Αυτό που συμβαίνει τις ημέρες αυτές στη δυτική Ευρώπη είναι πρωτοφανές. Το κύμα καύσωνα δοκιμάζει πολίτες, νοικοκυριά, καταστήματα και υποδομές. Μια ανάλογη περίπτωση, το 2003, με δραματικά τότε αποτελέσματα, είχε επιφέρει μια σειρά πολλών και σημαντικών αλλαγών που ακόμη και σήμερα προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή. Εκείνος ο καύσωνας συνδέθηκε με περίπου 70.000 θανάτους –αριθμός αδιανόητος για την ευρωπαϊκή ήπειρο στον 21ο αιώνα. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη. Και τα νούμερα του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό. Σχεδόν οι μισές από τις 850 μεγαλύτερες πόλεις της ηπείρου βιώνουν τις χειρότερες συνθήκες θερμικού στρες που έχουν καταγραφεί ποτέ, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι εκτίθενται σε θερμοκρασίες άνω των 35°C, ενώ οι υψηλές νυχτερινές θερμοκρασίες -αυτές που δεν αφήνουν τον οργανισμό να ανακάμψει- είναι σήμερα 100 φορές πιο πιθανές από ό,τι ήταν δύο δεκαετίες πριν.
Γιατί ζεσταίνεται η Ευρώπη τόσο γρήγορα
Η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό πάνω από δύο φορές μεγαλύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεν είναι τυχαίο -μεγάλο τμήμα της εκτείνεται κοντά στην Αρκτική, τη γεωγραφική περιοχή που υπερθερμαίνεται ταχύτερα στον πλανήτη, καθώς η τήξη χιονιού και πάγου αποκαλύπτει επιφάνειες που απορροφούν ακόμη περισσότερη ηλιακή ενέργεια-, ένας φαύλος κύκλος χωρίς τέλος. Παράλληλα, αλλαγές στα ατμοσφαιρικά ρεύματα κάνουν τους λεγόμενους «θερμικούς θόλους» -τα στάσιμα αντικυκλωνικά συστήματα που λειτουργούν σαν καπάκι κατσαρόλας πάνω από μια περιοχή, εγκλωβίζοντας τον θερμό αέρα- πιο συχνούς και πιο μακρόχρονους από ποτέ.
Γιατί η Ευρώπη είναι απροετοίμαστη: Τα σπίτια
Το μεγαλύτερο πρόβλημα -λένε- δεν είναι ο ήλιος που χτυπά έξω αλλά η ζέστη που παγιδεύεται μέσα. Οι Ευρωπαίοι -ιδίως στον Βορρά- περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, έως και το 90%, σε εσωτερικούς χώρους και πολλά από τα σπίτια τους σχεδιάστηκαν για να συγκρατούν τη θερμότητα. Σε ένα κλίμα που για αιώνες ήταν ψυχρό, αυτό ήταν η αρετή της καλής κατασκευής. Σήμερα, σε καύσωνα 40 βαθμών, γίνεται θανάσιμο ελάττωμα.
Στο Παρίσι, οι εμβληματικές τσίγκινες στέγες που χαρίζουν στην πόλη τη ρομαντική της σιλουέτα λειτουργούν ως φούρνοι –απορροφούν θερμότητα όλη μέρα και την εκπέμπουν στα διαμερίσματα των τελευταίων ορόφων όλη νύχτα.
Στη Βρετανία, τα παραδοσιακά αμπαζούρ παράθυρα, τα χαμηλά ταβάνια, η πυκνή τοιχοποιία -ό,τι έκανε το σπίτι ζεστό τον χειμώνα- γίνεται εφιάλτης τον Ιούνιο. Και μόνο το 20%-25% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, γιατί ιστορικά δεν τον χρειαζόταν.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως όταν οι νύχτες δεν δροσίζουν -και δεν δροσίζουν πλέον- η θερμότητα συσσωρεύεται ημέρα με ημέρα στα κτήρια. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν προλαβαίνει να ανακάμψει. Αυτό είναι που σκοτώνει –όχι η αποκορύφωση του μεσημεριού αλλά η συσσώρευση των ημερών.
Η Ελλάδα
Τα ανωτέρω μπορεί να τα διαβάσει κανείς συγκεντρωτικά σε πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες και αν ενδιαφέρεται μπορεί να βρει ακόμα πιο λεπτομερείς αναφορές, επεξηγήσεις και επιστημονικά δεδομένα. Ο κεντρικός άξονας όμως αυτού του σημειώματος είναι άλλος και είναι ένας προβληματισμός.
Χώρες προηγμένες κοινωνικά, θεσμικά, τεχνικά και διοικητικά είχαν έναν βαθμό δικαιολογημένου αιφνιδιασμού απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, παρά το γεγονός πως όλοι γνωρίζουμε μέσες άκρες ποιο είναι το κλιματικό μέλλον. Η Γαλλία, η Βρετανία και το Βέλγιο έχουν δικαιολογία. Δεν είχαν συνηθίσει. Δεν ήξεραν. Εμείς ξέρουμε. Ζούμε σε έναν από τους πιο ευάλωτους κλιματικά χώρους της Ευρώπης, έχουμε τα στοιχεία, έχουμε και τη γνώση –αρχαία και σύγχρονη. Και συνεχίζουμε να χτίζουμε πόλεις που ετοιμάζονται για ένα κλίμα που δεν υπάρχει πλέον. Εμείς οι Έλληνες, που γεωγραφικά και κλιματικά είμαστε πιο συνηθισμένοι και πιο υποψιασμένοι αλλά και πιο εκτεθειμένοι στον καύσωνα, στο πολύ ζεστό καλοκαίρι, τι κάνουμε;
Ιδιωτικά, έχουμε μάθει να επιβιώνουμε. Τοποθετούμε κλιματισμό στα σπίτια μας, ξέρουμε χονδρικά πώς να αντιμετωπίσουμε τον καύσωνα, πίνουμε νερά, δεν βγαίνουμε έξω και γενικά κάπως τα καταφέρνουμε. Δημόσια όμως τι κάνουμε; Πώς έχει αλλάξει η νέα συνθήκη, για παράδειγμα, το πώς χτίζουμε τις πόλεις μας; Πόσους πόρους δαπανούμε για να ανακαινίσουμε και να βελτιώσουμε το παλαιό κτηριακό απόθεμα; Πόσους ελεύθερους ή και πράσινους χώρους δημιουργούμε για να μη μετατρέψουμε τις πόλεις μας σε θερμικά κλουβιά;
Η απάντηση, αν κοιτάξουμε γύρω μας, νομίζω πως είναι αποθαρρυντική. Χτίζουμε λάθος. Και το κάνουμε ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να ξέρουμε καλύτερα. Ο παραδοσιακός ελληνικός αστικός ιστός δεν ήταν τυχαίος. Τα στενά σοκάκια ήταν σκίαση, οι αυλές η αναγκαία ανάσα, τα ψηλά ταβάνια ήταν δίοδος θερμότητας, το ασβέστωμα στα νησιά δεν ήταν αισθητική επιλογή αλλά τρόπος ανάκλασης ηλιακής ακτινοβολίας. Ο τόπος είχε αναπτύξει για αιώνες μια αρχιτεκτονική μνήμη απέναντι στη ζέστη. Μια τεχνογνωσία χωρίς επιστήμη, χτισμένη από εμπειρία. Αυτή η μνήμη όμως διαγράφτηκε με την αντιπαροχή. Αντ' αυτής, αποκτήσαμε την πολυκατοικία-τσιμεντένιο κύβο, θερμοαπορροφητικές προσόψεις, ανύπαρκτος ακάλυπτος, μηδέν σκίαση. Ό,τι πιο αντίθετο στη μεσογειακή λογική μπορούσε να κατασκευαστεί, το κατασκευάσαμε –και το κάνουμε ακόμα. Και αν τη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι κοινωνικές και στεγαστικές ανάγκες ήταν πιεστικές, το κλίμα τότε δεν προδιέθετε κανέναν για αυτό που ακολούθησε. Σήμερα όμως; Σε νέες γειτονιές, σε νέες πόλεις, με νέες άδειες, χτίζεται σήμερα ό,τι δεν θα έπρεπε να χτίζεται σε χώρα με καλοκαίρια 40 βαθμών.
Το αποτέλεσμα το έχουν μελετήσει αρκετά. Η Αθήνα είναι αρκετούς βαθμούς θερμότερη από τα περίχωρά της εξαιτίας του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας –της συσσώρευσης δηλαδή θερμότητας στο τσιμεντένιο υπόστρωμα των πόλεων, που απορροφά ενέργεια όλη μέρα και την αποδίδει όλη νύχτα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερη σκίαση, λιγότερη εξάτμιση υγρασίας από φυτά και χώμα –περισσότερη ζέστη που δεν φεύγει.
Και η αντίδρασή μας είναι τα περισσότερα κλιματιστικά. Κάθε νέο κλιματιστικό που τοποθετούμε στο εσωτερικό ψύχει το διαμέρισμα και θερμαίνει τον δρόμο. Παράλληλα, αυξάνει την ενεργειακή ζήτηση, πιέζει το δίκτυο και μεταφέρει το κόστος στο σύστημα και τελικά στον πολίτη. Από την άλλη, είναι μια άμεση λύση –δεν μπορεί όμως να είναι η μόνη. Είναι η πιο χαρακτηριστική μεταφορά για αυτό που κάνουμε. Λύνουμε το πρόβλημά μας ατομικά και το επιδεινώνουμε συλλογικά.
Το κτηριακό απόθεμα και η δημογραφία
Και ενώ αυτά συμβαίνουν, το παλιό κτηριακό απόθεμα -η συντριπτική πλειονότητα αυτού που κατοικούμε- μένει ανέγγιχτο. Χωρίς μόνωση, χωρίς θερμοδιακοπή, χωρίς έξυπνες σκιάσεις, χωρίς τίποτα από αυτά που θα μπορούσαν να μειώσουν πραγματικά τη θερμική επιβάρυνση. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, που χρηματοδοτούνται εν πολλοίς από εθνικούς πόρους και ΕΣΠΑ, προχωρούν με ρυθμούς που δεν έχουν καμία αναλογία με το μέγεθος του προβλήματος.
Υπάρχει και η δημογραφική διάσταση. Μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να σχεδιάζει πόλεις σαν να κατοικούνται μόνο από νέους, υγιείς και οικονομικά ασφαλείς ανθρώπους. Και βέβαια, όπως σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, υπάρχει και η κοινωνική –ταξική διάσταση του νέου κλίματος. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι η νέα κοινωνική ανισότητα θα μετριέται και σε βαθμούς Κελσίου. Αλλιώς αντιμετωπίζει τον καύσωνα όποιος έχει μονωμένο σπίτι, σκιά, πράσινο και οικονομική δυνατότητα ψύξης, και αλλιώς όποιος ζει σε παλιό διαμέρισμα, σε πυκνοδομημένη γειτονιά, με τον λογαριασμό ρεύματος να λειτουργεί ως δεύτερος θερμοστάτης. Μια πόλη όμως που δίνει επιλογές σε όλους είναι μια πόλη κλιματικά άρα και κοινωνικά πιο δίκαιη.
Είναι ζήτημα πολιτικό
Αν φτάσατε μέχρι αυτήν την γραμμή, σημαίνει ότι δεν σας ενδιαφέρει μόνο το πραγματολογικό σκέλος του καύσωνα. Για το θέμα μπορεί κανείς να μάθει πολλά περισσότερα έχοντας πρόσβαση σε ένα κινητό.
Το ζήτημα είναι για εμάς εδώ, στην άκρη της βαλκανικής αλλά στο κέντρο της Μεσογείου, και πάλι πολιτικό. Όχι με τη στενή κομματική έννοια, αλλά με την πραγματική έννοια της λέξης –αφορά προτεραιότητες, πόρους, κανόνες, δημόσιο χώρο, κοινωνική δικαιοσύνη. Έχουμε κατανοήσει συλλογικά το μέγεθος της πρόκλησης; Έχουμε προχωρήσει σε αλλαγή προτεραιοτήτων; Μπορούμε να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τα πράγματα ή είμαστε ακόμη στην κρισιακή αντίληψη «ανάπτυξη να ’ναι και ό,τι να ’ναι»; Δική μου αίσθηση είναι πως κινούμαστε στο μεταίχμιο. Βλέπω πολλές πρωτοβουλίες, βλέπω στόχους φιλόδοξους, βλέπω προσπάθειες, αλλά δεν βλέπω μια οριζόντια κατανόηση και προσπάθεια. Βλέπω θύλακες προσπαθειών –δεν βλέπω ακόμη αλλαγή νοοτροπιών.
Το πρόβλημα με αυτό το επίπεδο συνειδητοποίησης και κινητοποίησης είναι καθαρά χρονικό. Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα ως έκτακτο συνθήκη και όχι ως μόνιμη πραγματικότητα, θα συνεχίσουμε σε έναν δρόμο επισφαλή έως επικίνδυνο. Το ερώτημα είναι ένα: αν προλαβαίνει να αλλάξει πριν οι πόλεις της γίνουν οριστικά αβίωτες τα καλοκαίρια. Προλαβαίνουμε;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου