηριακό απόθεμα σαν μετασοβιετική χώρα που είδε την κάποτε παραγωγική της υποδομή να απαξιώνεται. Χώροι και εκτάσεις που δεν μπορείς καν να τις φανταστείς διαφορετικά γιατί είναι τόσο πηχτή η ασχήμια τους που σκοτώνει ακόμη και την προοπτική. Και μέσα σε όλα αυτά, μικρές χωματερές που ξεφυτρώνουν όπως τα άγρια χόρτα. Σαν σημειώσεις ακατάστατες στο περιθώριο ενός βιβλίου.
Στην είσοδο από Δερβένι, η εικόνα κάπως καλύτερη, αλλά όχι κάτι ιδιαίτερο. Η ανατολική είσοδος είναι αισθητά καλύτερη, αλλά και εκεί λείπει η κεντρική ιδέα. Λείπει το οργανωμένο καλωσόρισμα. Η πρόθεση να δηλωθεί ότι μπαίνεις σε μια πόλη δυναμική, σύγχρονη, με ταυτότηα. Μια ωραία ταμπέλα, ένα έργο τέχνης, ένας φωτισμός –κάτι. Ας φτιάξουμε μία εικόνα για τη φωτογραφία στο Instagram, ένα background αξιώσεων, μία ανάμνηση.
Εδώ, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η κατάσταση αυτή καθαυτή. Είναι ότι δεν τη βλέπουμε πια. Την προσπερνάμε, άρα η άσχημη εικόνα παύει να μας ενοχλεί. Αυτή η “αδυναμία θέασης” είναι συχνά πιο επικίνδυνη από την ίδια την ακαταστασία. Γιατί όταν συνηθίσεις την εγκατάλειψη παύεις να απαιτείς το αυτονόητο.
Με αεροπλάνα και βαπόρια
Η Ελλάδα είναι μια χώρα που συστήνεται στον κόσμο με εικόνες. Δεν έχουμε μόνο αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία, νησιά και μνημεία. Έχουμε και σύνορα. Και λιμάνια. Και αεροδρόμια. Έχουμε σημεία όπου ο ξένος επισκέπτης πατά για πρώτη φορά το πόδι του σε ελληνικό έδαφος. Και μια χώρα που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να φροντίζει τις εισόδους της όπως φροντίζει τα σαλόνια της. Οι αεροδιάδρομοι, οι σταθμοί, οι συνοριακές πύλες, οι πρώτες διαδρομές από τα λιμάνια και τα αεροδρόμια είναι τα μέρη στα οποία χτίζεται η πρώτη εντύπωση που δύσκολα αλλάζει.
Οι συνοριακοί σταθμοί της χώρας μας λειτουργούν συχνά σε καθεστώς «αιώνιας προσωρινότητας». Κτήρια κουρασμένα, υποδομές που μοιάζουν αυτοσχέδιες, χώροι που θυμίζουν περισσότερο υποχρέωση παρά καλωσόρισμα. Οι είσοδοι της χώρας μοιάζουν με σκηνικά που στήθηκαν πρόχειρα ώστε να «γίνει η δουλειά», kibo, χωρίς όμως να υπάρχει μια στοιχειώδης μέριμνα για την εικόνα που εκπέμπεται.
Και δεν είναι μόνον η Βόρεια Ελλάδα. Το ίδιο συμβαίνει και στα λιμάνια των νησιών μας. Στις πύλες εκείνες όπου ο ταξιδιώτης κατεβαίνει από το καράβι και γίνεται μάρτυρας της πρώτης εικόνας ενός τόπου που λατρεύει να πουλά το αφήγημα της φιλοξενίας και της ομορφιάς. Σε μια νησιωτική χώρα αυτό έχει βαρύτητα. Τα λιμάνια δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια απλή υποδομή. Είναι το υλικό «καλωσορίσατε». Φτάνεις στο νησί και αυτό που συναντάς συχνά δεν είναι το καλύτερο. Είναι φορτωτικές, νταλίκες, κάδοι, πρόχειρα κτίσματα, άναρχη κίνηση, τσιμέντο παντού. Χωρίς συνοχή -χωρίς σχέδιο. Χωρίς το στοιχειώδες μήνυμα ότι εδώ υπάρχει ενδιαφέρον για το πώς συστήνεται ο τόπος στον επισκέπτη. Κι όμως, στα νησιά το πρώτο λεπτό καθορίζει σχεδόν τα πάντα. Ο ταξιδιώτης που κατεβαίνει από το πλοίο νιώθει ήδη τι είναι ο τόπος. Και αυτή η αίσθηση ή τον προδιαθέτει θετικά ή τον κάνει να σφίξει τα δόντια. Το πολύβουο ζωντανό πλήθος και η ναυτοσύνη των Ελλήνων δίνουν στοιχεία φολκλορικά και όμορφα, αλλά δεν μπορεί να είναι αυτός ο άξονας της πρώτης εικόνας.
Τα αεροδρόμιά μας -για να είμαστε δίκαιοι- είναι σε καλύτερη μοίρα. Όχι όλα, αλλά το παλεύουμε.
Η πρώτη εικόνα ως είσοδος της αυτοπεποίθησης
Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι να καταγγείλεις την προχειρότητα αλλά να αναδείξεις τη σημασία. Και πάλι πρέπει να είμαστε δίκαιοι, αν θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι. Η χώρα πέρασε μια τεραστίου βάθους οικονομική κρίση. Απώλεσε το 1/3 του ΑΕΠ της και στο κοινωνικό της σώμα έμειναν πληγές και φορτία. Ακόμα παλεύει να συνέλθει. Το ίδιο μοιραία είχε επίπτωση και στις υποδομές της. Η μαύρη τρύπα των δυνητικών υποδομών θα χρειαστεί χρόνια για να κλείσει. Τούτου δοθέντος θα έλεγε κανείς πως οι πράσινες και φωτισμένες νησίδες, το κουρεμένο γκαζόν, ο φωτισμός και οι ταμπέλες φάνταζαν πολυτέλεια. Τότε ναι –σήμερα όμως όχι.
Ένα μικρό πακέτο άμεσων κινήσεων μπορεί να αλλάξει ριζικά την εμπειρία. Καθαρισμός και φροντίδα πρασίνου στις εισόδους. Απομάκρυνση οπτικής ρύπανσης και σπασμένων πινακίδων. Ενιαία και επαρκής σήμανση που δεν θυμίζει παλιό δρόμο επαρχίας. Φωτισμός που δεν δίνει την αίσθηση εγκατάλειψης. Παρόδιες όψεις που δεν φωνάζουν αποβιομηχάνιση και διολίσθηση. Δεν είναι πολλά. Αλλά αυτά τα λίγα κάνουν τη διαφορά μεταξύ μιας πόλης που σε υποδέχεται και μιας πόλης που απλώς σε ανέχεται.
Ίσως ήρθε η ώρα να ξαναδούμε την πρώτη μας σελίδα. Γιατί εκεί φαίνεται αν ένας τόπος έχει αποφασίσει να μεγαλώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου