Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑ.ΣΟ.Κ και του νέου υπό διαμόρφωση κόμματος Τσίπρα δεν είναι απλώς ποιος θα προηγηθεί στις δημοσκοπήσεις. Είναι ότι και οι δύο διεκδικούν, με διαφορετικούς όρους και διαφορετικές αφετηρίες, έναν κοινωνικό χώρο με τον οποίο έχουν χάσει οργανική επαφή. Διεκδικούν έναν λαό που άλλοτε έδινε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ εκλογικά ποσοστά ηγεμονίας και άλλοτε συντάχθηκε μαζικά με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α μέσα στην αντιμνημονιακή συνθήκη. Έναν λαό της εργασίας, των μικρομεσαίων, των χαμηλών και κάτω-μεσαίων στρωμάτων, των ανθρώπων που πιέζονται, που κουβαλούν πικρία, κόπωση, ανασφάλεια και θυμό. Και αυτός ο λαός σήμερα δεν είναι αυτονόητα διαθέσιμος - δεν περιμένει απλώς να τον καλέσει κάποιος για να επιστρέψει. Έχει απομακρυνθεί, έχει διασκορπιστεί, έχει στραφεί στην αποχή, στην αντισυστημική ψήφο ή και σε επιλογές άκρως συντηρητικές.
Η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με την ίδρυση νέου κόμματος είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει επιφέρει αναταράξεις και αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, ιδιαίτερα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Η διαφαινόμενη αλλαγή συσχετισμών στο κεντροαριστερό στρατόπεδο δημιουργεί μια νέα δυναμική και ανοίγει, για πολλοστή φορά τα τελευταία 15 χρόνια, μια συζήτηση για τον ευρύτερο αυτό χώρο. Το εκλογικό σύστημα της χώρας είναι δεδομένο ότι «αναγκάζει» τα δύο κεντροαριστερά κόμματα σε σχέση ανταγωνιστική και όχι συνεργατική. Σε μια άλλη περίπτωση τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Ο νικητής του μεταξύ τους ανταγωνισμού θα πλεονεκτεί έναντι του άλλου και θα ελέγχει τις εξελίξεις. Η άνοδος του ενός σχεδόν προϋποθέτει την πτώση ή την καθήλωση του άλλου.
Οι δημοσκοπικές και εκλογικές επιδόσεις των δύο χώρων όμως δεν συνιστούν λόγο για πανηγυρισμούς. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη από τις 12 Δεκεμβρίου 2021, και μέσα σε μια περίοδο με αρκετά ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα - φθορά της κυβέρνησης, κατάρρευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, θεσμική αναβάθμιση σε αξιωματική αντιπολίτευση - δεν έχει καταφέρει να αυξήσει αποφασιστικά την πολιτική του επιρροή. Από το 8,1% του ΚΙΝ.ΑΛ. το 2019 κινείται σήμερα, επτά χρόνια μετά, σε ένα εκλογικό και δημοσκοπικό εύρος που δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Από την άλλη, ο Τσίπρας ως επικεφαλής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ηττήθηκε το 2019 διατηρώντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο 31,5%, και ακολούθως, όντας αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατρακύλησε στο 17,8%, παραιτήθηκε και επανακάμπτει τώρα με νέα σύμβολα, νέο όνομα και νέα ομάδα. Η τωρινή του προσπάθεια μοιάζει σαν να επιχειρεί να κάνει τώρα αυτό που έπρεπε να κάνει το 2019 από το 31,5%.
Zoom out
Αν ξεφύγουμε για λίγο από τις στρατηγικές, τις τακτικές, τις πρωτοβουλίες και τις παραλείψεις των κομμάτων και των προσώπων που συναποτελούν το οικοσύστημα της Κεντροαριστεράς, είτε στην πασοκική είτε στη νεοτσιπρική του εκδοχή, θα αντιληφθούμε τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι δύο αυτές εκδοχές είναι πανομοιότυπες. Έχουν διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά φορτία, διαφορετικές δυνατότητες. Έχουν όμως και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και ισχυρίζομαι ότι όποιος καταφέρει να τα υπερβεί, δεν θα κερδίσει μόνο τη μάχη στα κεντροαριστερά μαρμαρένια αλώνια, αλλά θα βάλει και τις βάσεις για μια εκλογική νίκη σε εθνικές κάλπες.
Αν δει κανείς κοινωνιολογικά τα στελέχη αυτών των δύο κομμάτων, αν δει ποιοι «τρέχουν» και ποιοι «τα τρέχουν», ποιοι ασχολούνται και ποιοι φιλοδοξούν, ποιοι προσπαθούν με αξιώσεις και ποιοι κατέχουν τις ηγετικές θέσεις, θα παρατηρήσει κάτι απλό. Είναι άνθρωποι αξιόλογοι, δυναμικοί, «μέσα στα πράγματα», πολιτικά προοδευτικοί. Όμως λείπει ο λαός – όχι με δική τους ευθύνη. Λείπουν όμως τα πιο λαϊκά στρώματα, τα χαμηλά και κάτω-μεσαία στρώματα. Υφολογικά, πολιτισμικά, ταξικά αλλά και πολιτικά, τα δύο αυτά κόμματα της Κεντροαριστεράς έχουν μια απόσταση από τον κόσμο που ιδεοτυπικά θα έπρεπε να εκπροσωπούν. Τον κόσμο της εργασίας, τους μικρούς, αυτούς που πιέζονται, αυτούς που πληρώνουν νοίκι, δόση, σούπερ μάρκετ, καύσιμα, φροντιστήρια, αυτούς που βλέπουν τον μήνα να τελειώνει πριν τελειώσει το εισόδημα. Δεν υποστηρίζω ότι δεν θέλουν να το πετύχουν – υποστηρίζω ότι είναι δύσκολο και πρέπει να προσπαθήσουν πολύ και με διαφορετικό ίσως τρόπο.
Θα αναρωτηθεί κανείς: «Πάντοτε έτσι δεν ήταν»; Και όμως δεν ήταν. Γιατί, για παράδειγμα, το μεγάλο μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ ήταν ένα κόμμα βαθιά λαϊκό, που έφτανε - στις περιόδους του οργανωτικού γιγαντισμού του - σε κάθε ραχούλα της ελληνικής επικράτειας. Μπορεί τα ηγετικά του στελέχη να μην ήταν «λαός» με στενούς κοινωνιολογικούς όρους, είχαν όμως πολιτική αντίληψη και βαθιά κατανόηση του ποιους εκπροσωπούσαν. Ο πολιτικός και προγραμματικός λόγος έφτανε στις εσχατιές της εργατιάς, κυρίαρχα στον ωκεανό των μικρομεσαίων Ελλήνων. «Για όλους, τέταρτη εβδομάδα πληρωμένων διακοπών — για όλους δημόσια δωρεάν παιδεία» φώναζε -σχεδόν- ο Ανδρέας Παπανδρέου από την εξέδρα στην πλατεία Συντάγματος. Σήμερα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ, μόλις διατύπωσε μια θέση για την πιλοτική, υπό αίρεση, με συναίνεση και διαβούλευση τετραήμερη εργασία, έγινε συζήτηση. Συζήτηση στις παρέες, στην πιτσιρικαρία, στους 35άρηδες που ακούν ΠΑ.ΣΟ.Κ και μειδιούν. Και όμως άγγιξε αρκετό κόσμο στις γειτονιές. Την άκουσαν την πρόταση. Γιατί; Μα γιατί τους αγγίζει. Την νιώθουν. Αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι βιώσιμο να εργάζεται κανείς 50 και 60 ώρες την εβδομάδα, ακόμη και αν γνωρίζουν ότι δύσκολα το μέτρο θα εφαρμοστεί αύριο το πρωί. Αντί λοιπόν το ΠΑ.ΣΟ.Κ να επενδύσει περισσότερο σε μια τέτοια πολιτική πρακτική, έχει επενδύσει δυσανάλογα στις υποκλοπές και έχει πολλές φορές μετατρέψει την πολιτική σε δικαστικό-ερευνητικό ρεπορτάζ.
Μείζον ζήτημα οι υποκλοπές και το Κράτος Δικαίου. Και από αυτά τα σημειώματα και εγώ προσωπικά έχω αναδείξει τη συσχέτισή τους με ένα καλό και αποδοτικό «κυβερνάν». Όμως μόνο με αυτήν την ατζέντα δεν φτάνει ο λόγος σου στα κοινωνικά στρώματα που θέλεις να εκπροσωπήσεις. Δεν φτιάχνεις κοινωνική συμμαχία μόνο με θεσμική αγανάκτηση. Χρειάζεται και ψωμί και νοίκι και μισθός και πάρκο και παιδικός σταθμός.
Ο μεγάλος ΣΥ.ΡΙΖ.Α του αντιμνημονίου άγγιζε και με ταξικό τρόπο τον λαό. Συντάχθηκαν μαζί του λαϊκά στρώματα, στο δημοψήφισμα με τρόπο σχεδόν εκρηκτικό, στις εκλογές αμέσως μετά με σαφείς ταξικές συντεταγμένες. Σήμερα με τι θα αντικαταστήσει εκείνον τον διαπεραστικό λόγο; Με ποια νέα υπόσχεση; Με ποια κοινωνική αγκύρωση; Με ποια πολιτική αφήγηση που δεν θα είναι απλώς «επιστροφή Τσίπρα», αλλά κάτι μεγαλύτερο από το πρόσωπο Τσίπρα;
Προγραμματικό αλλά και υφολογικό ζήτημα
Το πρόβλημα αυτών των δύο κομμάτων δεν είναι μόνο προγραμματικό. Είναι και υφολογικό. Πρέπει να επανεφεύρουν τρόπους και κώδικες επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα. Με εκείνα που πριν από 20 ή 30 χρόνια έδιναν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ ανά περιοχές 50% και 60% και τώρα του δίνουν 6%. Με εκείνα που στο δημοψήφισμα ψήφιζαν ΟΧΙ κατά 65% και τώρα ψηφίζουν αντισυστημικά, απέχουν ή στρέφονται σε δεξιότερες επιλογές.
Και για να το πετύχουν χρειάζονται και προγραμματικό λόγο αλλά και υφολογική διαφοροποίηση. Δεν αρκεί να έχεις πρόγραμμα αν δεν μπορείς να το πεις. Δεν αρκεί να έχεις θέσεις αν αυτές δεν γίνονται πρόταση ζωής. Δεν αρκεί να μιλάς για θεσμούς, διαφάνεια, ανασυγκρότηση και παραγωγικό μοντέλο, αν ο άλλος δεν καταλαβαίνει πώς αυτό ακουμπά στο δικό του σπίτι, στο δικό του πορτοφόλι, στη δική του βάρδια, στο δικό του παιδί.
Αν δεν το κάνουν, αν στριμωχθούν σε μια κουβέντα για το ποιος μπορεί να εκφράσει καλύτερα τους «κεντρώους» που δυσαρεστήθηκαν από τον Μητσοτάκη, θα παλεύουν για τα εκλογικά ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του πρωθυπουργού. Και άντε τώρα, λόγω της φθοράς της επταετούς διακυβέρνησης, ίσως πέφτουν κάποια παραπάνω. Σε μια νέα στροφή της ιστορίας όμως αυτά ξαναμαζεύονται.
Βλέπετε, το ζήτημα είναι πάντοτε και ταξικό. Όχι μόνο, αλλά και. Και ο δικός τους λαός τι να κάνει; Να μείνει χωρίς εκπροσώπηση; Η άλλοτε γιγαντιαία κοινωνική και πολιτική συμμαχία, που ήταν a priori πλειοψηφική, να στριμώχνεται σε «άλλες» επιλογές; Να γίνεται εκλογική πρώτη ύλη για όποιον φωνάζει πιο δυνατά, πιο θυμωμένα, πιο εύκολα;
Ακόμη και μια εκλογική νίκη για κόμμα της Κεντροαριστεράς, που θα βασίζεται κυρίως σε επικράτηση στα μεσοστρώματα της άνετης ή σχετικά άνετης διαβίωσης, αν ποτέ επιτευχθεί, θα είναι πύρρειος. Θα είναι παροδική και ξέπνοη. Οι προκλήσεις στον 21ο αιώνα είναι τεράστιες και η συνθετότητα των ζητημάτων το ίδιο. Μόνο μια παραταξιακή λογική, με μεροληπτικές πολιτικές που γίνονται αντιληπτές ως τέτοιες, μπορεί να δημιουργήσει στέρεες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για τα κόμματα της Κεντροαριστεράς.
Συνοψίζοντας
Σε αυτό το πεδίο, κάθε κόμμα έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ έχει θεσμική μνήμη, πανελλαδική στελεχιακή διάρθρωση, πολυεπίπεδα δίκτυα και μια προγραμματική ετοιμότητα σε όλο το εύρος των ζητημάτων της διακυβέρνησης. Έχει κυβερνητική μνήμη, έχει στελέχη, έχει οργανώσεις, έχει πρόσβαση στην Αυτοδιοίκηση, έχει ακόμη παραταξιακές θύμισες. Του λείπει όμως εμφατικά η κρουστότητα, η γοητεία, η ένταση εργασίας και, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, η στρατηγική. Εκείνη η εκπεφρασμένη και βαθιά εμπεδωμένη ιδέα του ποιους πρέπει να εκπροσωπήσει.
Ο Τσίπρας έχει προσωπικό χάρισμα, φρέσκια ομάδα, επικοινωνιακή υπεροπλία και το αβαντάζ της επανεκκίνησης, όπως το είχε και ο Ανδρουλάκης τον χειμώνα του 2022. Έχει πολιτικό όγκο, αναγνωρισιμότητα, εμπειρία πρωθυπουργίας και τη δυνατότητα να ανακατέψει την τράπουλα. Του λείπει όμως το κόμμα, η διάρθρωση, η οργανωτική υποδομή και πρέπει να υπερβεί τα ζητήματα αξιοπιστίας που του αποδίδει μέρος του εκλογικού σώματος.
Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, καλούνται να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: μπορούν να ξαναμιλήσουν στον λαό που ιστορικά έδινε πλειοψηφίες στη δημοκρατική προοδευτική παράταξη; Μπορούν να τον ξαναδούν, να τον ακούσουν, να τον εκπροσωπήσουν, να τον οργανώσουν πολιτικά; Μπορούν να μιλήσουν όχι μόνο για τη χώρα γενικά, αλλά για τους ανθρώπους συγκεκριμένα;
Όποιος από τους δύο ξαναβρεί αυτόν τον λαό, θα κερδίσει. Όποιος αρκεστεί στο να διεκδικεί τους απογοητευμένους του Μητσοτάκη, θα μείνει μικρός. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ποιος θα είναι πρώτος στην Κεντροαριστερά. Το ζήτημα είναι αν κάποιος μπορεί να την ξανακάνει πλειοψηφική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου