Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Μύλος των Ξωτικών: Το freemium χριστουγεννιάτικο πάρκο που άλλαξε ολόκληρη την οικονομία των Τρικάλων, άρθρο στη VORIA στις 10/01/2025



Με το τέλος των γιορτών και την επιστροφή στην καθημερινότητα, η επίσκεψη στα Τρίκαλα και στον Μύλο των Ξωτικών αφήνει πίσω της σκέψεις που αξίζει να καταγραφούν. Φαντάζομαι οι περισσότεροι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται και πολύ πιθανόν να έχετε και εσείς επισκεφθεί τον «Μύλο» και τα Τρίκαλα σε περίοδο Χριστουγέννων. Ένα πρώτο σχόλιο και ταυτόχρονα η αφορμή αυτού του σημειώματος είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό και απολύτως επιτυχημένο project που έχει επηρεάσει θετικά την ευρύτερη περιοχή. Ο Μύλος των Ξωτικών είναι ένα case study τοπικής ανάπτυξης - ένα χριστουγεννιάτικο προϊόν που έχει εξελιχθεί σε μηχανή επισκεψιμότητας, κατανάλωσης και εποχικής απασχόλησης.

Τι είναι ο Μύλος των Ξωτικών;

Αρχικά, να το παρουσιάσουμε σε λίγες γραμμές. Στα Τρίκαλα είχαν έναν πολύ ωραίο και καλά διατηρημένο μύλο – τον Μύλο Ματσόπουλου. Ένα μνημειώδες βιομηχανικό κτήριο που λειτούργησε από το 1884 μέχρι το 1984, ως ο πρώτος βιομηχανικός αλευρόμυλος στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος στα Βαλκάνια. Άξιο λόγου το γεγονός ότι διατηρεί όλον τον μηχανολογικό εξοπλισμό του ακέραιο στη θέση του, γεγονός που προστίθεται στην μοναδική αξία του καλοδιατηρημένου κελύφους. 

Το 1977, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Τρικκαίων με γενναιόδωρη δωρεά του ιδιοκτήτη του. Το 1995 με σχετική απόφαση του ΥΠΠΟ χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο το κτιριακό συγκρότημα «Μύλος Ματσόπουλου» με τα βοηθητικά κτίσματα, τον μανδρότοιχο και τον περιβάλλοντα χώρο. Ακολούθησαν εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης του κτηριακού συγκροτήματος. 

Κάπου εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η πολιτική ηγεσία της πόλης, βλέποντας την επιτυχία του Χριστουγεννιάτικου Χωριού στη Δράμα «Ονειρούπολη» καλεί τους συντελεστές του να κάνουν το ίδιο και στα Τρίκαλα. Ο τότε δήμαρχος Τρικκαίων, Χρήστος Λάππας (2010-2014), κινητοποιεί πόρους και δυνάμεις και ο Μύλος των Ξωτικών ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του ως χριστουγεννιάτικο πάρκο τον Δεκέμβριο του 2011. Οργανωτικά το πάρκο αυτό το λειτουργεί ο Δήμος Τρικκαίων και η δημοτική αναπτυξιακή e-Trikala Α.Ε. (διοργάνωση/λειτουργία), όπως προκύπτει και από επίσημες δημοτικές αναρτήσεις και ανακοινώσεις.

Επιτυχημένο παράδειγμα θεματικού τουρισμού πόλης

Για το αισθητικό κομμάτι του Μύλου, για το πόσο άρτια στημένος είναι, πόσο όμορφοι και φιλικοί είναι οι χώροι του, ενδιαφέρουσες οι δραστηριότητες εντός του, η δομή και η φιλοσοφία του, αλλά και οι διάφορες πρόνοιες που το καθιστούν μια κορυφαία επιλογή εντός Ελλάδας για χριστουγεννιάτικη εξόρμηση, ο καθείς μπορεί να έχει μια υποκειμενική άποψη. Οι αριθμοί όμως και η ίδια η οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί είναι αντικειμενική και λέει πολλά. 

Το project Μύλος των Ξωτικών μπορεί να χαρακτηριστεί freemium (free + premium) που σημαίνει ότι λειτουργεί με ένα μεικτό μοντέλο πρόσβασης. Η βασική εμπειρία είναι δωρεάν ενώ οι επιπλέον υπηρεσίες και εμπειρίες επί πληρωμή. Το γεγονός ότι δεν έχει εισιτήριο είναι κομβικό σημείο όχι μόνο για την επιτυχία και την επισκεψιμότητα αλλά για όλη την τοπική οικονομία. 

Η πραγματική του επιτυχία δεν αποτυπώνεται μόνο στη δημοφιλία του ή στις εντυπώσεις των επισκεπτών, αλλά κυρίως στα μετρήσιμα οικονομικά του αποτελέσματα για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Πέρυσι (2024–2025), ο Μύλος των Ξωτικών υποδέχθηκε πάνω από 1.200.000 επισκέπτες σε διάστημα περίπου 40 ημερών. Πρόκειται για έναν αριθμό εξαιρετικά υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα, που μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες ημερησίως, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα και τις περιόδους αιχμής. Η επισκεψιμότητα αυτή δεν περιορίζεται σε κατοίκους της Θεσσαλίας, αλλά αφορά επισκέπτες από όλη την Ελλάδα, γεγονός που αλλάζει ποιοτικά το αποτύπωμα της διοργάνωσης. Πρόκειται για εθνικής εμβέλειας τουριστικό προϊόν. 

Διαμονή – εστίαση – τοπική αγορά

Κατά την περίοδο λειτουργίας του Μύλου οι πληρότητες των ξενοδοχειακών μονάδων στα Τρίκαλα κινούνται σταθερά άνω του 90–95%, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα. Ταυτόχρονα παρατηρείται αύξηση των τιμών διανυκτέρευσης σε σχέση με άλλες περιόδους του έτους, χωρίς να επηρεάζεται η ζήτηση. Η έλλειψη διαθέσιμων κλινών οδηγεί μέρος της ζήτησης σε όμορους δήμους και περιοχές, επεκτείνοντας το οικονομικό αποτύπωμα πέρα από τα στενά όρια της πόλης. Με δυο λόγια, ο Μύλος μετατρέπει τα Τρίκαλα σε χειμερινό προορισμό πλήρους πληρότητας, κάτι που ελάχιστες ελληνικές πόλεις καταφέρνουν εκτός θερινής περιόδου.

Η αυξημένη επισκεψιμότητα βέβαια αποτυπώνεται άμεσα στην εστίαση (καφέ, εστιατόρια, ταχυφαγεία), στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες μετακίνησης και αναψυχής. Καταστήματα που σε άλλες περιόδους κινούνται σε χαμηλούς ρυθμούς, την περίοδο του Μύλου καταγράφουν πολλαπλάσιους ημερήσιους τζίρους, με αυξημένη κατανάλωση από επισκέπτες που παραμένουν στην πόλη για μία ή περισσότερες ημέρες. Η λειτουργία του Μύλου δεν απορροφά την κατανάλωση εντός του χώρου του - αντίθετα, λειτουργεί ως μηχανισμός διάχυσης της ζήτησης στην τοπική αγορά.

Θέσεις εργασίας και οικονομικό όφελος

Σε επίπεδο απασχόλησης είναι δεδομένο ότι δημιουργούνται εκατοντάδες άμεσες θέσεις εποχικής εργασίας (διοργάνωση, λειτουργία, φύλαξη, τεχνική υποστήριξη, δραστηριότητες) ενώ παράλληλα, ενισχύεται σημαντικά η έμμεση απασχόληση σε ξενοδοχεία, εστίαση, εμπόριο και μεταφορές. Οι συνολικές αμοιβές προσωπικού για τη διοργάνωση ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, που διοχετεύονται άμεσα στην τοπική οικονομία. Όλα αυτά για μια πόλη μεσαίου μεγέθους, σημαίνουν πραγματικό εισόδημα, όχι θεωρητικό όφελος. 

Το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα σύμφωνα με τους επίσημους απολογισμούς της διοργάνωσης, στην τοπική οικονομία εκτιμάται σε περίπου 3 εκατ. ευρώ ετησίως, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία της διοργάνωσης, την κατανάλωση επισκεπτών, τις διανυκτερεύσεις, τη διεύρυνση της εμπορικής δραστηριότητας. Ακόμη κι αν κάποιος κρατήσει επιφυλάξεις για τον ακριβή υπολογισμό του συνολικού τζίρου, το βασικό συμπέρασμα δεν αλλάζει -  το όφελος είναι πολλαπλάσιο του κόστους και αφορά ολόκληρη την τοπική οικονομία. Το όφελος μάλιστα διαχέεται και αρκετά χιλιόμετρα έξω από τα Τρίκαλα καθώς γύρω περιοχές και επιχειρήσεις υποδέχονται επισκέπτες. 

Πολιτική οραματική αλλά και ρεαλιστική

Το πραγματικά ενδιαφέρον αυτού του case study είναι πως μια πόλη, χωρίς καμία χριστουγεννιάτικη παράδοση, κατάφερε να αναδειχθεί σε κορυφαίο προορισμό με πολλαπλά οφέλη. Πως από την σύλληψη μιας ιδέας πέρασε στην αξιοποίηση ενός ιστορικού κελύφους και κατάφερε να είναι συνεπής σε υψηλά λειτουργικά standards για 15 συναπτά έτη, δημιουργώντας παράδοση.

Και βέβαια, όποιος έχει επισκεφθεί τα Τρίκαλα θα καταλάβει ότι δεν είναι μόνον ο Μύλος των Ξωτικών αξιόλογος αλλά μια συλλογική (μάλλον) κουλτούρα που διαπερνά οριζόντια τους πάντες εκεί. Η πόλη στα κεντρικά της σημεία είναι καθαρή, στολισμένη, φωτισμένη. Τα γεφυράκια που ενώνουν τις δυο πλευρές της και ο Ληθαίος ποταμός που τη διαπερνά, προσδίδουν έναν ευρωπαϊκό αέρα και αναδεικνύουν την αρετή της ευταξίας, της φροντίδας και της συλλογικής προσπάθειας. Ακόμη και αυτή η οδηγική συμπεριφορά διαφέρει – προτεραιότητα εκεί έχει ο πεζός.

Ιδέες που εφαρμόζονται

Επιστρέφω πολλά χρόνια πίσω και ανασύρω από την μνήμη μου ένα βιβλίο που είχε γράψει η Άννα Διαμαντοπούλου το μακρινό 2006, «Η Έξυπνη Ελλάδα». Σε εκείνο λοιπόν το βιβλίο – εάν δεν κάνω λάθος- η συγγραφέας μεταξύ άλλων πρότεινε την δημιουργία θεματικών πάρκων ως ένα σχετικά εφικτό για τις οικονομικές και οργανωσιακές μας δεξιότητες και δυνατότητες εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης. Εάν επίσης θυμάμαι καλά, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές της συνεντεύξεις αναφέρονταν για παράδειγμα στην Αρχαία Ολυμπία και στη δυνατότητα πάρκου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή στην Πιερία, στους πρόποδες του Ολύμπου για το παγκοσμίως γνωστό Δωδεκάθεο κ.ο.κ. 

Ψάχνοντας λίγο το πολιτικό προφίλ του τότε δημάρχου Τρικκαίων Χρήστου Λάππα, είδα ότι πολιτικά προέρχονταν ή απολάμβανε τη στήριξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ και μάλιστα στις τελευταίες εσωκομματικές εκλογές του κόμματος αυτού, στήριξε ο ίδιος την υποψηφιότητα της Άννας Διαμαντοπούλου. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί τα γράφω αυτά και τι σχέση έχουν με το θέμα μας. Έχουν σχέση απόλυτη. Οφείλω βέβαια να πω ότι ειδικά για τα Τρίκαλα, λέγεται ότι και ο προκάτοχος του κ. Λάππα, ο κ. Ταμήλος ήταν ένας καλός δήμαρχος και ο κ. Παπαστεργίου μετά, επίσης καλός. Η επιτυχία των Τρικάλων δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν δήμαρχο ούτε σε μία μόνη θητεία. 

Εάν όμως υπάρχει κάποια συσχέτιση όλων όσων με 2-3 απλές αναζητήσεις στην Google ανέσυρα και όσων θυμάμαι από τον πολιτικό λόγο προσώπων, καταλήγω στο συμπέρασμα πως υπάρχουν πολλές, ώριμες και ρεαλιστικές ιδέες στο δημόσιο διάλογο. Ιδέες που μπορούν σχετικά εύκολα να μετασχηματιστούν από όραμα σε πράξη και να αλλάξουν την μοίρα ενός τόπου. Ο προϋπολογισμός του Μύλου των Ξωτικών δεν ξεπερνά το 1,5 εκ ευρώ ετησίως - δεν είναι απαγορευτικός. Υπό κανονικές συνθήκες θα πρότεινα σε κάθε δήμαρχο να αναζητήσει την τεχνογνωσία αυτή και αύριο το πρωί να τη μεταφέρει στον τόπο του. 

Παράδειγμα προς μίμηση 

Κάθε γωνιά της χώρας μας έχει μια δική της ιστορία να διηγηθεί. Ιστορία που πολλές φορές ξεπερνά και τα σύνορά μας – με λίγη βοήθεια μπορεί να καταστεί παγκόσμια (Ολυμπιακοί, δωδεκάθεο, Μέγας Αλέξανδρος, Ελληνική Μυθολογία, Σπάρτη, Δημοκρατία, Περσικοί Πόλεμοι κ.ο.κ). Κάθε γωνιά και πόλη έχει επίσης σημαντικό κτηριακό απόθεμα – ανενεργό. Αρκεί να σκεφτούμε έξυπνα, να κινητοποιήσουμε τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, να φροντίσουμε τα project να ωφελούν τους πολλούς – τα οφέλη να διαχέονται και να μην συγκεντρώνονται σε λίγους. Αρκεί να μείνουμε συνεπείς σε ορισμένες επιχειρηματικές αρχές – υπερβαίνοντας την τσαπατσουλιά της δημόσιας διαχείρισης. 

Το μαράζωμα δεν είναι νομοτέλεια. Είναι αποτέλεσμα απουσίας ιδεών ή –συχνότερα– απουσίας πίστης ότι μπορούν να εφαρμοστούν. Ο Μύλος των Ξωτικών δείχνει ότι όταν μια ιδέα πατά στην ταυτότητα του τόπου, οργανώνεται σοβαρά και υπηρετεί τους πολλούς, μπορεί να αλλάξει την οικονομία μιας ολόκληρης περιοχής. Το ερώτημα δεν είναι αν γίνεται. Είναι γιατί δεν γίνεται συχνότερα.

Πρέπει να γίνει κάτι με τα άδεια κτήρια εκτός πόλεων; άρθρο στη VORIA στις 3/1/2026



Είμαι σίγουρος ότι όλοι το έχετε παρατηρήσει και πολλοί από εσάς ίσως να το έχετε σκεφτεί κάθε φορά που με αυτοκίνητο διατρέχετε την ελληνική επικράτεια. Μόλις βγούμε από τις πόλεις μας, από τις παρυφές του σχεδόν, ξεκινά μια πραγματικότητα που είναι τουλάχιστον άσχημηΔεκάδεςεκατοντάδες ίσως χιλιάδες άδεια κτίσματα – κτήρια διάσπαρτα παντού. Εγκαταλελειμμένα ή απλά κλειστά, λεηλατημένα, άλλα σφραγισμένα, πάντως εμφανώς χωρίς να φιλοξενούν κάποια λειτουργία. Κτήρια παλιά και νεότερα, μικρά μεσαία και μεγάλα, βιομηχανικά, εμπορικά, κτήρια εμπορικά, εκθέσεων, αποθήκες, συνεργεία, κτήρια αγροτικών εκμεταλλεύσεων κ.ο.κ. Λίγο έξω και λίγο μέσα από χωριά και επαρχιακές πόλεις, υποδέχονται τον επισκέπτη ή τον ταξιδευτή με ένα ίδιο και απαράλλακτο μοτίβο - μια εικόνα δυστοπική, περιβαλλοντικά επίφοβη, λειτουργικά απαράδεκτη και αισθητικά τριτοκοσμική. Εικόνα που είναι τόσο διαδεδομένη που την έχουμε σχεδόν αποδεχθεί. Την θεωρούμε φυσικό στοιχείο της ελληνικής περιφέρειας, φυσικό background των αυτοκινητοδρόμων μας, της περιφέρειας, της υπαίθρου. 

Το οξύμωρο βέβαια είναι ότι όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «αναπτυξιακό όραμα» και την απαραίτητη από δεκαετίες «αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου», τόσο αυτή η σκιά μεγαλώνει. Δεν φταίνε μόνο οι οικονομικοί κύκλοι ή οι κρίσεις που άδειασαν βίαια δεκάδες κτήρια. Φταίει και κάτι βαθύτερο κατά την άποψή μου - η αδράνεια. Ένα είδος θεσμικής κόπωσης που μας κάνει να βλέπουμε μπροστά μας εγκαταλελειμμένα ακίνητα και να τα θεωρούμε… τοπίο. Σαν να ήταν πάντα εκεί, σαν να μην χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.

Τρία μικρά συμπεράσματα

Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι πως η χώρα «αποβιομηχανοποιήθηκε» αν δεχθούμε καταχρηστικά ότι οι λειτουργίες που φιλοξενούσαν τα κτήρια αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο «βιομηχανία» της. Τόσα πολλά κτίρια κουφάρια παντού, μαρτυρούν μια μεγάλη σταδιακή αποδιάρθρωση. Χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα κτηριακού αποθέματος έμειναν πίσω, έξω από το ρεύμα της οικονομίας, έξω από τις ζωές των ανθρώπων. Εργοστάσια που κάποτε δούλευαν σε τρεις βάρδιες, αποθήκες που άδειαζαν νταλίκες σαν χείμαρροι, μικρά κτίρια που γεννήθηκαν για να στεγάσουν επαγγέλματα που σήμερα δεν υπάρχουν. Όταν τα προσπερνώ και τα καταμετρώ από τη θέση του οδηγού, σκέφτομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να ήταν στη Σοβιετική Ένωση στα τέλη των 80s, με τη διαφορά ότι εκεί είχαν πραγματικά εργοστασιακές μονάδες θηριώδους κλίμακας. Η άλλη αναλογία που ήρθε στο μυαλό είναι αυτή με ορισμένες μετα-αποκαλυπτικές ταινίες του Χόλιγουντ που δείχνουν την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους και μερικούς επιζώντες μέσα σε νεκρά ημιαστικά τοπία. Υπερβολικό; Το παραδέχομαι.

Δεύτερο συμπέρασμα - η χώρα μας κάποτε είχε παραγωγική ζωή στην περιφέρεια. Δεν εξετάζω με αυστηρή οικονομική σκοπιά , ούτε με μακροοικονομικούς δείκτες την βιωσιμότητα αυτής της «παραγωγικής ζωής». Δεν εξετάζω καθόλου αν παράγονταν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες – λέω κάτι πιο απλό. Εκεί γύρω από τα εγκαταλελειμμένα σήμερα κτήρια και κουφάρια, κάποτε εργάζονταν δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Σκεφτείτε μόνο το εξής – πόσα «επιπλάδικα» βλέπετε σήμερα άδεια, παρατημένα, δίπλα από τον δρόμο; Πόσα συνεργεία αυτοκινήτων, πόσα παρατημένα μικρά εμπορικά, πόσες αποθήκες; Όλα αυτά φιλοξενούσαν την εργασία και έβγαζαν το μεροκάματο χιλιάδων εργαζομένων που κατά κανόνα δεν διέμεναν στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Σήμερα στέκουν εκεί, σφραγισμένα στο καλό σενάριο – στο κακό λεηλατημένα ή μίσογκρεμισμένα, να μας θυμίζουν το παρελθόν.

Τρίτο συμπέρασμα, όλα χτίστηκαν μάλλον χωρίς κάποιο σχεδιασμό. Αν δει κανείς από ψηλά - με zoom out-  ολόκληρες περιοχές, θα δει κτήρια όπου μπορεί να φανταστεί. Μέσα σε χωράφια, δίπλα ή μακριά από δρόμους, χωρίς άλλες υποδομές, άναρχα. Φύρδην μίγδην, ατάκτως ειρημένα, εμφανώς χωρίς κανένα χωροταξικό σχέδιο, χωρίς μάλλον αυστηρές χρήσεις γης. Ό,τι βόλευε, όπως βόλευε μάλλον. 

Είναι πρόβλημα; Μόνο αν το παραδεχθούμε θα το λύσουμε

Πιστεύω ότι αν φτάσατε σε αυτές τις γραμμές του σημειώματος αυτού, λογικά θα συμφωνείτε λιγότερο ή περισσότερο με τις περιγραφές και τα πρώτα απλά συμπεράσματά μου. Είναι σημαντικό να συμφωνούμε σε κάτι αρχικό – είναι προϋπόθεση να δούμε το «παρακάτω». Παρατηρώντας λοιπόν από χρόνια αυτήν την πραγματικότητα θυμήθηκα ότι πριν από 15 χρόνια είχα ακούσει από καθηγητή πανεπιστημίου σε ιδιωτική συνάντηση ότι κάποιες προηγμένες χώρες της Δύσης για να αντιμετωπίσουν το ίδιο πρόβλημα, οργάνωσαν σχέδια, σκέφτηκαν διαδικασίες και τις μετασχημάτισαν σε δημόσιες πολιτικές. 

Επειδή προσωπικά πιστεύω ότι η σημερινή πραγματικότητα είναι προβληματική είπα να ψάξω περισσότερα στοιχεία. Στη βάση αυτών των σχεδίων υπάρχει μια κεντρική παραδοχή. Το εγκαταλειμμένο κτήριο δεν είναι μια ουδέτερη κατάσταση – είναι αδρανές κεφάλαιο, είναι πόρος, είναι δεσμευμένος χώρος και δυνητικά κίνδυνος και επιβάρυνση για την περιοχή.

Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το πρόβλημα των άδειων και εγκαταλελειμμένων κτηρίων δεν αντιμετωπίστηκε ως μια θλιβερή παρενέργεια της ανάπτυξης και των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, αλλά ως δομικό ζήτημα χωρικής και οικονομικής πολιτικής. Οι τοπικές αρχές, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, προχώρησαν σε συστηματική χαρτογράφηση του αδρανούς κτηριακού αποθέματος. Υποχρεώθηκαν να τηρούν Brownfield Land Registers, δημόσια μητρώα αναξιοποίητης γης και κτιρίων, ενώ σε πολλές περιοχές εφαρμόστηκαν Empty Property Strategies, δηλαδή ολοκληρωμένες πολιτικές χαρτογράφησης και επανάχρησης αδρανών κελυφών. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σκωτίας, όπου από το 1993 λειτουργεί το Vacant and Derelict Land Survey (VDLS), μια ετήσια, επίσημη απογραφή εγκαταλελειμμένης γης και κτηρίων, που δίνει στο κράτος και στους δήμους σαφή εικόνα του τι είναι κενό, πού βρίσκεται και για πόσο παραμένει ανενεργό. 

Σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, τα άδεια κελύφη αντιμετωπίστηκαν ως πρώτη ύλη για αστική αναγέννηση, πολιτιστικές χρήσεις, νέες μορφές παραγωγής και κατοίκησης. Μεγάλοι δήμοι του εξωτερικού έχουν κανονικά «βιβλία ευκαιριών», portfolios έτοιμα για επενδυτές. Κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν κάτι απλό αλλά κρίσιμο. Πριν μιλήσουν για ανάπτυξη, φρόντισαν να ξέρουν τι έχουν ήδη στα χέρια τους. 

Με δυο λόγια δηλαδή ποια κτήρια είναι κενά, ποια εγκαταλελειμμένα, ποια μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν και με ποιους όρους. Δημιούργησαν δημόσια μητρώα, ψηφιακά αρχεία και «χαρτοφυλάκια ευκαιριών» που παρουσίαζαν συγκεντρωμένα αυτά τα κελύφη σε επενδυτές, φορείς και επιχειρήσεις. Η λογική ήταν απλή αλλά ριζοσπαστική για τα ελληνικά δεδομένα - πριν χτίσεις κάτι καινούργιο, οφείλεις να ξέρεις τι έχεις ήδη αφήσει να ρημάζει

«Και η Ελλάδα κύριε»; 

Ο μεσότιτλος αυτός προέρχεται από το διαφημιστικό spot της Νέας Δημοκρατίας του 2012, τότε που ένα κοριτσάκι ρωτούσε τον δάσκαλό της γιατί η Ελλάδα ήταν εκτός ευρώ ως συνέπεια πιθανής νίκης του τότε ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το δανείζομαι εισαγωγικά για να δούμε τι συμβαίνει στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν εργαλεία που μοιάζουν με τα ανωτέρω, αλλά είναι διάσπαρτα και με διαφορετικούς σκοπούς. Δεν υπάρχει (ακόμη) ένα ενιαίο «UK-style» χαρτοφυλάκιο για όλο το αδρανές/άδειο κτηριακό απόθεμα (βιομηχανικά κελύφη, αποθήκες, κουφάρια εκτός πόλεων κ.λπ.) με λογική «το δείχνω σε επενδυτή και ξεμπλοκάρω την επανάχρηση». 

Η ΑΑΔΕ δρομολογεί την ηλεκτρονική απογραφή/ταυτοποίηση στοιχείων (χρήση ακινήτου, αντιστοίχιση με Κτηματολόγιο κ.λπ.) ως βάση για το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ). Όμως το ΜΙΔΑ δεν είναι «vacant buildings register» τύπου επανάχρησης. Κυριολεκτικά είναι μητρώο για ποιος έχει τι και πώς χρησιμοποιείται (φορολογικά/διοικητικά). Αλλά μπορεί να γεννήσει στατιστικά για τα «κενά» (π.χ. κατοικίες) και να τροφοδοτήσει πολιτικές. 
Παράλληλα «τρέχει» ως έργο το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων (Ε.Μ.Α.), με κεντρικό αναγνωριστικό τον ΚΑΕΚ και στόχο να συγκεντρώνει/διασταυρώνει δεδομένα από φορείς (νομικά, γεωχωρικά κ.ά.). Αυτό είναι επίσημα ανακοινωμένο από το Ελληνικό Κτηματολόγιο. Και εδώ όμως δεν έχουμε «book επενδυτικών κελυφών», αλλά υποδομή που δυνητικά μπορεί να υποστηρίξει τέτοιες πολιτικές στο μέλλον. 

Στην Ελλάδα έχουμε και το Μητρώο Αδρανών Βιομηχανικών Κτιρίων (ΜΑΒΚ) - το πιο κοντινό σε «UK industrial shells book», αλλά με στενό πεδίο. Αυτό αφορά βιομηχανικές εγκαταστάσεις εντός Οργανωμένων Υποδοχέων/Επιχειρηματικών Πάρκων που έχουν παύσει για χρόνια — όχι το χαοτικό σύμπαν των «κουφαριών» εκτός σχεδίου.
Τέλος, υπάρχουν δημοσιεύματα που αναφέρονται σε πρόθεση/σχεδιασμό για μητρώα εγκαταλελειμμένων ακινήτων σε κάθε δήμο, ώστε το ΥΠΕΝ να έχει εικόνα ανά περιοχή

Συμπέρασμα

Στην Ελλάδα δεν έχουμε έναν μηχανισμό με καθολική, οριζόντια μορφή «national registry» που θα έλεγες «ναι, έχουμε κάτι σαν αυτά τα προηγμένα των άλλων (ούτε ενιαίο interface, ούτε υποχρεωτική περιοδική επικαιροποίηση για όλους τους δήμους). Όμως στην Ελλάδα τώρα γεννιούνται υποδομές καταγραφής που μπορούν να παράγουν πολιτική για κενά ακίνητα. Η Ελλάδα τώρα φτιάχνει το «μητρώο του ποιος έχει τι» — δεν έχει ακόμα το μητρώο του «τι σαπίζει πού». Τα εργαλεία που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα δεν σχεδιάστηκαν για πολιτική επανάχρησης• σχεδιάστηκαν για διοίκηση, φορολογία και έλεγχο. Αυτό είναι η βασική διαφορά. Το στοίχημα είναι αυτά τα βήματα να μην μείνουν απλή καταγραφή της παρακμής αλλά να γίνουν αφετηρία επανάχρησης.

Σε κάθε περίπτωση – προσωπική μου εκτίμηση είναι πως – ακόμη και όταν φτιάξουμε τα εργαλεία αυτά, δεν θα είναι εφικτό να φτάσουν σε όλη την περιφέρεια. Το πρόβλημά μας είναι τόσο απλωμένο στο χώρο και πολλά από τα κουφάρια σχετικής χρηστικής αξίας που δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε κεντρικά να τα βάλουμε και πάλι στο παιχνίδι. Εδώ πρέπει να μπει στο παιχνίδι πιο αποφασιστικά η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου σημειώματος.

Το 2025 φεύγει με αντιφάσεις και αφήνει ερωτήματα, το 2026 αναζητά νέο αφήγημα, άρθρο στη VORIA στις 27/12/2025



Οι ημέρες των χριστουγεννιάτικων εορτών, εκεί λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου και την έλευση του νέου έτους, προσφέρονται για μικρούς απολογισμούς, για εκτιμήσεις, για αξιολογήσεις αλλά και σχέδια. Το 2025 που φεύγει ολοκληρώνει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και -εκτιμώ- ότι έφερε μαζί του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.

Εντάσσεται σε μια παράδοση ετών, ειδικά του τρέχοντος αιώνα, που δημιουργούν επισφάλεια, ανασφάλεια, ερωτήματα, αστάθεια και μια αίσθηση γενικευμένης αβεβαιότητας για το τι μέλλει γενέσθαι. Ο μεσο-μακροπρόθεσμος ορίζοντας για πολλές κοινωνίες στη Δύση είναι προβληματικός και αυτό το αντιλαμβάνονται. Οι μεταπολεμικές σταθερές πάνω στις οποίες χτίστηκε ο κόσμος μας, αμφισβητούνται από πολλές πλευρές.

Αμφισβητούνται από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από εσωτερικούς αναθεωρητισμούς – από μεγάλες δημογραφικές τάσεις, από παραγωγικές μετατοπίσεις, από πολεμικές συγκρούσεις σε μήκη και πλάτη του πλανήτη που πιστεύαμε ότι δεν θα βλέπαμε ξανά την ισχύ των όπλων. Αν αυτή η γενικευμένη αβεβαιότητα είναι το διεθνές πλαίσιο, στην ελληνική περίπτωση αποκτά πιο συγκεκριμένα, σχεδόν απτά χαρακτηριστικά. Δεν τη συναντά κανείς μόνο στους δείκτες ή στις γεωπολιτικές αναλύσεις· τη συναντά στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στο βενζινάδικο, στη συζήτηση για το αν «βγαίνει ο μήνας». Και όμως αν δει κανείς – ή θυμηθεί – την προ 15ετίας και προ 10ετίας κατάσταση της χώρας, οφείλει να παραδεχθεί ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Από την άλλη τί να πεις σε αυτόν που σήμερα δυσφορεί; 

Το 2025 ήταν για την Ελλάδα μια χρονιά αντιφάσεων. Μακροοικονομικά, η χώρα κινήθηκε σε τροχιά ομαλότητας, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομική πειθαρχία και ένα διεθνές αφήγημα «επιστροφής στην κανονικότητα». Κοινωνικά όμως, η εικόνα ήταν πιο θολή. Η αγοραστική δύναμη παρέμεινε χαμηλή, το στεγαστικό πρόβλημα οξύνθηκε, οι ανισότητες παγιώθηκαν και η αίσθηση κοινωνικής κινητικότητας –το περίφημο «να πας λίγο παραπάνω από εκεί που ξεκίνησες»– μοιάζει για πολλούς να έχει κολλήσει μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου.

Συλλαλητήρια για τα Τέμπη στην αρχή του χρόνου

Το 2025 ξεκίνησε με ένα μεγάλο – ιστορικού μεγέθους συλλαλητήριο με κεντρικό αίτημα την απόδοση ευθυνών και την απονομή δικαιοσύνης στην υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Αξίζει να σημειωθεί το μοναδικά πολυπληθές της διαμαρτυρίας, η γεωγραφική της εξάπλωση εντός και εκτός συνόρων, η απουσία κομματικών χρωμάτων και συμβόλων αλλά και μια υφολογία σιωπηρής διαμαρτυρίας – όλα στοιχεία διαφορετικά από τη μεταπολιτευτική σκηνογραφία. Η κινητοποίηση και η ενεργή παρουσία του λαϊκού παράγοντα λειτουργεί διαχρονικά ως επιταχυντής των εξελίξεων. Θέτει σε κίνηση μηχανισμούς που σε περιόδους αδράνειας παραμένουν ανενεργοί ή υπολειτουργούν. Αποτέλεσμα αυτής της κινητοποίησης είναι να μην μπορεί κανείς εύκολα να προβλέψει το μέλλον με ακρίβεια καθώς δεν μπορεί να γνωρίζει που θα εκβάλει. Ταυτόχρονα όμως διαφαίνεται πως το μέλλον δεν θα χτιστεί ερήμην της κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια, η κινητοποίηση δεν αποτελεί παρεκτροπή αλλά ουσιώδη ενίσχυση της δημοκρατικής διαδικασίας.

ΟΠΕΚΕΠΕ και συστημική αποτυχία

Το άλλο μεγάλο ζήτημα της χρονιάς που κλείνει είναι το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Εδώ το κρίσιμο ήταν οι διάλογοι των εμπλεκόμενων που δημοσιεύτηκαν. Το ύφος όσων μιλούσαν με μια χαρακτηριστική άνεση και με μια βεβαιότητα διευθέτησης ήταν η θρυαλλίδα και ίσως το σημείο που εξόργισε τους περισσότερους, πέραν του οικονομικού μεγέθους του σκανδάλου που είναι υψηλότατο. Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ συναρθρώνονται μια σειρά από παθογένειες και ευθύνες που θα έλεγε κανείς ότι είναι μια ακτινογραφία της κακοδαιμονίας μας. Συστημικές αποτυχίες, ισχυρά δίκτυα συμφερόντων, εμπλοκή ή και κάλυψη πολιτικών προσώπων, διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων και αδυναμία θεσμικής αλλά και πολιτικής διάθεσης για κάθαρση. 

Μπλόκα αγροτών

Η χρονιά κλείνει με τους αγρότες στις εθνικές οδούς. Αυτή τη φορά φαίνεται πως απολαμβάνουν μιας αυξημένης στήριξης ή και ανοχής από τους υπόλοιπους πολίτες. Και οι ίδιοι φαίνεται να επιλέγουν τη σκληρή στάση, απορρίπτοντας σχετικά εύκολα τις προτάσεις για διάλογο. Στην υπόθεση αυτή μπορούμε να πούμε πολλά – συναρθρώνεται ένα ελληνικό πρόβλημα δεκαετιών, με όλες τις παραμέτρους του, με ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις. Βλέπουμε την κορυφή ενός παγόβουνου που σχηματίζονταν χρόνια αλλά τώρα έφτασε σχεδόν στην πλώρη μας. Λύση στο εθνοκρατικό πεδίο δεν υπάρχει – αλλά και να υπήρχε, απαιτεί μια σειρά από επιλογές και δημόσιες πολιτικές πολύ βαθιές. Πολιτική βούληση, τεχνοκρατική επάρκεια, διανοητική και πολιτική ωρίμανση και κυρίως αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Για να είμαστε δίκαιοι, χώρες στα δικά μας κυβικά που τα καταφέρνουν υπάρχουν. Εμείς δεν ξέρω κατά πόσο είμαστε ικανοί να υλοποιήσουμε ένα τέτοιο project μετεξέλιξης.

Το κοινό αίτημα

Είτε Τέμπη, είτε ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε μπλόκα των αγροτών – το κοινό νήμα που συνδέει τα αιτήματα είναι ένα και πατά πάνω στην ίδια αγωνία. Δεν είναι απλά ένας καλός και ασφαλής σιδηρόδρομος, δεν είναι μια δίκαιη και αναπτυξιακή αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων ούτε 2-3 διευθετήσεις στο κόστος παραγωγής της αγροτικής παραγωγής. Είναι η υποβόσκουσα αγωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων για το πώς πορευόμαστε στον 21ο αιώνα. Είναι μια λανθάνουσα απαίτηση για εκσυγχρονισμό, για «κανονικότητα», για στοιχειώδη προβλεψιμότητα. Αυτό το κοινό νήμα είναι που κατέβασε εκατομμύρια στον δρόμο, που δείχνει ανοχή στα μπλόκα και περιβάλλει με απαξία φαινόμενα ΟΠΕΚΕΠΕ. Νήμα που τοποθετείται πάνω από τα κόμματα και την δομική αδυναμία τους να επηρεάσουν το πώς σκέφτεται και πώς νιώθει αυτή η βαθιά ή βουβή πολιτικά Ελλάδα.

Η πάλη των αφηγημάτων

Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική δυσκολεύεται να αρθρώσει πειστικό λόγο, όχι τόσο γιατί λείπουν οι διαπιστώσεις, αλλά γιατί απουσιάζει η σύνθεση. Οι πολίτες ακούν πολλά, συχνά αντικρουόμενα, σπάνια όμως νιώθουν ότι κάποιος ενώνει τις τελείες. Ότι υπάρχει ένα καθαρό σχήμα για το πού βρισκόμαστε και –κυρίως– για το πού πάμε. Το 2025 δεν ήταν χρονιά μεγάλων πολιτικών ανατροπών. Ήταν όμως χρονιά συσσώρευσης κόπωσης, σκεπτικισμού και μιας ήσυχης, υπόγειας δυσπιστίας απέναντι σε όλους. Το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί ενεργούν σα να μην «τρέχει» τίποτα, σα να μην έχει καταρρεύσει η αξιοπιστία, με ένα εγχειρίδιο business as usual.  

Η κυβέρνηση έχει επιχειρήματα, έχει λογικά και ποσοτικά ερείσματα, έχει ένα συγκεκριμένο αφήγημα που καταλήγει σε διλημματική διακύβευση. Συγκρατεί δημοσκοπικές δυνάμεις εμφανώς όμως πιο χαμηλά από τις εκλογικές της επιδόσεις. Έχει ασκήσει πολιτικές στο πεδίο – που όπως κάθε σοβαρή πολιτική που σέβεται τον εαυτό της – έχει ωφελημένους και ευνοημένους και αντιστοίχως ριγμένους και λιγότερο ευνοημένους ή και ζημιωμένους. Ό,τι και αν κάνει, ό,τι και αν πετύχει, όποια θετική είδηση και αν προκαλέσει, αντιπαλεύει με το γενικευμένο perception που λένε και οι Άγγλοι. Και στο πεδίο αυτό οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί για την ίδια. 

Το θετικό για αυτήν είναι πως από την άλλη δεν υπάρχει ένα κυρίαρχο αφήγημα που να σταθεί απέναντι στο δικό της με όρους πλειοψηφικούς. Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις βράζουν στο ίδιο δημοσκοπικό καζάνι. Καμία από αυτές δεν έχει δείξει ότι μπορεί να κάνει ένα άλμα επιρροής και να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Η συζήτηση για δημιουργία νέων κομμάτων επιβεβαιώνει την αδυναμία αυτή και δεν δημιουργεί προϋποθέσεις «εδώ και τώρα αλλαγής» συσχετισμών.

2026

Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως χρονιά θεαματικών ανατροπών, αλλά ως χρονιά κρίσιμων αποφάσεων. Είτε αποδειχθεί έτος εκλογικό είτε παραμείνει προεκλογικό, τα βασικά ερωτήματα για τη χώρα παραμένουν πάνω στο τραπέζι, σε κεντρικό σημείο και φωνάζουν. Ως εκ τούτου το 2026 θα είναι μια χρονιά κατά την οποία θα δοκιμαστεί αν η συσσωρευμένη κόπωση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κατεύθυνση ή αν θα παραμείνει διάχυτη δυσπιστία χωρίς έκφραση. Η κοινωνία δείχνει να ζητά λιγότερα συνθήματα και περισσότερη σοβαρότητα, λιγότερη αυτάρκεια και περισσότερη αξιοπιστία. Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει επικοινωνιακά τη χρονιά, αλλά ποιος μπορεί να πείσει ότι κατανοεί το βάθος των προβλημάτων και έχει σχέδιο να τα αντιμετωπίσει.

Σε αυτό το πλαίσιο, το 2026 θα είναι χρονιά αφηγήματος ή δεν θα είναι καθόλου. Όχι αφηγήματος με την επιφανειακή έννοια, αλλά μιας συνεκτικής πρότασης που να ενώνει οικονομία, κοινωνία και θεσμούς σε ένα πειστικό σχήμα. Αν κάτι έδειξε το 2025, είναι ότι η κοινωνία δεν αρκείται πλέον στο «λίγο καλύτερα από πριν» ούτε στο «δεν υπάρχει εναλλακτική». Ζητά νόημα και προοπτική. Όποιος καταφέρει να μεταφράσει αυτά τα αιτήματα σε πολιτική πρόταση, θα καθορίσει και τους συσχετισμούς της επόμενης περιόδου – και αυτό αφορά τους πάντες. Και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.