Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γιατί οι πολιτικοί δεν εξηγούν πια; άρθρο στη VORIA στις 20/06/2026

 


Όταν υπηρετούσα τη θητεία μου, είχα κάποτε μια απορία που φαινόταν μικρή, σχεδόν αστεία, αλλά μέσα μου δεν ήταν. Γιατί έπρεπε ο Έλληνας φαντάρος να μάθει να διπλώνει με απόλυτη ακρίβεια τις κουβέρτες του, να φτιάχνει φάκελο και υποφάκελο, να βάζει μέσα το μαξιλάρι, να τα δένει όλα με εκείνα τα σκοινιά που τότε τα λέγαμε «χταπόδια»; Καταλάβαινα την ανάγκη της πειθαρχίας - στρατός χωρίς πειθαρχία δεν υπάρχει. Αλλά η πειθαρχία από μόνη της δεν μου αρκούσε ως απάντηση. Δεν έβλεπα το νόημα. Έβλεπα μόνο την εντολή. Ένας ανθυπολοχαγός, περίπου στην ηλικία μου τότε, είχε την καλοσύνη να μου το εξηγήσει. Μου είπε, με απλά λόγια, ότι όλη αυτή η διαδικασία δεν ήταν ένα τελετουργικό ταλαιπωρίας αλλά ένας μηχανισμός ετοιμότητας. Αν χρειαζόταν άμεση κινητοποίηση, αν έπρεπε να φύγουμε γρήγορα από το στρατόπεδο, να μετακινηθούμε, να στρατοπεδεύσουμε αλλού, έπρεπε ο καθένας να μπορεί να οργανώσει γρήγορα και σωστά τα απολύτως αναγκαία του. Μια κουβέρτα για να στρώσει, μια για να σκεπαστεί, το μαξιλάρι, τα βασικά πράγματα δεμένα και έτοιμα για μεταφορά. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πλήρης στρατιωτική εξήγηση όμως εκείνη τη στιγμή κατάλαβα. Και όταν κατάλαβα, η ίδια εντολή μου φάνηκε λιγότερο παράλογη. Η επόμενη ερώτησή μου ήταν σχεδόν αυθόρμητη: γιατί δεν το λέτε από την αρχή; Γιατί δεν το εξηγείτε; Γιατί να το παρουσιάζετε μόνο ως απαίτηση πειθαρχίας, ενώ υπάρχει πίσω του μια πρακτική λογική; Δεν θα ήταν πιο εύκολο για έναν νέο άνθρωπο να ακολουθήσει μια οδηγία όταν αντιλαμβάνεται τον σκοπό της; Δεν θα ήταν πιο ουσιαστική και η ίδια η πειθαρχία, αν πατούσε όχι μόνο στον φόβο της εντολής, αλλά και στην κατανόηση της ανάγκης;

Το θυμήθηκα αυτό πολλές φορές αργότερα, παρακολουθώντας την πολιτική ζωή της χώρας. Διότι και στην πολιτική συμβαίνει συχνά κάτι ανάλογο. Αποφάσεις λαμβάνονται, μέτρα ανακοινώνονται, περιορισμοί επιβάλλονται, επιλογές παρουσιάζονται ως μονόδρομοι, αλλά σπανίως εξηγούνται πραγματικά. Και εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο σοβαρά ελλείμματα της σημερινής πολιτικής. Οι πολιτικοί μας μιλούν πολύ, ανακοινώνουν πολύ, αντιπαρατίθενται πολύ, επικοινωνούν ακόμη περισσότερο. Αλλά εξηγούν λίγο.

Η συνθετότητα δεν είναι άλλοθι

Η συνθετότητα της σημερινής διακυβέρνησης είναι δεδομένη. Το κράτος δεν διοικείται πια με απλές εντολές, ούτε με γραμμικές αποφάσεις. Υπάρχει ευρωπαϊκό πλαίσιο, ανεξάρτητες αρχές, πολυεπίπεδη διοίκηση, δήμοι, περιφέρειες, υπουργεία, διεθνείς δεσμεύσεις, δημοσιονομικοί περιορισμοί, αγορές, τεχνολογικές μεταβολές. Η πολιτική εδώ και χρόνια ασκείται μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα περιορισμών, δυνατοτήτων, αντικρουόμενων συμφερόντων και αντικειμενικών δυσκολιών. Αυτό απαιτεί πολιτικό προσωπικό σε κάθε βαθμίδα· άλλοτε επαρκές, άλλοτε όχι. Έτσι όμως λειτουργεί η δημοκρατία. Όποιος αναδεικνύεται δημοκρατικά αποκτά δικαίωμα να αποφασίζει, να κατευθύνει, να ιεραρχεί, να διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και δημόσια προβλήματα. Αυτό είναι αποδεκτό - δεν υπάρχει άλλη νόμιμη βάση πολιτικής εξουσίας από τη λαϊκή εντολή.

Όμως η πολιτική, πέρα από άσκηση εξουσίας, είναι και διαδικασία κατανόησης. Είναι τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μαθαίνει να διαβάζει τον εαυτό της, τα προβλήματά της, τα όριά της και τις επιλογές της. Σε πολλά πεδία της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής, υπάρχουν ερωτήματα. Ερωτήματα που αν απαντηθούν με στοιχειώδη επάρκεια μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την πραγματικότητα, αποδέχεται τις αποφάσεις, συμμορφώνεται ή αντιδρά. 

Παραδείγματα

Ας πάρουμε την ενέργεια. Ο πολίτης ακούει ότι η Ελλάδα παράγει πλέον σημαντική ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που κατά βάση είναι φτηνή. Ακούει ότι κάποιες ώρες υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή. Και την ίδια στιγμή πληρώνει ακριβό ρεύμα. Πώς γίνεται αυτό; Γιατί δεν αποθηκεύεται επαρκώς η ενέργεια; Γιατί δεν υπάρχουν οι αναγκαίες μπαταρίες και οι υποδομές αποθήκευσης; Γιατί όταν υπάρχει πλεόνασμα ενέργειας μπορεί να πωλείται φθηνά σε άλλες γειτονικές χώρες και να αγοράζεται μετά ακριβά; Δεν λέω ότι γνωρίζω την απάντηση. Λέω ότι κάποιος πρέπει να την εξηγήσει. Επισήμως. Καθαρά. Χωρίς συνθήματα και χωρίς υπερδοσολογία τεχνικών όρων που στο τέλος δεν καταλαβαίνει κανείς. Όσο πιο πειστικά το εξηγήσει κανείς, τόσο θα πλεονεκτεί πολιτικά έναντι των αντιπάλων του. 

Το ίδιο ισχύει με τις τιμές στα προϊόντα. Πώς γίνεται ένα ελληνικό προϊόν να φτάνει στο ράφι του Έλληνα καταναλωτή ακριβότερο από όσο φτάνει σε ράφι άλλης ευρωπαϊκής χώρας; Πού ακριβώς ανεβαίνει το κόστος; Στην παραγωγή; Στη μεταποίηση; Στη μεταφορά; Στη διανομή; Στα περιθώρια κέρδους; Στη φορολογία; Στις στρεβλώσεις της αγοράς; Στην έλλειψη ανταγωνισμού; Υπάρχει μια αλυσίδα. Αυτή η αλυσίδα πρέπει να φωτιστεί. Συγκεκριμένα. Αν δεν εξηγείται πού δημιουργείται η επιβάρυνση, τότε ο πολίτης μένει με την αίσθηση ότι όλοι κάτι κρύβουν και όλοι κάπου κερδίζουν εις βάρος του.

Το ίδιο και στη στέγη. Γιατί είναι τόσο ακριβή η κατοικία στην Ελλάδα; Γιατί ανέβηκαν τόσο πολύ οι τιμές αγοράς και ενοικίασης; Η απάντηση ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση είναι μια αρχή, όχι εξήγηση. Πώς γίνεται να υπάρχει τόσο υψηλή ζήτηση όταν το μέσο εισόδημα παραμένει χαμηλό; Τι ρόλο παίζουν τα παλιά ακίνητα που μένουν κλειστά; Τι ρόλο παίζουν η βραχυχρόνια μίσθωση, το κόστος κατασκευής, η τραπεζική χρηματοδότηση, η φορολογία, οι περιορισμοί στη δόμηση; Και από την άλλη, γιατί δεν αυξάνεται η προσφορά; Γιατί δεν δημιουργείται νέο απόθεμα κατοικίας, με οργανωμένο τρόπο, ώστε να μειωθεί η πίεση στη γη και να υπάρξει πεδίο νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας

Όποιος μπει στη βάσανο της εξήγησης θα πλεονεκτεί. Γιατί σήμερα κυριαρχεί μια δήθεν επικοινωνία, πληθωριστική και άνευ αξίας, που αποφεύγει την πραγματική ουσία. Ουσία που αν συνδυαστεί με πραγματική «επικοινωνία» τσακίζει κόκαλα και αλλάζει μεσοπρόθεσμα τους πολιτικούς συσχετισμούς. Εξάλλου κανένα σύνθημα, καμία πολιτική καμπάνια δεν άφησε το στίγμα της εν κενώ. Αυτές που θυμόμαστε, που μνημονεύουμε, που διδάσκονται είναι αυτές που πάτησαν στην πραγματικότητα και την συμπύκνωσαν σε σύνθημα. 

Η εξήγηση είναι σεβασμός

Άρα λοιπόν οι πολιτικοί μας πρέπει να σέβονται τους πολίτες αρκετά ώστε να τους εξηγούν. Αν η – εκάστοτε- κυβέρνηση μού εξηγήσει πειστικά τους λόγους μιας επιλογής της, μπορώ να την ανεχθώ και να την υπομείνω, ακόμη και αν μου είναι δυσάρεστη. Αν προσπαθεί όμως «οργουελικά» να με πείσει ότι το μαύρο είναι άσπρο αλλά εγώ έχω αχρωματοψία, με εκνευρίζει. Αν η αντιπολίτευση με πείσει ότι έχει μια καλή ρεαλιστική πρόταση, θα την επιλέξω. Αν δεν μπορεί να αρθρώσει λόγο, τότε θα ψηφίσω αυτό που ξέρω ήδη. Αν κανείς τους δεν προσπαθεί σε αυτόν τον τομέα, με τη στάση μου θα απονομιμοποιώ την εξουσία τους και θα αναζητήσω την τιμωρία τους. Θα δικαιούμαι να πιστεύω ότι οι επιλογές υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα – άλλων  και όχι τα δικά μου – και θα πράξω τα ανάλογα.

Και κάτι τελευταίο. Αν τα πράγματα τα εξηγήσεις, οφείλεις μετά να τα λύσεις ή έστω να τα βελτιώσεις. Η εξήγηση δημιουργεί κοινό τόπο· ξαναφτιάχνει το πεδίο της πολιτικής. Αλλιώς, τι πολιτική να κάνεις σε ένα θρυμματισμένο τοπίο όπου δεν συμφωνούμε ούτε αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας; Ο διάλογος θέλει κοινό τόπο. Οι μονόλογοι θέλουν κατακερματισμό.

Πάρκο Παύλου Μελά: Μια δημοκρατική αλλαγή παραδείγματος, άρθρο στη VORIA στις 13/06/2026

 Μπορεί ένα πάρκο να αλλάξει τον χαρακτήρα μιας ολόκληρης περιοχής; Η αυθόρμητη απάντηση είναι όχι. Οι πόλεις δεν αλλάζουν με ένα έργο, όσο μεγάλο και αν είναι αυτό. Αλλάζουν με σχέδιο, υποδομές, μεταφορές, δημόσιες πολιτικές, επενδύσεις, επιμονή και κυρίως με μια κοινωνία που καταλαβαίνει τι της συμβαίνει και τι μπορεί να διεκδικήσει. Υπάρχουν όμως έργα που δεν εξαντλούνται στα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, ούτε στη λειτουργική βελτίωση της καθημερινότητας. Μαζί με τις υπαρκτές, αντικειμενικές ωφέλειες σηματοδοτούν μια τομή. Turning point που λέμε. Είναι έργα που επιτρέπουν σε έναν τόπο και στους ανθρώπους του να κοιτάξουν λίγο-λίγο πιο αισιόδοξα τον εαυτό τους, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι, επειδή πήγα σχολείο και μεγάλωσα στη γειτονιά της Σταυρούπολης, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι και τα 00s, με νοητό αλλά και διοικητικό σύνορο τότε το στρατόπεδο Παύλου Μελά, αντιμετωπίζω το ζήτημα λίγο πιο ρομαντικά. Στις λίγες φορές που εκκλησιαζόμουν, θυμάμαι να περνώ την πύλη του στρατοπέδου, να κατευθύνομαι στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας και να χαιρετώ – πιτσιρίκι τότε – τους φαντάρους. Θυμάμαι τον μαντρότοιχο που χώριζε έναν θύλακα άδειου χώρου από την υπόλοιπη πόλη. Οπότε χθες, περνώντας τις νέες εισόδους στην τελετή των εγκαινίων του Πάρκου, ένιωσα μια μικρή συγκίνηση. 

Το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια τέτοια περίπτωση έργου που, δυνητικά, είναι πολλά περισσότερα. Για τον δήμο Παύλου Μελά, για τη δυτική Θεσσαλονίκη, για τις γενιές των πολλών καλών λαϊκών ανθρώπων που μεγάλωσαν σε ένα μη προνομιούχο τμήμα της πόλης, για τις μνήμες της εργατιάς και της προσφυγιάς, ριζωμένες δεκαετίες εδώ, που ακόμη αναμένουν και ελπίζουν, για τον ωκεανό των μικρομεσαίων στρωμάτων που διατηρούν δημογραφική και δημιουργική δύναμη, για εκείνους που το οραματίστηκαν, το διεκδίκησαν, το πάλεψαν. Και για εκείνους που δεν το πρόλαβαν – γιατί τα χρόνια, δυστυχώς, από το όραμα στην υλοποίηση είναι πολλά. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Αλλά και για ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα, το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι πολλά περισσότερα από ένα πάρκο.

Image


Είναι αλήθεια ότι η δυτική Θεσσαλονίκη έμαθε για πολλά χρόνια να ζει με λιγότερα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερους δημόσιους χώρους, λιγότερες μεγάλες υποδομές, λιγότερη φροντίδα στην εικόνα, λιγότερη συμμετοχή στις μεγάλες αφηγήσεις της πόλης. Δεν πρόκειται για ένα αβάσιμο και τοπικιστικό αίσθημα αδικίας, αλλά για μια αστική, κοινωνική/ταξική, γεωγραφική και αναπτυξιακή πραγματικότητα που τη βλέπεις στον χάρτη, την περπατάς στους δρόμους, την αντιλαμβάνεσαι στις μετακινήσεις, στη θερμοκρασία του καλοκαιριού, στα σχολεία, στις πλατείες, στις αποστάσεις, στην καθημερινότητα.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, αρκετά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Έργα γίνονται, χρηματοδοτήσεις έρχονται, δήμοι κινούνται, η συζήτηση για τα δυτικά δεν είναι πια τόσο περιθωριακή όσο ήταν παλαιότερα. Αλλά η ανισορροπία και η ασυμμετρία παραμένουν. Ανισορροπία που δεν καλύπτεται με μία κορδέλα, με μία γιορτή ή με μία καλή φωτογραφία από ψηλά. Καλύπτεται με σταθερή επένδυση, συνειδητή προτεραιοποίηση, συστηματική προσπάθεια και ανάλογες χρηματοδοτήσεις. Καλύπτεται όταν ένα έργο γίνεται αφετηρία για περισσότερα έργα και όταν μετατρέπεται από μεμονωμένη επιτυχία σε νέα λογική.

Περιβαλλοντική σημασία

Το Πάρκο Παύλου Μελά έχει πρώτα απ’ όλα τεράστια περιβαλλοντική σημασία. Σε μια πόλη που δοκιμάζεται από την έλλειψη πρασίνου, από την αστική θερμική νησίδα, από την πυκνή δόμηση και από μια καθημερινή δυσφορία, ένας μεγάλος πράσινος χώρος δεν είναι πολυτέλεια, ούτε διακόσμηση. Είναι υποδομή, συμβολή στη δημόσια υγεία, ανάσα, σκιά, θερμική αποφόρτιση, ποιότητα ζωής και αστική ευφορία. Είναι ένας άλλος τρόπος να κατοικείς την πόλη. Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο, γιατί για χρόνια μιλούσαμε για το πράσινο σαν να είναι αισθητική προσθήκη. Ήταν λάθος. Στον 21ο αιώνα το πράσινο είναι σκληρή υποδομή ανθεκτικότητας. Όπως είναι οι δρόμοι, τα δίκτυα, οι συγκοινωνίες, τα σχολεία. Μια πόλη χωρίς πράσινο είναι πιο ζεστή, πιο κουραστική. Ανυπόφορη.

Το Πάρκο Παύλου Μελά, λοιπόν, είναι μια πρώτη κατάφαση. Οι δυτικές συνοικίες δικαιούνται μεγάλο, ποιοτικό, δημόσιο πράσινο δημόσιο χώρο. Όχι ό,τι περισσεύει, όχι ένα παρτέρι ανάμεσα σε δρόμους, όχι μικρές ανάσες που απλώς μετριάζουν την ασφυξία. Είναι ένας χώρος αναφοράς που μπορεί να ικανοποιήσει οικογένειες, παιδιά, ηλικιωμένους, νέους, πολιτιστικές δράσεις, σχολικές επισκέψεις, περιπάτους, μνήμες, αθλητισμό, ζωή.

Το Πάρκο είναι κοινωνική δικαιοσύνη

Μια πόλη χωρίς πράσινο και χωρίς δημόσιους χώρους αξιώσεων είναι καταφανώς και μια πόλη πιο άδικη. Γιατί οι πρώτοι που πληρώνουν την έλλειψη δημόσιου χώρου είναι εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν την ιδιωτική του εκδοχή: το σπίτι με τον κήπο, το εξοχικό, την αυλή, τη δυνατότητα διαφυγής. Η κοινωνική λοιπόν διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η δυτική Θεσσαλονίκη είναι ένας τόπος λαϊκός, εργατικός, μικρομεσαίος, πυκνός, ζωντανός. Με οικογένειες που έστησαν τη ζωή τους γύρω από δουλειές, βάρδιες, μικρά μαγαζιά, δημόσιες υπηρεσίες, προσφυγικές μνήμες, μετακινήσεις και καθημερινό αγώνα. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται – δικαιούμαστε – το αυτονόητο. Να μπορούν να περπατήσουν σε έναν όμορφο χώρο, να πάνε το παιδί τους κάπου χωρίς να πρέπει να διασχίσουν τη μισή πόλη και να πληρώσουν εισιτήριο. 

Με δυο λόγια το Πάρκο είναι δημοκρατία. Είναι αντιστροφή της ολιγαρχικής διάρθρωσης του χώρου – για όλους, δωρεάν, κάτι ποιοτικό και προσβάσιμο. Βλέπετε σε κάτι δυστοπικές ταινίες του Χόλιγουντ – αλλά δυστυχώς και σε αρκετά μέρη του κόσμου – το χωρικό μέλλον; Περίκλειστοι θύλακες υπεραπολαύσεων και χυδαίας υπερκατανάλωσης και, έξω από τα τείχη, αστικές χαβούζες και υποβάθμιση. Ο ποιοτικός δημόσιος χώρος είναι στον αντίποδα αυτού του μέλλοντος. Και συν τοις άλλοις είναι και στη δική μας παράδοση, την αρχαία ελληνική, την ευρωπαϊκή, τη νεωτερική. Η δική μας πολιτική και πολιτιστική διαδρομή στον ιστορικό χρόνο οφείλει να περιβάλλει με ηθική απαξία την ιδιωτικοποίηση του δημοσίου χώρου, των δημοσίων αγαθών, το «κλειστό» και το ιεραρχικά περιφραγμένο.

Αναπτυξιακή διάσταση

Υπάρχει όμως και η αναπτυξιακή διάσταση. Ας μη φοβόμαστε τη λέξη. Ένας μεγάλος ποιοτικός δημόσιος χώρος παράγει αξία. Όχι μόνο οικονομική, αν και παράγει και τέτοια. Παράγει ενδιαφέρον, επισκεψιμότητα, νέες χρήσεις, ήπιες δραστηριότητες, τοπική κινητικότητα, πολιτιστικό κεφάλαιο. Μπορεί να αλλάξει τη σχέση μιας περιοχής με την υπόλοιπη πόλη. Μπορεί να κάνει ανθρώπους που δεν είχαν λόγο να έρθουν δυτικά, να έρθουν. Και αυτό, αν σχεδιαστεί σωστά, μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.

Εδώ χρειάζεται σοβαρότητα. Η ανάπτυξη γύρω από το πάρκο δεν πρέπει να γίνει με τη λογική του «ό,τι να ’ναι, αρκεί να κινηθεί η αγορά». Δεν χρειάζεται η δυτική Θεσσαλονίκη μια πρόχειρη εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου της. Χρειάζεται ισορροπημένη αναβάθμιση. Μικρή επιχειρηματικότητα, πολιτιστικές χρήσεις, μουσειακές λειτουργίες, ποιοτική εστίαση εκεί που πρέπει, διαδρομές, σύνδεση με τις γειτονιές, σεβασμός στη μνήμη του χώρου. Αν το πάρκο γίνει απλώς αφορμή για τσιμέντο γύρω του, θα έχουμε χάσει το νόημα. Αν γίνει αφορμή για ένα νέο αστικό οικοσύστημα, τότε μπορεί να αλλάξει πραγματικά τα πράγματα.

Αυτοπεποίθηση και συλλογική αισιοδοξία

Το συμβολικό του βάρος ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η δυτική Θεσσαλονίκη για δεκαετίες είχε συνηθίσει να βλέπει τα καλά να συμβαίνουν αλλού. Στο κέντρο, στην παραλία, στα ανατολικά, σε περιοχές που η πόλη είχε μάθει να θεωρεί πιο «ελκυστικές», πιο «φωτογενείς». Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να γίνει ένα σημείο αυτοπεποίθησης. Δηλαδή της ήρεμης βεβαιότητας ότι αυτός ο τόπος έχει δυνατότητες, έχει αξία, έχει δικαίωμα στα μεγάλα. Και αυτό δεν είναι καθόλου δευτερεύον, γιατί μια κοινωνία που αλλάζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της, αλλάζει και τον τρόπο που διεκδικεί. Το Πάρκο είναι η δραστική ουσία που νικά την ασθένεια της παγίωσης χαμηλών προσδοκιών. Μπορεί να γίνει αφετηρία πολλών και σοβαρών νέων διεκδικήσεων, τεκμηριωμένων, αναγκαίων και καθυστερημένων στον ιστορικό πλέον χρόνο.

Από εδώ αρχίζει η δύσκολη συζήτηση. Το Πάρκο Παύλου Μελά δεν πρέπει να γίνει το άλλοθι για να πούμε ότι η δυτική Θεσσαλονίκη «τακτοποιήθηκε». Δεν τακτοποιήθηκε. Έχει ανάγκη από πολλά ακόμη. Από μετρό προς τα δυτικά, όχι ως ευχή για κάποτε, αλλά ως κεντρική προτεραιότητα του συγκοινωνιακού μέλλοντος της πόλης. Από καλύτερο ΟΑΣΘ, από διαδημοτικές συνδέσεις, από ασφαλείς πεζές και ποδηλατικές διαδρομές προς το πάρκο. Από σχολικές υποδομές, αθλητικούς χώρους, αναπλάσεις γειτονιών, αντιπλημμυρικά έργα, καθαριότητα, φωτισμό, ασφάλεια.

Έχει ανάγκη επίσης από μια μεγάλη συζήτηση για το Καρατάσιου, για τις πρώην βιομηχανικές εκτάσεις, για τους ανενεργούς δημόσιους χώρους, για το πώς μπορεί η δυτική πλευρά να γίνει όχι απλώς τόπος κατοικίας, αλλά τόπος προοπτικής. Με δουλειές, πολιτισμό, εκπαίδευση, υγεία, καινοτομία, δημόσιο χώρο. Με δυο λόγια, να πάψει να αντιμετωπίζεται ως η πίσω αυλή της Θεσσαλονίκης και να ενταχθεί στον κεντρικό αναπτυξιακό χάρτη της.

Αφετηρία

Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να αλλάξει τον χαρακτήρα της δυτικής Θεσσαλονίκης μόνο αν δεν μείνει μόνο του. Αν συνδεθεί με ένα σχέδιο ευρύτερης στρατηγικής. Αν γύρω του χτιστεί μια νέα αφήγηση για την περιοχή. Μια αφήγηση που θα λέει «εδώ υπάρχει μια από τις μεγάλες ευκαιρίες της Θεσσαλονίκης». Η πραγματική του λοιπόν σημασία δεν είναι μόνο ότι δίνει περισσότερο πράσινο και ομορφαίνει μια περιοχή – το κάνει. Το βαθύτερο είναι ότι δείχνει πως η δυτική Θεσσαλονίκη μπορεί να ξεφύγει από τη νομοτέλεια της υστέρησης και να μεταμορφωθεί.

Το Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια αρχή. Και όπως όλες οι αρχές, έχει μέσα της και ενθουσιασμό και κίνδυνο. Ο ενθουσιασμός είναι να πιστέψουμε ότι κάτι αλλάζει. Ο κίνδυνος είναι να πιστέψουμε ότι άλλαξε ήδη. Δεν άλλαξε ακόμη. Άνοιξε όμως ένας δρόμος. Και τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα τον περπατήσουμε μέχρι τέλους ή αν θα αρκεστούμε στη φωτογραφία της πρώτης ημέρας.

Οι κοινές προκλήσεις για το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ, άρθρο στη VORIA στις 06/06/2026



Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑ.ΣΟ.Κ και του νέου υπό διαμόρφωση κόμματος Τσίπρα δεν είναι απλώς ποιος θα προηγηθεί στις δημοσκοπήσεις. Είναι ότι και οι δύο διεκδικούν, με διαφορετικούς όρους και διαφορετικές αφετηρίες, έναν κοινωνικό χώρο με τον οποίο έχουν χάσει οργανική επαφή. Διεκδικούν έναν λαό που άλλοτε έδινε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ εκλογικά ποσοστά ηγεμονίας και άλλοτε συντάχθηκε μαζικά με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α μέσα στην αντιμνημονιακή συνθήκη. Έναν λαό της εργασίας, των μικρομεσαίων, των χαμηλών και κάτω-μεσαίων στρωμάτων, των ανθρώπων που πιέζονται, που κουβαλούν πικρία, κόπωση, ανασφάλεια και θυμό. Και αυτός ο λαός σήμερα δεν είναι αυτονόητα διαθέσιμος - δεν περιμένει απλώς να τον καλέσει κάποιος για να επιστρέψει. Έχει απομακρυνθεί, έχει διασκορπιστεί, έχει στραφεί στην αποχή, στην αντισυστημική ψήφο ή και σε επιλογές άκρως συντηρητικές.

Η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με την ίδρυση νέου κόμματος είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει επιφέρει αναταράξεις και αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, ιδιαίτερα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Η διαφαινόμενη αλλαγή συσχετισμών στο κεντροαριστερό στρατόπεδο δημιουργεί μια νέα δυναμική και ανοίγει, για πολλοστή φορά τα τελευταία 15 χρόνια, μια συζήτηση για τον ευρύτερο αυτό χώρο. Το εκλογικό σύστημα της χώρας είναι δεδομένο ότι «αναγκάζει» τα δύο κεντροαριστερά κόμματα σε σχέση ανταγωνιστική και όχι συνεργατική. Σε μια άλλη περίπτωση τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Ο νικητής του μεταξύ τους ανταγωνισμού θα πλεονεκτεί έναντι του άλλου και θα ελέγχει τις εξελίξεις. Η άνοδος του ενός σχεδόν προϋποθέτει την πτώση ή την καθήλωση του άλλου.

Οι δημοσκοπικές και εκλογικές επιδόσεις των δύο χώρων όμως δεν συνιστούν λόγο για πανηγυρισμούς. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη από τις 12 Δεκεμβρίου 2021, και μέσα σε μια περίοδο με αρκετά ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα - φθορά της κυβέρνησης, κατάρρευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, θεσμική αναβάθμιση σε αξιωματική αντιπολίτευση - δεν έχει καταφέρει να αυξήσει αποφασιστικά την πολιτική του επιρροή. Από το 8,1% του ΚΙΝ.ΑΛ. το 2019 κινείται σήμερα, επτά χρόνια μετά, σε ένα εκλογικό και δημοσκοπικό εύρος που δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Από την άλλη, ο Τσίπρας ως επικεφαλής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ηττήθηκε το 2019 διατηρώντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο 31,5%, και ακολούθως, όντας αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατρακύλησε στο 17,8%, παραιτήθηκε και επανακάμπτει τώρα με νέα σύμβολα, νέο όνομα και νέα ομάδα. Η τωρινή του προσπάθεια μοιάζει σαν να επιχειρεί να κάνει τώρα αυτό που έπρεπε να κάνει το 2019 από το 31,5%.

Zoom out

Αν ξεφύγουμε για λίγο από τις στρατηγικές, τις τακτικές, τις πρωτοβουλίες και τις παραλείψεις των κομμάτων και των προσώπων που συναποτελούν το οικοσύστημα της Κεντροαριστεράς, είτε στην πασοκική είτε στη νεοτσιπρική του εκδοχή, θα αντιληφθούμε τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι δύο αυτές εκδοχές είναι πανομοιότυπες. Έχουν διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά φορτία, διαφορετικές δυνατότητες. Έχουν όμως και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και ισχυρίζομαι ότι όποιος καταφέρει να τα υπερβεί, δεν θα κερδίσει μόνο τη μάχη στα κεντροαριστερά μαρμαρένια αλώνια, αλλά θα βάλει και τις βάσεις για μια εκλογική νίκη σε εθνικές κάλπες.

Αν δει κανείς κοινωνιολογικά τα στελέχη αυτών των δύο κομμάτων, αν δει ποιοι «τρέχουν» και ποιοι «τα τρέχουν», ποιοι ασχολούνται και ποιοι φιλοδοξούν, ποιοι προσπαθούν με αξιώσεις και ποιοι κατέχουν τις ηγετικές θέσεις, θα παρατηρήσει κάτι απλό. Είναι άνθρωποι αξιόλογοι, δυναμικοί, «μέσα στα πράγματα», πολιτικά προοδευτικοί. Όμως λείπει ο λαός – όχι με δική τους ευθύνη. Λείπουν όμως τα πιο λαϊκά στρώματα, τα χαμηλά και κάτω-μεσαία στρώματα. Υφολογικά, πολιτισμικά, ταξικά αλλά και πολιτικά, τα δύο αυτά κόμματα της Κεντροαριστεράς έχουν μια απόσταση από τον κόσμο που ιδεοτυπικά θα έπρεπε να εκπροσωπούν. Τον κόσμο της εργασίας, τους μικρούς, αυτούς που πιέζονται, αυτούς που πληρώνουν νοίκι, δόση, σούπερ μάρκετ, καύσιμα, φροντιστήρια, αυτούς που βλέπουν τον μήνα να τελειώνει πριν τελειώσει το εισόδημα. Δεν υποστηρίζω ότι δεν θέλουν να το πετύχουν – υποστηρίζω ότι είναι δύσκολο και πρέπει να προσπαθήσουν πολύ και με διαφορετικό ίσως τρόπο.

Θα αναρωτηθεί κανείς: «Πάντοτε έτσι δεν ήταν»; Και όμως δεν ήταν. Γιατί, για παράδειγμα, το μεγάλο μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ ήταν ένα κόμμα βαθιά λαϊκό, που έφτανε - στις περιόδους του οργανωτικού γιγαντισμού του - σε κάθε ραχούλα της ελληνικής επικράτειας. Μπορεί τα ηγετικά του στελέχη να μην ήταν «λαός» με στενούς κοινωνιολογικούς όρους, είχαν όμως πολιτική αντίληψη και βαθιά κατανόηση του ποιους εκπροσωπούσαν. Ο πολιτικός και προγραμματικός λόγος έφτανε στις εσχατιές της εργατιάς, κυρίαρχα στον ωκεανό των μικρομεσαίων Ελλήνων. «Για όλους, τέταρτη εβδομάδα πληρωμένων διακοπών — για όλους δημόσια δωρεάν παιδεία» φώναζε -σχεδόν- ο Ανδρέας Παπανδρέου από την εξέδρα στην πλατεία Συντάγματος. Σήμερα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ, μόλις διατύπωσε μια θέση για την πιλοτική, υπό αίρεση, με συναίνεση και διαβούλευση τετραήμερη εργασία, έγινε συζήτηση. Συζήτηση στις παρέες, στην πιτσιρικαρία, στους 35άρηδες που ακούν ΠΑ.ΣΟ.Κ και μειδιούν. Και όμως άγγιξε αρκετό κόσμο στις γειτονιές. Την άκουσαν την πρόταση. Γιατί; Μα γιατί τους αγγίζει. Την νιώθουν. Αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι βιώσιμο να εργάζεται κανείς 50 και 60 ώρες την εβδομάδα, ακόμη και αν γνωρίζουν ότι δύσκολα το μέτρο θα εφαρμοστεί αύριο το πρωί. Αντί λοιπόν το ΠΑ.ΣΟ.Κ να επενδύσει περισσότερο σε μια τέτοια πολιτική πρακτική, έχει επενδύσει δυσανάλογα στις υποκλοπές και έχει πολλές φορές μετατρέψει την πολιτική σε δικαστικό-ερευνητικό ρεπορτάζ.

Μείζον ζήτημα οι υποκλοπές και το Κράτος Δικαίου. Και από αυτά τα σημειώματα και εγώ προσωπικά έχω αναδείξει τη συσχέτισή τους με ένα καλό και αποδοτικό «κυβερνάν». Όμως μόνο με αυτήν την ατζέντα δεν φτάνει ο λόγος σου στα κοινωνικά στρώματα που θέλεις να εκπροσωπήσεις. Δεν φτιάχνεις κοινωνική συμμαχία μόνο με θεσμική αγανάκτηση. Χρειάζεται και ψωμί και νοίκι και μισθός και πάρκο και παιδικός σταθμός.

Ο μεγάλος ΣΥ.ΡΙΖ.Α του αντιμνημονίου άγγιζε και με ταξικό τρόπο τον λαό. Συντάχθηκαν μαζί του λαϊκά στρώματα, στο δημοψήφισμα με τρόπο σχεδόν εκρηκτικό, στις εκλογές αμέσως μετά με σαφείς ταξικές συντεταγμένες. Σήμερα με τι θα αντικαταστήσει εκείνον τον διαπεραστικό λόγο; Με ποια νέα υπόσχεση; Με ποια κοινωνική αγκύρωση; Με ποια πολιτική αφήγηση που δεν θα είναι απλώς «επιστροφή Τσίπρα», αλλά κάτι μεγαλύτερο από το πρόσωπο Τσίπρα;

Προγραμματικό αλλά και υφολογικό ζήτημα

Το πρόβλημα αυτών των δύο κομμάτων δεν είναι μόνο προγραμματικό. Είναι και υφολογικό. Πρέπει να επανεφεύρουν τρόπους και κώδικες επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα. Με εκείνα που πριν από 20 ή 30 χρόνια έδιναν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ ανά περιοχές 50% και 60% και τώρα του δίνουν 6%. Με εκείνα που στο δημοψήφισμα ψήφιζαν ΟΧΙ κατά 65% και τώρα ψηφίζουν αντισυστημικά, απέχουν ή στρέφονται σε δεξιότερες επιλογές.

Και για να το πετύχουν χρειάζονται και προγραμματικό λόγο αλλά και υφολογική διαφοροποίηση. Δεν αρκεί να έχεις πρόγραμμα αν δεν μπορείς να το πεις. Δεν αρκεί να έχεις θέσεις αν αυτές δεν γίνονται πρόταση ζωής. Δεν αρκεί να μιλάς για θεσμούς, διαφάνεια, ανασυγκρότηση και παραγωγικό μοντέλο, αν ο άλλος δεν καταλαβαίνει πώς αυτό ακουμπά στο δικό του σπίτι, στο δικό του πορτοφόλι, στη δική του βάρδια, στο δικό του παιδί.

Αν δεν το κάνουν, αν στριμωχθούν σε μια κουβέντα για το ποιος μπορεί να εκφράσει καλύτερα τους «κεντρώους» που δυσαρεστήθηκαν από τον Μητσοτάκη, θα παλεύουν για τα εκλογικά ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του πρωθυπουργού. Και άντε τώρα, λόγω της φθοράς της επταετούς διακυβέρνησης, ίσως πέφτουν κάποια παραπάνω. Σε μια νέα στροφή της ιστορίας όμως αυτά ξαναμαζεύονται.

Βλέπετε, το ζήτημα είναι πάντοτε και ταξικό. Όχι μόνο, αλλά και. Και ο δικός τους λαός τι να κάνει; Να μείνει χωρίς εκπροσώπηση; Η άλλοτε γιγαντιαία κοινωνική και πολιτική συμμαχία, που ήταν a priori πλειοψηφική, να στριμώχνεται σε «άλλες» επιλογές; Να γίνεται εκλογική πρώτη ύλη για όποιον φωνάζει πιο δυνατά, πιο θυμωμένα, πιο εύκολα;
Ακόμη και μια εκλογική νίκη για κόμμα της Κεντροαριστεράς, που θα βασίζεται κυρίως σε επικράτηση στα μεσοστρώματα της άνετης ή σχετικά άνετης διαβίωσης, αν ποτέ επιτευχθεί, θα είναι πύρρειος. Θα είναι παροδική και ξέπνοη. Οι προκλήσεις στον 21ο αιώνα είναι τεράστιες και η συνθετότητα των ζητημάτων το ίδιο. Μόνο μια παραταξιακή λογική, με μεροληπτικές πολιτικές που γίνονται αντιληπτές ως τέτοιες, μπορεί να δημιουργήσει στέρεες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για τα κόμματα της Κεντροαριστεράς.

Συνοψίζοντας

Σε αυτό το πεδίο, κάθε κόμμα έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ έχει θεσμική μνήμη, πανελλαδική στελεχιακή διάρθρωση, πολυεπίπεδα δίκτυα και μια προγραμματική ετοιμότητα σε όλο το εύρος των ζητημάτων της διακυβέρνησης. Έχει κυβερνητική μνήμη, έχει στελέχη, έχει οργανώσεις, έχει πρόσβαση στην Αυτοδιοίκηση, έχει ακόμη παραταξιακές θύμισες. Του λείπει όμως εμφατικά η κρουστότητα, η γοητεία, η ένταση εργασίας και, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, η στρατηγική. Εκείνη η εκπεφρασμένη και βαθιά εμπεδωμένη ιδέα του ποιους πρέπει να εκπροσωπήσει.

Ο Τσίπρας έχει προσωπικό χάρισμα, φρέσκια ομάδα, επικοινωνιακή υπεροπλία και το αβαντάζ της επανεκκίνησης, όπως το είχε και ο Ανδρουλάκης τον χειμώνα του 2022. Έχει πολιτικό όγκο, αναγνωρισιμότητα, εμπειρία πρωθυπουργίας και τη δυνατότητα να ανακατέψει την τράπουλα. Του λείπει όμως το κόμμα, η διάρθρωση, η οργανωτική υποδομή και πρέπει να υπερβεί τα ζητήματα αξιοπιστίας που του αποδίδει μέρος του εκλογικού σώματος.

Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, καλούνται να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: μπορούν να ξαναμιλήσουν στον λαό που ιστορικά έδινε πλειοψηφίες στη δημοκρατική προοδευτική παράταξη; Μπορούν να τον ξαναδούν, να τον ακούσουν, να τον εκπροσωπήσουν, να τον οργανώσουν πολιτικά; Μπορούν να μιλήσουν όχι μόνο για τη χώρα γενικά, αλλά για τους ανθρώπους συγκεκριμένα;

Όποιος από τους δύο ξαναβρεί αυτόν τον λαό, θα κερδίσει. Όποιος αρκεστεί στο να διεκδικεί τους απογοητευμένους του Μητσοτάκη, θα μείνει μικρός. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ποιος θα είναι πρώτος στην Κεντροαριστερά. Το ζήτημα είναι αν κάποιος μπορεί να την ξανακάνει πλειοψηφική.