
Το
μνημόνιο έχει πολλά σκέλη. Τα σημαντικά για τους πολίτες είναι δύο. Πρώτο
σκέλος οι μειώσεις μισθών, συντάξεων και παροχών με στόχο την ανάκτηση
ανταγωνιστικότητας και δεύτερο σκέλος οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Σε ό,τι
αφορά το πρώτο σκέλος όντως η κριτική που γίνεται είναι βάσιμη. Η τρόικα –
δανειστές επιδεικνύουν μία ανεξήγητη ιδεοληψία σχετικά με τον τρόπο που θα
πρέπει να επιτευχθεί ο στόχος. Θεωρούν πως με την μείωση μισθολογικού και μη
μισθολογικού κόστους αυτόματα η ελληνική οικονομία θα γίνει πιο ανταγωνιστική.
Δεν φαίνεται να συνυπολογίζουν το κόστος αυτής της προσαρμογής, ούτε δείχνουν
να πτοούνται από την διαφαινόμενη αποτυχία αυτής της στρατηγικής.
Στο
δεύτερο σκέλος όμως, εκεί που περιγράφονται όλες οι διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις, υπάρχει πρόβλεψη για κάθε πτυχή της ελληνικής κακοδαιμονίας.
Μεταρρυθμίσεις σε φορολογικό σύστημα, δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση.
Καταπολέμηση διαφθοράς, πολυνομίας, μαύρου χρήματος, ρυθμιστικού πληθωρισμού,
εξορθολογισμός δαπανών, εκσυγχρονισμός δομών, μηχανοργάνωση, χρήση νέων
τεχνολογικών μέσων, αναδιάρθρωση κρατικών λειτουργιών με διαχωρισμό επιτελικών
– λειτουργικών αρμοδιοτήτων, άνοιγμα επαγγελμάτων, βελτίωση του επιχειρηματικού
περιβάλλοντος, περιορισμός της γραφειοκρατίας και αρκετά άλλα συνθέτουν μία
δέσμη πρωτοβουλιών και ενεργειών που αν έρθουν εις πέρας θα αναμορφώσουν όλο το
ελληνικό κράτος. Μελανό σημείο η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων που αναιρεί
έναν βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, τον διάλογο των
κοινωνικών εταίρων και τις συλλογικές συμβάσεις και ωθεί σε μειώσεις μισθών στο
βωμό της ανταγωνιστικότητας.
Το
πρόγραμμα αυτό δεν είναι πανάκεια. Η κεντρική του αδυναμία οφείλεται στο
γεγονός πως η ένταση των αλλαγών είναι μεγάλη – γεγονός που αποσταθεροποιεί την
κοινωνία και μετατρέπει την εφαρμογή του σε πολύ δύσκολη υπόθεση.
Μια
σύγχρονη κεντροαριστερή πρόταση, θα προσπαθούσε να συγκεράσει αυτόν τον
διαχωρισμό. Θα εφάρμοζε ταχύτατα τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ώστε τα θετικά
αποτελέσματα αυτών να ελαφρύνουν το βάρος της προσαρμογής. Παράλληλα θα
σχηματοποιούσε έναν νέου τύπου αναπτυξιακό σχεδιασμό με τα εργαλεία που ήδη
υπάρχουν ( ΕΣΠΑ, αναπτυξιακός νόμος, υποθετική αναπτυξιακή βοήθεια) έχοντας
επίσης ένα αναμορφωμένο και αποδοτικότερο κράτος, απαλλαγμένο από αγκυλώσεις
και ικανό επιτελικά.
Προϋπόθεση
όλων αυτών βέβαια είναι βέβαια η πολιτική μάχη να κερδηθεί δια της πειθούς σε
επίπεδο κοινωνίας. Για να κερδηθεί αυτή η μάχη πρέπει να δοθεί, πρέπει όσοι
μετέχουν να την πιστεύουν και αυτό να φαίνεται.
Σε
περίπτωση που μια τέτοια προοπτική εμφανιζόταν στο προσκήνιο θα μιλούσαμε για
ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, γεγονός που θα απεγκλώβιζε σύσσωμη την
κοινωνία από τον διχασμό «μνημονιακών- αντιμνημονιακών», καθώς θα υπερέβαινε
θετικά και δημιουργικά το μνημόνιο και δεν θα είχε την διάσταση των εξωτερικά
επιβαλλόμενων μέτρων.