Περπατά κανείς σήμερα στην Εγνατία, στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως και στους δρόμους γύρω από αυτό που θεωρούσαμε κάποτε ως το αδιαμφισβήτητο εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η εικόνα δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να γίνει αντιληπτή. Κατεβασμένα ρολά, σκονισμένες βιτρίνες, ενοικιαστήρια που κιτρίνισαν από τον χρόνο, καταστήματα που άδειασαν και παραμένουν άδεια. Δεν είναι δύο και τρία. Το φθινόπωρο του 2025 καταγράφηκαν περίπου 85 κλειστά καταστήματα μόνο στην Εγνατία και άλλα 31 στην Τσιμισκή και στη Μητροπόλεως. Και αυτό στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου περνούν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι.
Κάθε τέτοιο άδειο κατάστημα είχε κάποτε κάτι μέσα. Έναν έμπορο, έναν τεχνίτη, ένα μικρό εργαστήριο, μια μικρή βιοτεχνία, ένα λογιστικό ή δικηγορικό γραφείο, μια οικογενειακή επιχείρηση, έναν ελεύθερο επαγγελματία. Κάποιον που μπορεί να μη δημιουργούσε τη νέα Apple, αλλά δημιουργούσε ένα εισόδημα για τον ίδιο, την οικογένειά του και ίσως δύο ή τρεις ακόμη ανθρώπους. Αυτή ήταν η ελληνική οικονομία για πολλές δεκαετίες. Μικρή, πολυτεμαχισμένη, οικογενειακή, με μεγάλη αυτοαπασχόληση και μια κάπως ιδιόμορφη σχέση με το κράτος, τις τράπεζες, τους φόρους και την επίσημη οικονομία.
Αυτό το οικοσύστημα δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχο, αλλά συμπιέζεται οικονομικά και χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να αναπαράγεται με τους όρους του παρελθόντος. Και αυτό συμβαίνει λόγω πολλών ταυτόχρονων εξελίξεων. Δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του ηλεκτρονικού εμπορίου, της πανδημίας, των υψηλών ενοικίων ή της μειωμένης αγοραστικής δύναμης. Είναι και τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου μετασχηματισμού, τον οποίο η χώρα συζητά εδώ και δεκαπέντε χρόνια με δύο εντελώς διαφορετικές γλώσσες.
Τι έλεγαν τα μεγάλα κείμενα πολιτικής;
Από την έναρξη της κρίσης και μετά, ένα σταθερό νήμα διατρέχει σχεδόν όλα τα βασικά κείμενα οικονομικής πολιτικής. Τα Μνημόνια, με τη δική τους γλώσσα περί απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων, ανταγωνισμού και άρσης των προστατευτικών φραγμών. Η μελέτη της McKinsey «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά». Τα Μεσοπρόθεσμα Προγράμματα. Η Έκθεση Πισσαρίδη. Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Διαφορετικά κείμενα, διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μια κοινή λίγο-πολύ διάγνωση: η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερβολικό κατακερματισμό.
Η McKinsey ήταν αρκετά σαφής. Συνέδεε τη χαμηλή παραγωγικότητα με την απουσία επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας και υποστήριζε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έπρεπε να αποκτήσουν μέγεθος μέσω συγκέντρωσης. Στη μεταποίηση, οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους εμφάνιζαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιούσε η έκθεση, παραγωγικότητα χαμηλότερη από το 40% εκείνης των επιχειρήσεων με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Για το λιανεμπόριο πρότεινε ρητά συνεργασίες, συμπράξεις και περαιτέρω συγκέντρωση, ώστε να γίνουν επενδύσεις στην τεχνολογία, στα logistics και στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Έκθεση Πισσαρίδη υποστήριξε ότι το υψηλό ποσοστό απασχόλησης σε ατομικές και μικρές επιχειρήσεις συνδέεται με τη χαμηλή παραγωγικότητα. Το μικρό μέγεθος, ανέφερε, περιορίζει την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και τεχνολογιών αιχμής και κρατά μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικότητας προσανατολισμένο στην εσωτερική κατανάλωση.
Τα Μνημόνια δεν έγραφαν βεβαίως σε κάποιο κεφάλαιο ότι «πρέπει να κλείσουν οι μικρές επιχειρήσεις». Δεν ήταν αυτός ο ρητός τους στόχος. Προωθούσαν όμως την απελευθέρωση επαγγελμάτων, την άρση γεωγραφικών και άλλων περιορισμών, την αύξηση του ανταγωνισμού, την τυπικότητα, τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση των προστατευμένων αγορών. Όλα αυτά περιόριζαν σταδιακά το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να επιβιώνει η παραδοσιακή ελληνική μικροκλίμακα.
Η οικονομική λογική πίσω από αυτή τη διάγνωση είναι κατανοητή. Μια μεγαλύτερη επιχείρηση έχει ευκολότερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, μπορεί να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, να αγοράσει τεχνολογία, να οργανώσει εξαγωγικό δίκτυο, να δημιουργήσει διοικητικές ιεραρχίες και να προσλάβει στελέχη με υψηλότερες δεξιότητες. Αντέχει ευκολότερα το κόστος της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης, της πιστοποίησης, της κανονιστικής συμμόρφωσης και της διαρκούς προσαρμογής. Με δυο λόγια, ο τεχνοκρατικός λόγος της προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν έλεγε ότι κάθε μικρή επιχείρηση είναι άχρηστη. Έλεγε όμως ότι η μόνιμη μικροκλίμακα είναι πρόβλημα. Ότι η Ελλάδα είχε πάρα πολλές επιχειρήσεις που δεν μεγάλωναν ποτέ, δεν συνεργάζονταν, δεν επένδυαν αρκετά, δεν εξήγαν και δεν δημιουργούσαν ζήτηση για πιο σύνθετη και καλύτερα αμειβόμενη εργασία.
Άλλαξε τελικά η ελληνική οικονομία;
Η απάντηση είναι «ναι και όχι». Σε ορισμένους κλάδους η αλλαγή είναι μπροστά στα μάτια μας. Το λιανεμπόριο συγκεντρώθηκε. Οι μικρές τοπικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ περιορίστηκαν ή εξαγοράστηκαν. Οι μεγάλες αλυσίδες ένδυσης, εστίασης, ηλεκτρικών ειδών και υπηρεσιών κατέλαβαν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς. Οι ψηφιακές πλατφόρμες έδωσαν ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε όσους διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα, αποθήκες, κεφάλαιο και τεχνογνωσία.
Ταυτόχρονα, το κράτος δεν έμεινε αμέτοχο. Το «Ελλάδα 2.0» προέβλεψε συγκεκριμένα κίνητρα για συνεργασίες, συγχωνεύσεις και εξαγορές πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με δηλωμένο στόχο τη δημιουργία αποτελεσματικότερων και ανταγωνιστικότερων επιχειρηματικών σχημάτων.
Και όμως, η βαθιά δομή της οικονομίας παραμένει εντυπωσιακά ανθεκτική. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ενημερωτικό δελτίο για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 2024 οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους αποτελούσαν το 94,5% του συνόλου. Απασχολούσαν το 46,8% των εργαζομένων, αλλά παρήγαν μόλις το 24,8% της προστιθέμενης αξίας. Συνολικά, οι ΜμΕ αντιστοιχούσαν στο 99,9% των επιχειρήσεων και στο 84,7% της απασχόλησης.
Άρα ας μη βιαστούμε να τελέσουμε την κηδεία της μικρομεσαίας Ελλάδας. Δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχη, κοινωνικά κρίσιμη και οικονομικά απολύτως καθοριστική. Αυτό που υποχωρεί είναι η δυνατότητα μεγάλου τμήματός της να αναπαράγεται με τους παλιούς όρους. Με χαμηλή κεφαλαιοποίηση, οικογενειακή εργασία, περιορισμένο δανεισμό, μικρή φορολογική ορατότητα και μια σταθερή εσωτερική αγορά που κάπως θα συντηρεί τους πάντες. Αυτό το μοντέλο στενεύει. Δεν έχει όμως αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ολοκληρωμένο μοντέλο.
Το παράδοξο της «ραχοκοκαλιάς»
Και εδώ φτάνουμε στη μεγάλη πολιτική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, η πραγματική οικονομική πολιτική πιέζει προς τη μεγέθυνση. Οι τράπεζες χρηματοδοτούν ευκολότερα τους πιο αξιόχρεους. Οι ευρωπαϊκοί πόροι απαιτούν σχέδια, ίδια συμμετοχή, τραπεζική επιλεξιμότητα και διοικητική επάρκεια. Η φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση αυξάνει το σταθερό κόστος λειτουργίας. Η τεχνολογία απαιτεί κεφάλαια. Τα κίνητρα για συγχωνεύσεις υπάρχουν, έστω και αν, όπως σημειώνει ο ΟΟΣΑ, η μέχρι τώρα αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη.
Από την άλλη πλευρά, ο επίσημος κομματικός λόγος εξακολουθεί σχεδόν τελετουργικά να επαναλαμβάνει ότι «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας». Το λέει η κυβέρνηση, το λέει το ΠΑΣΟΚ, το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, το λένε τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα. Όλοι θέλουν να στηρίξουν τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία, την οικογενειακή επιχείρηση.
Μα καλά, για να συνεννοηθούμε. Τι ακριβώς θέλουμε;
Θέλουμε να διατηρηθούν εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές μονάδες όπως ακριβώς λειτουργούσαν πριν από τριάντα χρόνια; Θεωρούμε ότι αυτό το παραγωγικό μοντέλο μπορεί να δώσει υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς, επενδύσεις και εξαγωγές; Αν ναι, τα κόμματα πρέπει να μας εξηγήσουν πώς. Με ποιες τράπεζες, με ποια φορολογία, με ποιες ψηφιακές υποδομές, με ποιες συνεργασίες και με ποιο σύστημα δεξιοτήτων. Αν, αντίθετα, θεωρούμε ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερες συγχωνεύσεις, περισσότερες συμπράξεις και λιγότερη αυτοαπασχόληση ανάγκης, πρέπει επίσης να το πούμε. Να μην υποκρινόμαστε ότι υπερασπιζόμαστε αμετάβλητο ένα μοντέλο το οποίο στην πράξη προσπαθούμε να μετασχηματίσουμε.
Αυτή είναι η μεγάλη σχιζοφρένεια της ελληνικής κλίμακας. Άλλη γλώσσα χρησιμοποιούμε στα αναπτυξιακά σχέδια, στις Βρυξέλλες, στις τράπεζες και στις εκθέσεις των ειδικών. Και άλλη γλώσσα στις εκλογές, στις περιοδείες και στις συναντήσεις με τους επαγγελματικούς φορείς. Στη μία περίπτωση ζητάμε συγκέντρωση, μεγέθυνση, εταιρική διακυβέρνηση και εξωστρέφεια. Στην άλλη ορκιζόμαστε αιώνια πίστη στο μαγαζί της γωνίας.
Η μετάβαση που δεν συζητήσαμε
Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και βαθιά κοινωνικό. Η μικρή επιχείρηση υπήρξε στην Ελλάδα μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Έδωσε σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους αυτονομία, περιουσία, οικογενειακή ασφάλεια, πολιτική φωνή και μια θέση στη μεσαία τάξη. Μπορεί να είχε χαμηλή παραγωγικότητα. Είχε όμως υψηλή κοινωνική λειτουργία. Εάν αυτή η μεσαία τάξη των μικροϊδιοκτητών υποχωρεί, κάτι πρέπει να έρθει στη θέση της. Ιδανικά, μια νέα μεσαία τάξη καλά αμειβόμενων μισθωτών, στελεχών και εξειδικευμένων εργαζομένων. Άνθρωποι με σταθερό εισόδημα, δυνατότητα αποταμίευσης, πρόσβαση σε κατοικία και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης. Εάν όμως κλείνει το μικρό κατάστημα και στη θέση του δημιουργείται μια θέση εργασίας χαμηλού μισθού, χωρίς ασφάλεια και χωρίς προοπτική, τότε δεν έχουμε αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου αλλά κοινωνική υποχώρηση. Για την ώρα ας κρίνει ο αναγνώστης τι από τα δύο συμβαίνει ή κυριαρχεί και ίσως καταλάβει μέρος της μεγάλης δυσαρέσκειας.
Μονόδρομος η μεγάλη κλίμακα;
Κατά την άποψή μου, το δίλημμα δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο «μικρή επιχείρηση ή πολυεθνική». Υπάρχουν συνεργατικά σχήματα, clusters, κοινοπραξίες, συνεταιρισμοί νέου τύπου, κοινές υπηρεσίες λογιστικής, τεχνολογίας και εξαγωγών. Υπάρχουν δίκτυα μικρών επιχειρήσεων που μπορούν να αποκτήσουν πλεονεκτήματα κλίμακας χωρίς να εξαφανιστούν μέσα σε έναν μεγάλο όμιλο. Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο: απομονωμένη και μόνιμη μικροκλίμακα ή οργανωμένη κλίμακα;
Η αναγκαία μεγέθυνση δεν μπορεί να σημαίνει απλώς ότι χιλιάδες μικρές μονάδες θα αντικατασταθούν από τρεις ή τέσσερις ομίλους που θα ελέγχουν την αγορά. Κλίμακα χωρίς ανταγωνισμό δεν παράγει εκσυγχρονισμό· παράγει ολιγοπώλια. Αυτό πρέπει να συζητήσει η πολιτική. Όχι να κολακεύει τους μικρούς την ώρα που τους αφήνει μόνους απέναντι στην αγορά. Όχι να επιδοτεί για λίγο την επιβίωση και να αποφεύγει τη συζήτηση για το μέλλον. Όχι να περιμένει από την ύφεση, την τραπεζική ασφυξία και τη φορολογική πίεση να κάνουν βίαια τη δουλειά που θα έπρεπε να κάνει ένα σχέδιο. Αν θέλουμε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πρέπει να οργανώσουμε την πορεία προς αυτές. Με κίνητρα, χρόνο, χρηματοδότηση, επανεκπαίδευση και κοινωνικό δίχτυ. Αν θέλουμε ισχυρές μικρές επιχειρήσεις, πρέπει να τις βοηθήσουμε να συνεργαστούν, να εκσυγχρονιστούν και να πάψουν να είναι μικρές και μόνες. Γιατί πράγματι, είναι απαιτητική υπόθεση να επιλέξεις ένα δύσκολο μοντέλο. Είναι χειρότερο όμως να εφαρμόζεις σιωπηρά το ένα και να υπόσχεσαι μεγαλόφωνα το αντίθετο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου