Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Υπάρχει ταξικότητα στη ζωή μας; Δύο τραγωδίες, άλλη κατανόηση, άρθρο στη VORIA στις 31/01/2025


Δύο δυστυχήματα
, με διαφορά μίας μόλις ημέρας, συγκλόνισαν την Ελλάδα. Ένα θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα σε εργοστάσιο στα Τρίκαλα και ένα πολύνεκρο τροχαίο στη Ρουμανία με θύματα νεαρούς φιλάθλους του ΠΑΟΚ. Η κοινωνική συγκίνηση ήταν άμεση και απολύτως αναμενόμενη. Όταν η απώλεια έρχεται μαζικά και απότομα, δεν αφήνει περιθώρια για εύκολη επεξεργασία ή ψύχραιμη απόσταση.

Πριν από κάθε άλλη σκέψη, υπάρχει το ανθρώπινο. Ο πόνος της απώλειας, το σοκ, η σιωπή, η ανάγκη για σεβασμό και συμπαράσταση προς τους οικείους των θυμάτων. Αυτός ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ πραγματικά και καλώς δεν κλείνει. Όμως η κοινωνία, αν θέλει να λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από άθροισμα ατομικών συγκινήσεων, οφείλει να προχωρά και ένα βήμα παραπέρα. Οφείλει να σκέφτεται, να αναστοχάζεται, να εξάγει συμπεράσματα.
 

Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Δεν έχουν κοινά αίτια, δεν προκύπτουν από τις ίδιες παραλείψεις, δεν βαραίνουν τους ίδιους υπαίτιους. Θα ήταν σφάλμα –και άδικο– να επιχειρήσει κανείς μια πρόχειρη εξίσωση στο βωμό τους εύκολου και πλεονάζοντος συναισθηματισμού. 

Ταξικότητα

Ακόμη και στον 21ο αιώνα, ακόμη και μέσα στη μετανεωτερική κοινωνία της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, της κινητικότητας, της διευρυμένης κατανάλωσης και της ψευδαίσθησης των απεριόριστων επιλογών, η ταξικότητα δεν έχει εξαφανιστεί. Αντιθέτως, υπάρχουν ενδείξεις ότι σε αρκετές εκφάνσεις της ζωής όχι μόνο επιμένει, αλλά ενδεχομένως ενισχύεται σε σχέση με το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Και αυτό είναι κάτι που σπάνια συζητάμε με καθαρούς όρους.

Το παρόν κείμενο δεν γράφεται για να καταγγείλει αφηρημένα μια «άδικη κοινωνία». Η αδικία και η ανισότητα είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ η πλήρης εξάλειψή της – και αν κάποτε ήταν ή είναι ακόμη, είναι περισσότερο ουτοπία, ιδρυτικά και καταστατικά ευγενής. Ζητούμενο είναι ο περιορισμός της, η άμβλυνσή της, η μεταφορά της σε επίπεδα που δεν συνθλίβουν ανθρώπινες ζωές. Ούτε, φυσικά, στόχος του κειμένου είναι  ένα «κατηγορώ» προς τους ιδιοκτήτες μιας συγκεκριμένης βιομηχανίας. Η ευθύνη τους μένει να αποδειχθεί, όποια άποψη και αν έχει ο καθείς από εμάς. Τα γεγονότα διερευνώνται και η ευθύνη ανήκει στην Ελληνική Πολιτεία να τους καταλογίσει ό,τι τους αναλογεί, στη βάση τεκμηρίων και όχι εντυπώσεων. 

Αν επιβεβαιωθεί ότι υπήρχαν καταγγελίες για αισθητές διαρροές και αυτό δεν αντιμετωπίστηκε επαρκώς, τότε ανοίγει αναπόφευκτα ένα πεδίο σκέψης. Όχι μόνο για το τι δεν έγινε - αυτό είναι το αυτονόητο και το πανδήμως απαιτητό. Εκ των ων ουκ άνευ. Αμέσως μετά όμως μπορούμε να σκεφτούμε και το γιατί, παρά τον φόβο, παρά την αίσθηση κινδύνου, οι άνθρωποι αυτοί συνέχιζαν να πηγαίνουν καθημερινά στη δουλειά τους. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη και δεν είναι ηθική.

Για εκατομμύρια εργαζομένους σε όλον τον κόσμο, η εργασία δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Η «εναλλακτική» του να μη δουλέψεις απλώς δεν υπάρχει, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι αποδέχεσαι έναν υποθετικό –ή και πραγματικό– κίνδυνο για τη σωματική σου ακεραιότητα. Η εργασία δεν είναι κατάπτωση ούτε ένδειξη ανέχειας – είναι όμως μια υποχρεωτική συνθήκη για τα εκατομμύρια των ανθρώπων. Για αυτό και η εργασία (πρέπει να) διέπεται από κανόνες, προδιαγραφές και λοιπές παραμέτρους διασφάλισης της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και την υγείας.

Κυριολεξίες

Ξεκαθαρίζω ότι δεν ανακαλύπτουμε κάτι νέο. Αυτή ήταν και παραμένει η καθημερινότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας, εδώ και δεκαετίες. Εκείνο που αξίζει να επαναφέρουμε στη συζήτηση είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε – ή αποφεύγουμε. Η ζωή είναι ταξική. Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τον όρο. 

Οι επιλογές μας είναι και ταξικές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καθορίζονται αποκλειστικά από την τάξη. Υπάρχουν μορφωτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, ψυχολογικές παράμετροι που συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις μας. Όμως η ταξικότητα παραμένει παρούσα και καθοριστική. Άλλοτε οξύνεται, άλλοτε μετριάζεται. Άλλοτε γίνεται αόρατη και άλλοτε επιστρέφει βίαια στο προσκήνιο μέσα από γεγονότα. 

Το γράφω ξανά - δεν πρέπει να φοβόμαστε τις λέξεις. Δεν χρειάζεται και δεν είναι προωθητικό να αποκρύπτουμε και να εξοβελίζουμε τις λέξεις. Αυτές νοηματοδοτούν, περιγράφουν, ενίοτε φορτίζουν - αυτές έχουμε όμως για να συνεννοούμαστε. Παρωχημένη λέξη η ταξικότητα; Όχι. Ακριβής.

Ταυτίσεις 

Χιλιάδες κόσμου υποδέχθηκαν και «αποχαιρέτισαν» τις σορούς των νεκρών του δυστυχήματος στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- ήταν οπαδοί του ΠΑΟΚ. Όμως και οπαδοί από όλον τον κόσμο, σε κερκίδες μακρινές και άγνωστες έπραξαν κάτι αντίστοιχο. Εχθροί και φίλοι, οπαδοί διαφόρων αθλημάτων, τελετές θλίψης και συμμετοχής στο θρήνο. Οι κώδικες του οπαδικού κινήματος είναι ισχυροί γιατί όλοι εντός του, αναγνωρίζουν το ίδιο πάθος για την ομάδα. Το μοιράζονται. Καλώς πράττουν – είναι μια πρακτική που σφυρηλατεί δεσμούς, είναι μια ιεροτελεστία της «φαντασιακής κοινότητας». Και αν το δούμε με μεγαλύτερη ευρύτητα είναι η ψυχολογική ανάγκη του «ανήκειν» σε μια μεγάλη οικογένεια. Είναι συμμετοχή σε ένα γεγονός. 

Γύρω άλλωστε από το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό συναρθρώνονται πολλές δυναμικές. Ιστορία, κοινωνία, οικονομία, θέαμα, τηλεοπτικά μέσα, πλήθη – το ενδιαφέρον είναι ζωντανό και διευρύνεται. Η τραγωδία βιώνεται έντονα – ανθρώπινο και λογικό. 

Από την άλλη όμως σκέφτομαι ότι ίσως την δεκαετία του 1960 σε μια ευρωπαϊκή ή δυτική χώρα εάν συνέβαινε έκρηξη σε εργοστάσιο με νεκρούς εργάτες, τις επόμενες ημέρες θα πραγματοποιούνταν μια κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην πόλη του συμβάντος, με μπροστάρηδες κόμματα, συνδικάτα και απλό λαό. Σήμερα δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Οι blue collar εργαζόμενοι είναι μειοψηφία – κανείς μας δεν ταυτίζεται εύκολα με την μοίρα τους – είναι σαν εξωτικό κατάλοιπο άλλων εποχών. Η εργασία έχει αλλάξει. Τη μανιφακτούρα την έχει αντικαταστήσει το λαπτοπ, τη σαλοπέτα τα μοντγκόμερι και τα chinos και το βιομηχανικό σύμπλεγμα τα γραφεία. 

Εδώ οι κοινοί εργατικοί κώδικες, η αίσθηση της ίδιας μοίρας, η ταξική συνείδηση που λέγαμε κάποτε, έχει αποδυναμωθεί και η συλλογική εκπροσώπηση αυτής – τα συνδικάτα – έχει αποδιαρθρωθεί. Αξίζει να σημειωθεί λοιπόν και αυτό. Πιο εύκολα ταυτιζόμαστε με τον φίλαθλο παρά με τον βιομηχανικό εργάτη. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα ή μήπως είναι και αυτή μια ψευδαίσθηση; Το γεγονός ότι δεν εργαζόμαστε δίπλα δίπλα, σε μια γραμμή παραγωγής, με εδαφικοποιημένη και σωματοποιημένη εγγύτητα, σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κοινά συμφέροντα και προτεραιότητες; Ας το σκεφτούμε.

Μετά την κατανόηση

Αν κατανοήσουμε ότι η ζωή έχει και το στοιχείο της ταξικότητας, αν αντιληφθούμε τα βασικά (που σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν κάπως πιο κατανοητά και αντιληπτά) μετά μένει στον κάθε έναν και στην κάθε μία, πως θα τοποθετηθεί και πως θα δράσει εντός του πλαισίου αυτής της πραγματικότητας. Ατομικά ή συλλογικά, υπέρ της ισότητας ή υπέρ της ελευθερίας – αυτές οι τελευταίες άλλωστε αξίες δομούν τον νεωτερικό μας κόσμο από εποχής Γαλλικής Επανάστασης.
Το μείζον όμως είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε το περιβάλλον γύρω μας με βάση τα δεδομένα και όχι μέσα από αναρτήσεις στο Instagram και στο tik tok. Εκεί, η ζωή είναι ωραία, απλή, ευθύγραμμη – γεμάτη επιλογές και απολαύσεις. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ σκληρότερη και περιοριστική. Είναι και ταξική.

Πόσο εύκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά σήμερα; Ελλάδα - Θεσσαλονίκη 2026, άρθρο στη VORIA στις 24/01/2025


Η ερώτηση μοιάζει απλή, σχεδόν αυτονόητη, όμως στην πραγματικότητα είναι από εκείνες που δύσκολα απαντιούνται χωρίς υπεκφυγές. Πόσο εύκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά σήμερα, το 2026, στην Ελλάδα και ειδικά σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη; Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν είναι εύκολο. Όχι γιατί ήταν εύκολο για προηγούμενες γενιές – και τότε υπήρχαν δυσκολίες, ήταν όμως άλλου τύπου. Υπήρχε όμως και τρόπος να τις υπερκεράσουν οι οικογένειες. Ένα manual, μια πεπατημένη, ένας τρόπος για να απαντήσεις στην ανάγκη. 

Σκεπτόμενος να γράψω το παρόν σημείωμα, όντας και εγώ πατέρας ενός μικρού κοριτσιού, αναλογίστηκα μήπως όλα όσα έχω να καταθέσω είναι μια προσωπική νοσταλγική διάθεση για τις δεκαετίες την νιότης και της ξεγνοιασιάς (της δικής μου και της γενιάς μου) και μήπως είναι το βάρος της παροντικής ευθύνης που με οδηγεί σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Όμως όχι – εκτιμώ ότι είναι περισσότερο μια περιγραφή της πραγματικότητας που έχει αλλάξει δομικά. Έχει αλλάξει οικονομικά, κοινωνικά, εργασιακά, αστικά. Όλα σήμερα είναι δύσκολα – πιο δύσκολα συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες. Και ξέρετε η δυσκολία μπορεί να μεγεθύνεται και από την προσδοκία, από την αντίληψη των πραγμάτων, από το πώς πιστεύαμε ότι θα ήταν πράγματα σε σχέση με το πώς είναι.

Με τον δικό μου αγαπημένο τρόπο, με παράθεση σημείων και όχι μακροσκελή ανάλυση, προσπαθώ να βρω μια άκρη. Να δούμε τι είναι αυτό που μας προβληματίζει και τα κάνει όλα πιο δύσκολα. 

Σημείο 1ο : Οι σημερινοί γονείς, κατά κύριο λόγο οι millennials, γίνονται γονείς σε μεγαλύτερη ηλικία. Είναι αλλιώς να γίνεσαι γονιός στα 25 και αλλιώς στα 40. Οι αντοχές του σώματος είναι διαφορετικές. Το πλεόνασμα εμπειρίας δεν σε βοηθά σε όλο το φάσμα των υποχρεώσεων. Αυτή η καθυστέρηση βέβαια είναι πλέον η νέα κανονικότητα. Αψηφά τη βιολογία γιατί κερδίζει το πολιτισμικό υπόδειγμα του 21ου αιώνα. Και σίγουρα την κατάσταση επιτείνουν πολλά δεδομένα. Σπουδές που παρατάθηκαν, επαγγελματικά βήματα που δεν σταθεροποιήθηκαν, εισοδήματα που δεν επαρκούσαν για αυτονομία, κατοικία που έγινε δυσεύρετη και ακριβή. Η απόφαση για παιδί μετατίθεται, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται πλήρως οι ίδιοι οι γονείς, μέχρι τη στιγμή που το σώμα και οι αντοχές δεν βρίσκονται πια στο σημείο που ήταν μια δεκαετία πριν. Η γονεϊκότητα ξεκινά σε φάση μεγαλύτερης κόπωσης, με λιγότερα ενεργειακά αποθέματα, με περισσότερο άγχος για το «αν θα τα βγάλουμε πέρα».

Σημείο 2ο : Την ίδια στιγμή, η εργασία έχει αλλάξει χαρακτήρα. Δεν μιλάμε απλώς για πολλές ώρες δουλειάς, αλλά για μια δουλειά χωρίς σαφή όρια. Και οι δύο γονείς εργάζονται σχεδόν πάντα, όχι για λόγους φιλοδοξίας αλλά από ανάγκη. Το ωράριο είναι ρευστό, η διαθεσιμότητα μόνιμη, το κινητό και το laptop παρόντα στο σπίτι, στο τραπέζι, στον καναπέ. Η εργασία δεν τελειώνει όταν κλείνει το γραφείο - μεταφέρεται στον ιδιωτικό χώρο, εισβάλλει στον χρόνο που υποτίθεται ότι ανήκει στην οικογένεια. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η φυσική παρουσία των γονιών δεν ταυτίζεται πάντα με τη διαθεσιμότητα ή την ψυχική εγρήγορση. Μόνιμη κατάσταση διάσπασης, μόνιμη εργασιακή διαθεσιμότητα, μόνιμη κόπωση.

Σημείο 3ο : Παράλληλα, έχει καταρρεύσει σχεδόν πλήρως το άτυπο πλέγμα βοήθειας που χαρακτήριζε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η γειτονιά δεν λειτουργεί πια ως μικρή κοινότητα. Οι παππούδες συχνά ζουν μακριά ή εργάζονται οι ίδιοι περισσότερο από ό,τι παλαιότερα. Είναι και αυτοί μεγαλύτεροι ηλικιακά σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες. Οι θείοι, οι συγγενείς, οι «δικοί μας άνθρωποι» δεν είναι πάντα παρόντες ή διαθέσιμοι. Η οικογένεια έχει γίνει πιο μοναχική, πιο κλειστή στον εαυτό της, χωρίς εφεδρείες. Όταν δεν υπάρχει κάποιος να «κρατήσει λίγο το παιδί», κάθε ανάγκη μετατρέπεται σε πρόβλημα προς διαχείριση, κάθε απρόοπτο σε κρίση. Ίσως για πρώτη φορά η ανατροφή ενός παιδιού ή παιδιών είναι αποκλειστική ευθύνη των γονιών του. 

Σημείο 4ο : Σε αυτό το πλαίσιο προστίθεται και το αστικό περιβάλλον, το οποίο κάθε άλλο παρά φιλικό είναι προς το παιδί. Οι πόλεις, και η Θεσσαλονίκη ειδικά, δεν έχουν σχεδιαστεί με γνώμονα την παιδική ηλικία. Πεζοδρόμια στενά ή κατειλημμένα, ελάχιστοι ασφαλείς ελεύθεροι χώροι, πάρκα που απαιτούν διαρκή επίβλεψη, κυκλοφορία πυκνή και επιθετική. Το παιδί δεν μπορεί να κινηθεί αυτόνομα, ούτε καν στοιχειωδώς. Κάθε έξοδος απαιτεί οργάνωση, έλεγχο, συνεχή προσοχή. Η αυτονόητη ελευθερία που είχαν παιδιά άλλων εποχών έχει αντικατασταθεί από μια διαρκή επιτήρηση, η οποία επιβαρύνει τόσο το παιδί όσο και τον γονιό. Το παιχνίδι κατευθύνεται σε ιδιωτικούς χώρους - παιδοτόπους. Αν μπορείς να τους πληρώσεις καλώς - αν όχι όμως τι γίνεται; Οι λίγες παιδικές χαρές δεν επαρκούν. Ακόμη και σε αυτές θα βρει κανείς μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού κούνιες. 40 παιδιά – 60 γονείς – 4 κούνιες – 3 παγκάκια. Περιττό να θυμίσω ότι παλαιότερα όλη η γειτονιά ήταν χώρος παιχνιδιού – γυρνούσαμε σπίτια μας όταν άναβαν τα φώτα του οδοφωτισμού. 

Σημείο 5ο : Το οικονομικό ζήτημα διατρέχει όλα τα παραπάνω. Η ανατροφή παιδιών έχει γίνει ακριβή υπόθεση, όχι μόνο λόγω των βασικών εξόδων – διατροφή, ρούχα, στέγη – αλλά και λόγω ενός πλήθους πρόσθετων δαπανών που παρουσιάζονται ως αναγκαίες. Φροντιστήρια, δραστηριότητες, εξοπλισμοί, τεχνολογικά μέσα, «εφόδια για το μέλλον». Σε μια κοινωνία με χαμηλή αγοραστική δύναμη και περιορισμένες δημόσιες υποδομές στήριξης της οικογένειας, το βάρος μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό προϋπολογισμό. Και αυτός ο προϋπολογισμός, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν αντέχει χωρίς στερήσεις αλλού. Έχουμε που έχουμε χαμηλή αγοραστική δύναμη, υψηλό δομικό πληθωρισμό – το μείγμα γίνεται εκρηκτικό.

Σημείο 6ο : Εδώ παρεμβαίνει και μια ακόμη διάσταση, λιγότερο υλική αλλά εξίσου καθοριστική -  η παιδοκεντρική κουλτούρα των τελευταίων ετών. Μια κουλτούρα που, με καλές προθέσεις, έχει διογκώσει τις «ανάγκες» του παιδιού σε βαθμό που συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το παιδί πρέπει να τα έχει όλα, να τα κάνει όλα, να μην του λείψει τίποτα. Η πίεση αυτή δεν προέρχεται μόνο από την αγορά, αλλά και από το κοινωνικό βλέμμα, από τη σύγκριση, από τον φόβο του γονιού μήπως «υστερεί». Έτσι, η γονεϊκότητα μετατρέπεται σταδιακά σε project υψηλών απαιτήσεων, με συνεχή αξιολόγηση και ενοχές. Ίσως να κάνουμε ένα restart, να τα ξαναδούμε λίγο όλα από μηδενική βάση. Γιατί τόσες δραστηριότητες; Γιατί υποχώρηση από κανόνες; Γιατί λιγότερη πειθαρχία και καθόλου στέρηση; Γιατί παροχή των πάντων; Είναι αυτό παιδευτικό για το παιδί; Το χρειάζεται; Απαντά στις αντικειμενικές ανάγκες του ή σε ψυχολογικές ανάγκες του γονέα; 

Σημείο 7ο : Γονείς εξαντλημένοι, καταθλιπτικοί, πιεσμένοι και ίσως άμαθοι. Η ανατροφή του παιδιού είναι ανελαστική υπόθεση. Δεν μπαίνεις σε αυτήν την υπόθεση με ορατή έξοδο κατ’ επιλογή. Σε δεσμεύει. Μια γενιά που έμαθε – άσχετα αν αυτό διαψεύστηκε οικτρά λόγω και οικονομικής κρίσης – ότι η ζωή είναι ένα πεδίο αστείρευτων επιλογών που στόχο έχουν την ηδονή, την απόλαυση, τις λίγες ή και καθόλου ευθύνες, είναι λογικό όταν έρχεται σε σύγκρουση με την δύσκολη πραγματικότητα που περιγράψαμε πιο πάνω, να νιώθει ότι θα κλατάρει. Οι πιο παλιές γενιές – εκ των πραγμάτων – γαλουχήθηκαν σε συνθήκες όχι μόνο υλικής στέρησης αλλά και αυστηρών κανόνων που επικαθόριζαν συμπεριφορές, περιόριζαν επιλογές και κανοναρχούσαν ζωές. Οι επόμενες γενιές βλέποντας τα δεδομένα, ίσως δεν κάνουν καθόλου παιδιά. 

Κλείνοντας
 

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν οι σημερινοί γονείς αγαπούν λιγότερο τα παιδιά τους ή αν προσπαθούν λιγότερο. Το αντίθετο συμβαίνει. Προσπαθούν περισσότερο, μέσα σε συνθήκες όμως που είναι σαφώς πιο δύσκολες και λιγότερο υποστηρικτικές. Μεγαλώνουν παιδιά σε μια κοινωνία που έχει μεταθέσει το βάρος της ανατροφής σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική σφαίρα, χωρίς ισχυρά δίκτυα, χωρίς επαρκείς δημόσιες πολιτικές, χωρίς φιλικό αστικό περιβάλλον. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πόσο εύκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά σήμερα», αλλά αν έχουμε αποφασίσει ως κοινωνία να κάνουμε αυτή τη διαδικασία λιγότερο δύσκολη. Γιατί όσο η απάντηση παραμένει ασαφής, τόσο το βάρος θα συνεχίσει να πέφτει στους ίδιους ώμους. ‘Ώμους κουρασμένους, αγχωμένους, αλλά αποφασισμένους να τα καταφέρουν, έστω και χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Οι τελευταίες αυτές γραμμές είναι ζήτημα πολιτικής. Και ως ζήτημα πολιτικής μπορεί να φανερώσει ποιες κοινωνίες και ποιες Πολιτείες, ποια κράτη θέλουν να στηρίξουν τη γονεϊκότητα, τους απασχολεί η δημογραφία και αντιλαμβάνονται τις πραγματικές δυσκολίες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.

Νέα χρονιά, νέα κόμματα, παλιά προβλήματα, άρθρο στη VORIA στις 11/01/2025



Η συζήτηση για τη δημιουργία νέων κομμάτων έχει ανάψει και πλέον θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι λίαν συντόμως θα έχουμε τουλάχιστον δυο νέους σχηματισμούς με προοπτική και για έναν τρίτο. Αναφέρομαι στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και στην πιθανότητα ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Αν συνυπολογίσει κανείς τη δημοσκοπική εικόνα των τελευταίων πολλών μηνών, καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά ασφαλή.

Πάμε να δούμε ορισμένα από αυτά: 

1ο σημείο: η ανάγκη δημιουργίας νέων κομμάτων σημαίνει ότι τα υπάρχοντα δεν καλύπτουν, δεν εκπροσωπούν επαρκώς, δεν μπορούν να συνθέσουν αιτήματα, αγωνίες και προσδοκίες. Η πολυδιάσπαση και ο κατακερματισμός είναι απότοκος πολιτικής αδυναμίας και μιας σταθερής εδώ και χρόνια στενότητας του πολιτικού συστήματος. Όταν το 75% των ερωτηθέντων απορρίπτει την κυβερνητική διαχείριση και δεν υπάρχει ένα κόμμα να εκφράσει το 1/3 αυτού του ποσοστού, το πρόβλημα πρωτίστως το έχει η αντιπολίτευση συνολικά.

2ο σημείο: Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό για τα αντιπολιτευόμενα κόμματα που έχουν κυβερνητικές φιλοδοξίες. Ένα κόμμα της αντιπολίτευσης για να καταστεί κυβερνητική εναλλακτική και να κατακτήσει το status του κόμματος εξουσίας πρέπει να καταγράφει μια δημοσκοπική επίδοση αξιώσεων ή μια ανάλογη δυναμική. Πρέπει να έχει πανελλαδική διάρθρωση, στελεχιακό δυναμικό, ένα πρόπλασμα προγραμματικών θέσεων ή ένα ώριμο προγραμματικό κείμενο και μια στάση ανταγωνιστική προς τη Νέα Δημοκρατία.

3ο σημείο: Το μόνο κόμμα που έχει τα περισσότερα από τα ανωτέρω είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ όμως αδυνατεί να φέρει εις πέρας το βασικό. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν έχει πείσει ότι έχει ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο απέναντι σε αυτό της Νέας Δημοκρατίας. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε δευτερεύον. Είναι δομικό και αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής λειτουργίας του -  αδυναμία να συγκροτήσει σαφές κοινωνικό μπλοκ εκπροσώπησης. Όχι «ακροατήριο», όχι «δεξαμενές ψηφοφόρων». Κοινωνικό μπλοκ. Δηλαδή συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, με υλικές αγωνίες, κοινές εμπειρίες και αναγνωρίσιμα συμφέροντα, που να μπορούν να πουν –χωρίς πολλές επεξηγήσεις– «αυτός ο χώρος μιλά για εμάς». Αυτό σήμερα δεν συμβαίνει. Και όσο δεν συμβαίνει, καμία πολιτική γραμμή, όσο καλογραμμένη ή ευρωπαϊκά ορθή κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτική εξουσίας. Στο ΠΑΣΟΚ– κυριαρχεί εδώ και χρόνια μια βολική παρανόηση ότι το πρόβλημα είναι επικοινωνιακό. Ότι κάτι λείπει από το αφήγημα, ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα η σωστή ισορροπία ανάμεσα στη σοβαρότητα και τη σύγκρουση, ανάμεσα στο μεταρρυθμιστικό και το κοινωνικό. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο κομψή και πολύ πιο σκληρή. Το πρόβλημα δεν είναι τι λέγεται αλλά εκ μέρους ποιων λέγεται. Χωρίς αυτό το “εκ μέρους”, η πολιτική μετατρέπεται σε γενική ανάλυση κατάστασης. Χρήσιμη για πάνελ, άχρηστη για κάλπες.

4ο σημείο: Τα κεντροαριστερά κόμματα – και ιδίως αυτά που κυβέρνησαν ή διεκδίκησαν σοβαρά την εξουσία– δεν το έκαναν επειδή είχαν απλώς καλύτερα κείμενα και προγράμματα. Το έκαναν επειδή εξέφρασαν, συνειδητά και συχνά μεροληπτικά, συγκεκριμένα κοινωνικά υποκείμενα. Σήμερα, η κεντροαριστερά μοιάζει να φοβάται αυτή τη μεροληψία. Προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα αποδεκτή από όλους, προσεκτική απέναντι σε κάθε πιθανή ένσταση, ισορροπημένη μέχρι σημείου ακινησίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας λόγος που δεν ενοχλεί και δεν κινητοποιεί. Τον ακούς αλλά δεν σε συνεγείρει, δεν σε ερεθίζει, δεν σε ξεσηκώνει. Η έλλειψη κοινωνικής αγκύρωσης αποτυπώνεται παντού και γίνεται αντιληπτή από τους πάντες. Μετατρέπεται σε αδυναμία ιεράρχησης των προβλημάτων, σε  απουσία καθαρών συγκρούσεων, σε επιλογή μιας γενικής, σχεδόν τεχνοκρατικής γλώσσας και στη διαρκή αναμονή “να ωριμάσουν οι συνθήκες”. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει εδώ και καιρό. Αυτό που δεν έχει ωριμάσει είναι η πολιτική απόφαση να επιλεγεί ποιοι προηγούνται.

5ο σημείο: Το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα θα επιχειρήσει να καλύψει αυτό το κενό και να απαντήσει σε αυτήν την αδυναμία. Με το εχέγγυο εκλογικών νικών και του ευθέως ανταγωνιστικού πολιτικού σχεδίου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, θα προσπαθήσει να κάνει αυτό που δεν κάνει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Θα είναι δύσκολο καθώς σε όλα τα υπόλοιπα πεδία έχει πολλά χιλιόμετρα να διανύσει –στελέχη, πρόγραμμα, διάρθρωση κοκ. Έχει όμως 1-2 πλεονεκτήματα και με αυτά εκκινεί. Προγραμματικά δεν κομίζει κάτι συγκλονιστικά νέο –κινείται εντός του εύρους των επεξεργασιών του χώρου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Πολλά από αυτά που λέει τα έλεγε και το ΠΑ.ΣΟ.Κ και η ΔΗΜΑΡ και γενικά τα κόμματα του χώρου αυτού. Το κρίσιμο όμως δεν είναι εκεί –αυτό είναι δευτερεύον. Το κρίσιμο, στην ανταγωνιστική του σχέση με το ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι ποιος μπορεί να το κάνει πιο αυθεντικά όλο.

6ο σημείο: Τα ερωτήματα για όποιον αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροαριστερά είναι τα ίδια και δεν επιδέχονται υπεκφυγές. Ποιον εκπροσωπεί σήμερα η ελληνική κεντροαριστερά; Αν η απάντηση είναι «όλους», τότε στην πράξη δεν εκπροσωπεί κανέναν. Αν η απάντηση είναι ασαφής, τότε το πρόβλημα δεν είναι εκλογικό αλλά πολιτικό. Η ανασύνθεση του χώρου δεν μπορεί να ξεκινήσει από οργανωτικά σχήματα κορυφής, ούτε από ευχές περί ενότητας. Πρέπει να ξεκινήσει από την επιλογή κοινωνικού μπλοκ. Από τη συνειδητή απόφαση να μιλήσει προνομιακά σε συγκεκριμένα στρώματα. Σε εργαζόμενους μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων χωρίς προοπτική, νέους αποκλεισμένους από τη στέγη, μικρομεσαίους εγκλωβισμένους σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους και χαμηλής ασφάλειας. Αυτό σημαίνει σύγκρουση. Σημαίνει απώλειες αλλού. Σημαίνει πολιτικό κόστος. Αλλά χωρίς κόστος δεν υπάρχει πολιτική.

7ο σημείο: η κεντροαριστερά για να ξαναγίνει πλειοψηφική πρέπει να επιχειρήσει μια δύσκολη σύνθεση. Πρέπει να απευθυνθεί και στα δύο κοινωνικά –πολιτικά και πολιτισμικά μπλοκ του δημοψηφίσματος του 2015. Μόνον με τους ψηφοφόρους του «ΝΑΙ» δεν γίνεται. Δεν επαρκούν γιατί πολλοί ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία. Πρέπει να προχωρήσει με κάποιους (τους πιο συστημικούς) του «ΟΧΙ» –αυτό είναι μονόδρομος. Όσο δεν το κάνει αφήνει χώρο σε αντισυστημικά κόμματα να εμφανίζονται και να καταγράφουν σοβαρά δημοσκοπικά και εκλογικά ποσοστά, εντείνοντας τον αντιπολιτευτικό κατακερματισμό. 

8ο σημείο: τα όρια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είναι απολύτως διακριτά. Δεν συζητούνται με ένταση γιατί απολαμβάνει την δημοσκοπική κυριαρχία ελλείψει δεύτερου κόμματος κοντά στη δική της εκλογική επιρροή. Όμως τα διακριτά αυτά όρια κινδυνεύουν να συμπαρασύρουν και τη χώρα σε μία συνθήκη πιο χαμηλών προσδοκιών. Η Νέα Δημοκρατία ευφυώς συγκρίνεται με την κατακερματισμένη αντιπολίτευση –σύγκριση που την ευνοεί. Αν όμως η συζήτηση μεταφερθεί στις αντικειμενικές (πολιτικές-οικονομικές-δημοσιονομικές) δυνατότητες της περιόδου διακυβέρνησης, τότε θα κληθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις κάπως πιο δύσκολες και άβολες. 

9ο σημείο: η δημιουργία κόμματος από την Μαρία Καρυστιανού αρχικά είναι αναφαίρετο δικαίωμά της και σε αυτό δεν χωρά «ναι μεν αλλά». Ασχέτως από πού εκκινεί, ποια είναι η ιδρυτική της αφετηρία, δικαιούται να το τολμήσει. Ακόμη και η συσχέτισή του με το δυστύχημα των Τεμπών είναι θεμιτή –είχαμε μια κρατική αποτυχία και στη συνέχεια μια αδυναμία διαλεύκανσης της υπόθεσης, άρα μια πολιτική αποτυχία. Στις πολιτικές αποτυχίες οι απαντήσεις μπορούν να είναι και πολιτικές.

10ο σημείο: προφανώς από ένα σημείο και μετά θα δεχθεί σκληρή (πολιτική) κριτική καθώς αλλάζει πεδίο. Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό και καλόν θα ήταν αυτό να γίνει επί της αρχής δεκτό από όλους. Είναι άλλη η αντιμετώπιση μιας μητέρας θύματος δυστυχήματος οφειλόμενου σε κρατική αποτυχία και διαφορετική μιας πολιτικής αρχηγού. Σοφόν το σαφές. Η πιο συνετή στάση έναντι αυτού του κόμματος είναι αυτή της αναμονής καθώς δεν έχουμε σαφείς ενδείξεις για την ιδεολογική του κατεύθυνση -αν και ορισμένα πρόσωπα προϊδεάζουν- ούτε έχουμε δείγματα προγραμματικών επεξεργασιών. Απευθύνεται επί της αρχής οριζόντια σε όλη την κοινωνία, απαντά σε μια ανάγκη για νέα πρόσωπα και φαίνεται να μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που απέχουν. Το τελευταίο ίσως αποδειχθεί μία από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους. 

Κλείνοντας, πλανάται μια αγωνία πάνω από τη χώρα και αυτή έχει να κάνει με την πιθανότητα να ομφαλοσκοπούμε και να πολιτικολογούμε τη στιγμή που λαμβάνουν χώρα πάρα πολύ μεγάλες ανακατατάξεις σε πλανητικό επίπεδο. Αυτός ο μη συγχρονισμός μας με το παγκόσμιο ρολόι έχει πληρωθεί κατά το παρελθόν. Η συζήτηση για τα εσωτερικά ζητήματα, τα ζητήματα κοινωνικής συνοχής, βιοτικού επιπέδου, υποδομών κ.ο.κ. πρέπει πάντοτε να συνδυάζονται με τα τεκταινόμενα εκτός επικράτειας. Για παράδειγμα η κοινωνική συνοχή και η μείωση των ανισοτήτων πρέπει να γίνεται αντιληπτή όχι ως ένα σοσιαλίζον πρόταγμα αλλά ως παράγοντας εθνικής ισχύος. Οι κρίσιμες υποδομές και η αναγκαιότητα κατασκευής τους πρέπει να γίνονται αντιληπτές όχι μόνον ως παράγοντες ανάπτυξης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου αλλά ως παράγοντας διασύνδεσής μας με ευρωπαϊκά και παγκόσμια δίκτυα. 

Χρειαζόμαστε ένα πολιτικό step up για να τα καταφέρουμε στο υπόλοιπο αυτού του αιώνα.