Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Περπατώ, οδηγώ και σε σκέφτομαι: Πέντε σκέψεις για μια καλύτερη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 11/04/2026



Εμείς που ζούμε σε αυτή την πόλη και έχουμε την ευχέρεια να γράφουμε δημόσια την άποψή μας, συχνά καταφεύγουμε στο ίδιο μοτίβο. Μιλάμε πολιτικά, προγραμματικά, για ανάγκες, προτεραιότητες, κατανομή πόρων. Σωστά όλα αυτά – απολύτως αναγκαία. Υπάρχουν όμως φορές  που αξίζει να το δούμε αλλιώς. Ως άνθρωποι που ζούμε τη Θεσσαλονίκη, που περπατάμε, που κολλάμε στην κίνηση, που αξιοποιούμε την παιδική χαρά, που ψάχνουμε πάρκινγκ κ.ο.κ. Με δυο λόγια μια πιο βιωματική, σχεδόν απλή καταγραφή. Δεν ξέρω αν μια τέτοια ματιά μπορεί να γεννήσει πολιτική ατζέντα ή αν μπορεί να οδηγήσει σε σχέδια ή σε παρεμβάσεις. Ξέρω όμως ότι ακόμη και έτσι – ως απλές ιδέες – έχει αξία να καταγραφούν. Με δυο λόγια δηλαδή, πέρα από τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα, η καθημερινή εμπειρία του πολίτη είναι αυτή που τελικά διαμορφώνει την αίσθηση της πόλης. Οι μικρές, στοχευμένες παρεμβάσεις συχνά έχουν δυσανάλογα μεγάλο θετικό αντίκτυπο.

Σε αυτό το σημείο ξεκαθαρίζω ότι όσα ακολουθούν δεν συγκροτούν ένα σχέδιο για την πόλη ούτε μια δομημένη ατζέντα παρεμβάσεων. Είναι απλές παρατηρήσεις, σκέψεις που γεννιούνται μέσα στην καθημερινότητα. Κάποια από αυτά μπορεί ήδη να έχουν συζητηθεί, να έχουν ενταχθεί σε σχεδιασμούς ή να βρίσκονται στην αρχή της υλοποίησής τους. Άλλα μπορεί να έχουν μελετηθεί και να έχουν απορριφθεί για λόγους που δεν είναι πάντα ορατοί στον πολίτη. Κάποια ίσως να είναι και κοστολογικά μη ρεαλιστικά. Δεν έχει όμως αυτό τη μεγαλύτερη σημασία καθώς αυτό το κείμενο δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πρόγραμμα. Είναι μια καταγραφή μικρών σκέψεων — όπως προκύπτουν τη στιγμή που ζεις την πόλη, στο κάθε σημείο της. Μια αφορμή για κουβέντα και σκέψη. Άλλωστε οι διακοπές του Πάσχα ευνοούν μια τέτοια προσέγγιση.

1. Κάποιες διασταυρώσεις να υπογειοποιηθούν

Θα είχε αξία να δούμε 2-3 κομβικά σημεία του οδικού δικτύου να αντιμετωπίζονται με πιο αποφασιστικό τρόπο, ακόμη και με λύσεις υπογειοποίησης όπου αυτό είναι εφικτό. Δεν μιλάμε για οριζόντιες παρεμβάσεις σε όλη την πόλη, αλλά για στοχευμένες κινήσεις εκεί όπου η συμφόρηση είναι μόνιμη και δομική. Η διαδρομή από την Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τη Μουδανιών είναι χαρακτηριστική. Από το ύψος του Ιπποκρατείου και μετά, οι διαδοχικοί σηματοδότες σε Συνδίκα, Μαρτίου, Μπότσαρη και Βούλγαρη δημιουργούν ένα συνεχές «σταμάτα-ξεκίνα», ένα φαινόμενο ακορντεόν που μπλοκάρει τη ροή και επιβαρύνει συνολικά την πόλη. Σε μία ή δύο από αυτές τις διασταυρώσεις (ιδανικά τις τελευταίες), μια υπογειοποίηση ή μια περιορισμένη σήραγγα για βασικές κατευθύνσεις θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα. Να επιτρέψει συνεχή ροή, να αποσυμφορήσει τους γύρω δρόμους που λειτουργούν ως πρόχειρες παρακάμψεις και να μειώσει τους ρύπους που παράγονται από τη συνεχή επιβράδυνση και επιτάχυνση. Είναι σαφές ότι πρόκειται για παρεμβάσεις υψηλού κόστους και τεχνικής δυσκολίας, που απαιτούν μελέτες κυκλοφοριακών φορτίων και σοβαρή αξιολόγηση. Ακόμη όμως και αν τέτοιες λύσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, υπάρχουν ενδιάμεσες επιλογές — όπως έξυπνα, προσαρμοστικά φανάρια ή μικρότερες παρεμβάσεις κατεύθυνσης της ροής — που θα μπορούσαν να δώσουν μια πρώτη ανάσα. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι ένα - η πόλη να μπορεί να «αδειάζει» πιο γρήγορα προς τα έξω και να «γεμίζει» πιο ομαλά από τις εισόδους της. 

2. Παιδικές χαρές φτιαγμένες για… άλλο κλίμα

3. Διαγραμμίσεις οδοστρώματος που… εξαφανίζονται

Δεν γίνεται να βάφονται οι διαβάσεις και οι οδικές γραμμές και μέσα σε λίγες εβδομάδες – καμιά φορά και ημέρες – να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Οι διαγραμμίσεις είναι το βασικό “αλφάβητο” της κυκλοφορίας· όταν σβήνουν, η οδήγηση γίνεται περισσότερο ενστικτώδης, λιγότερο προβλέψιμη και σαφώς πιο επικίνδυνη, ιδιαίτερα τη νύχτα ή σε συνθήκες βροχής. Οι δήμοι τις βάφουν συχνά αλλά το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Τι φταίει; Τα υλικά; Η εφαρμογή; Η ποιότητα της ασφάλτου; Πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών. Αν η επιφάνεια δεν είναι σωστά προετοιμασμένη, αν η άσφαλτος δεν “κρατά”, αν χρησιμοποιούνται φθηνά ή ακατάλληλα υλικά, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Το κρίσιμο όμως δεν είναι να εντοπίσουμε την ευθύνη σε επίπεδο παρατήρησης, αλλά να δούμε ότι το ζήτημα αλλού έχει λυθεί εδώ και χρόνια. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις χρησιμοποιούνται πιο ανθεκτικά υλικά – θερμοπλαστικά ή ειδικά ψυχρά πλαστικά με αντανακλαστικά στοιχεία – που “δένουν” με την άσφαλτο και αντέχουν στον χρόνο και την καταπόνηση. Ας το δούμε και αυτό κάποια στιγμή.

4. Υπόγειοι και υπέργειοι κάδοι δίπλα δίπλα

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να τοποθετηθούν υπόγειοι κάδοι στη Θεσσαλονίκη. Και είναι μια παρέμβαση που έχει νόημα - μεγαλύτερη χωρητικότητα, λιγότερες οσμές, πιο καθαρή εικόνα στον δρόμο. Σε αρκετά σημεία, μάλιστα, βλέπεις ότι έχει γίνει πρόοδος. Περπατώντας όμως την πόλη, συναντάς δίπλα ακριβώς από το στόμιο του υπόγειου κάδου να βρίσκονται οι κλασικοί πράσινοι και μπλε. Σαν να συνυπάρχουν δύο εποχές στο ίδιο πεζοδρόμιο. Έτσι όμως χάνεται το πλεονέκτημα γιατί ο βασικός λόγος που μπαίνουν οι υπόγειοι κάδοι είναι και η χωρητικότητα αλλά και η εικόνα. Και υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο άυλο αλλά εξίσου σημαντικό. Όταν βλέπεις μια “συστάδα” κάδων – υπόγειων και υπέργειων μαζί – το σημείο ταυτίζεται στο μυαλό σου με τα σκουπίδια. Εκεί αφήνονται πιο εύκολα σακούλες απ’ έξω, ογκώδη αντικείμενα, ό,τι περισσεύει. Σαν να λέει η πόλη “εδώ είναι το σημείο”. Αν υπήρχαν μόνο οι υπόγειοι, πιο καθαροί και πιο διακριτικοί, ίσως να λειτουργούσε και ένας άτυπος αυτοπεριορισμός. Πιθανότατα αυτό που συμβαίνει είναι πρακτικό - είτε η χωρητικότητα δεν επαρκεί ακόμη, είτε η αποκομιδή δεν γίνεται με τη συχνότητα που χρειάζεται. Είναι λογικό σε μια μεταβατική φάση. Αν όμως το σύστημα αυτό επεκταθεί, θα είχε αξία να ολοκληρωθεί καθαρά. Εκεί που μπαίνουν υπόγειοι κάδοι, να φεύγουν οι παλιοί. Και αν δεν “βγαίνει” το σύστημα, να ενισχυθεί με περισσότερους υπόγειους ή με συχνότερη αποκομιδή. Αλλιώς είναι σα να πήραμε πλυντήριο αλλά να κρατάμε τη σκάφη δίπλα, καλού κακού.

5. Αισθητική Ταυτότητα στο Υπαίθριο Εμπόριο και το Street Food

Η Θεσσαλονίκη είναι γνωστή για τη γαστρονομία της, για το σουβλάκι, τον γύρο, την μπουγάτσα, τους λουκουμάδες, για όλες αυτές τις γεύσεις που κυκλοφορούν παντού – και καλά κάνουν. Το street food είναι ταυτότητα της πόλης, ζωντάνια, δημοκρατία στη γεύση. Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Αυτό όμως που θα ήθελα να δω, περπατώντας στη Νέα Παραλία, στην Αριστοτέλους, στην πλατεία Αγίας Σοφίας ή σε άλλα σημεία όπου νόμιμα δραστηριοποιούνται πάγκοι και καντίνες, είναι μια στοιχειώδης οπτική προσαρμογή. Σήμερα, οι περισσότεροι πάγκοι – ακόμα και νόμιμοι – μοιάζουν σαν να ήρθαν από άλλη εποχή ή από άλλη πόλη. Το ίδιο και για το νόμιμο υπαίθριο εμπόριο. Θα ήθελα λοιπόν μια μικρή, ευέλικτη κανονιστική παρέμβαση. Όχι απαγόρευση, όχι διώξεις αλλά για όσους θέλουν να λειτουργούν νόμιμα σε συγκεκριμένες ζώνες της πόλης (π.χ. παραλιακό μέτωπο, ιστορικό κέντρο), να υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προδιαγραφές αισθητικής. Ο πάγκος να έχει ουδέτερο ή ξύλινο χρώμα, όχι φανταχτερά πλαστικά, η ταμπέλα να είναι μετρίου μεγέθους, χωρίς φωτεινά νέον που τρεμοπαίζουν, η ομπρέλα ή το στέγαστρο να είναι σε μια παλέτα χρωμάτων που να μην συγκρούεται με το περιβάλλον κ.ο.κ. Κάτι ανάλογο γίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με ιστορικά κέντρα: δεν διώχνουν το street food, το εντάσσουν στην εικόνα. Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που δεν χάνει τη ζωντάνια της, αλλά αποκτά συνοχή. Η Θεσσαλονίκη αξίζει αυτή τη φροντίδα – ειδικά όταν μιλάμε για κάτι που η ίδια η πόλη το έχει ανάγκη και το αγαπά.

Έγραψα πέντε σκέψεις πρόχειρες. Θα μπορούσαν να ήταν δεκαπέντε. Και σίγουρα άλλες τόσες από τον καθένα μας. Η δημόσια συζήτηση – ακόμη και αυτή χωρίς ιδιαίτερα προαπαιτούμενα είναι πάντοτε όφελος. Θέματα, προβλήματα, σκέψεις – οποιασδήποτε κλίμακας είναι πλούτος. 

Θεσσαλονίκη: Στον πυρήνα του προβλήματος η πολιτική εκπροσώπηση, άρθρο στη VORIA στις 04/04/2026



Κάθισα να δω τη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Θεσσαλονίκης μιας και θα συζητούνταν το αίτημα διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος για το ζήτημα της ανάπλασης της ΔΕΘ. Το ζήτημα είναι κομβικό για την πόλη, για το παρόν και το μέλλον της, για την ποιότητα ζωής των πολιτών αλλά και για τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Στο παρόν σημείωμα όμως δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτό καθ’ αυτό το ζήτημα της ανάπλασης, αλλά με ένα με κάτι άλλο –πιο δομικό, πιο πολιτικό, μιας και εκεί εκτιμώ ότι βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε δια της επανάληψης το βασικό μοτίβο εξελίξεων στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη φαίνεται ότι μονίμως γκρινιάζει, αδικείται, υστερεί σε πολλά πεδία, κατατρώει τις σάρκες της, διχάζεται εύκολα. Παρουσιάζεται σαν το γαλατικό χωριό του Αστερίξ και οι Θεσσαλονικείς σαν Γαλάτες που δεν μπορούν να ομονοήσουν για να μπούνε τα πράγματα στη σειρά. Είναι όμως αυτή η αλήθεια; 

Για να δούμε μερικά σημεία, για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Ποιο είναι το μοτίβο; Οι μεγάλες ιδέες της με τις οποίες πορεύεται η πόλη (κυρίως στο κομβικό ζήτημα των υποδομών) είναι χονδρικά των '80s και ίσως και πιο παλιές. Τη δεκαετία των '90s κάποια προχώρησαν και τα μεγάλα σχηματοποιήθηκαν. Μέχρι το 2004, άρα μέχρι το μέσον των '00s, η χώρα ζούσε στον πυρετό των Ολυμπιακών Αγώνων, plus 2-3 έργα εδώ και εκεί στην περιφέρεια για να μη γκρινιάζει η τελευταία. Μετά, και μέχρι την οικονομική κρίση, λίγα πράγματα. Στα '10s είχαμε μνημόνια και ριζική αναθεώρηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων αλλά και προτεραιοτήτων. Στα '20s έχοντας βγει τυπικά -και όχι ουσιαστικά- από τις συνέπειες της χρεοκοπίας, αλλά με σημαντική δημοσιονομική δυνατότητα λόγω συγκυριών θα μπορούσαμε να δούμε επιλογές και να ιεραρχήσουμε τι χρειαζόμαστε πραγματικά, αλλά οι εκλογικοί κύκλοι και οι αντικειμενικές ανάγκες του κυβερνάν απαιτούν άλλους ρυθμούς. Συνολικά όμως, για να μη στρουθοκαμηλίζουμε, η Θεσσαλονίκη βγαίνει ηττημένη από έναν μεγάλο ιστορικό-πολιτικό-οικονομικό και γεωπολιτικό κύκλο. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς, όπως και αν επιμερίζει τις ευθύνες.

Σήμερα ζητείται από τους Θεσσαλονικείς να αισθάνονται χαρά και ικανοποίηση για το γεγονός ότι υλοποιούνται κάποια από εκείνα που πρωτοσκεφτήκαμε στην πρώιμη μεταπολίτευση. Μα ο κόσμος από τότε άλλαξε όχι μία αλλά τέσσερις φορές. Διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, κατέρρευσε το σιδηρούν παραπέτασμα, πλημμυρίσαμε με Βαλκάνιους μετανάστες και φτηνή ανάπτυξη, η ΕΟΚ έγινε ΕΕ, η Μακεδονία αποβιομηχανοποιήθηκε, η Ελλάδα χρεοκόπησε, το κλίμα άλλαξε επί τα χείρω και η περιβαλλοντική ατζέντα με την ανθεκτικότητα των πόλεων έγιναν must. Δημογραφικά η χώρα αλλά και η πόλη μικραίνει και γερνάει, οι γείτονές μας αναπτύχθηκαν και συνεχίζουν να το κάνουν, τα social media άλλαξαν τον τρόπο που συζητάμε και το AI σε λίγο θα αλλάξει τον τρόπο που εργαζόμαστε και παράγουμε. 

Σε αυτό λοιπόν το πολύ δυναμικό περιβάλλον η πόλη συζητά την ανάπλαση της ΔΕΘ, το Μετρό, τον προβλήτα 6 στο λιμάνι, το Σέιχ Σου, την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα (αυτό θα έπρεπε αλλά δεν το κάνει), το τραμ και τον προαστιακό, την ανάγκη αντιπλημμυρικής προστασίας, τη σχολική στέγη (όταν σε λίγα χρόνια θα κλείνουν σχολεία λόγω έλλειψης μαθητών), τις αναγκαίες θέσεις στάθμευσης, τη συγκοινωνία, τον αναγκαίο ελεύθερο δημόσιο χώρο και την έλλειψη πρασίνου.

Η ατζέντα αυτή είναι παλιά, έχει κουράσει, δεν έχει υλοποιηθεί στο σύνολό της. Και τα τρία ταυτόχρονα. Παλιά – κούρασε – δεν υλοποιήθηκε. Ακόμα και όσα έργα αυτής της ατζέντας υλοποιηθούν ή έχουν υλοποιηθεί ήδη, δεν κομίζουν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο διότι ακριβώς μετράνε δεκαετίες πίσω τους. Ένα μπράβο το λένε όλοι αλλά κανείς δεν «σκίζει τα ρούχα του» γιατί ολοκληρώθηκε κάτι που πρωτοακούστηκε επί Κούβελα ή επί Τσοβόλα. 

Δείτε το παράδειγμα της ΔΕΘ –από παλιά μια ιδέα να φύγει εκτός πόλης. Μετά εν όψει της διεκδίκησης της EXPO 2008 πολιτική συμφωνία σε υψηλό -πρωθυπουργικό επίπεδο- για μια τέτοια εξέλιξη. Πιο μετά, εν μέσω κρίσης, νέα προσπάθεια το 2012 με διεθνή αξιολογότατο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και νέο σχέδιο ανάπλασης στον χώρο που βρίσκεται σήμερα. Συμφωνούν όλοι –κόμματα, δήμος, κυβερνήσεις, κοινωνικοί φορείς, καθυστερήσεις, πληθωρισμός, άγονη χρηματοδοτικά και οικονομικά πραγματικότητα κ.ο.κ. Μια ωραία ιστορία 35 και πλέον ετών για να φτάσουμε σήμερα, Απρίλιο 2026, να είναι όλα στο μηδέν, όλα υπό συζήτηση, όλα υπό την αίρεση χρηματοδοτικών εργαλείων και αρχιτεκτονικών νέων προσεγγίσεων. Τα ίδια χονδρικά για το Μετρό, για την υποθαλάσσια, για τα στρατόπεδα του πολεοδομικού συγκροτήματος, τον προβλήτα, τις συνδέσεις και πάει λέγοντας. Ποια αξιοπιστία; Ποια εμπιστοσύνη; Ποιο κύρος θεσμών και πολιτικών; Όλα στον αέρα χαρτοπόλεμος –που λέει και το λαϊκό άσμα.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; 

Και εδώ ερχόμαστε στο κεντρικό ζήτημα, το οποίο δεν είναι άλλο από την πολιτική εκπροσώπηση του τόπου. Αυτό είναι στον πυρήνα του προβλήματος, αυτό παράγει την κακοδαιμονία και, αν δεν λυθεί αυτό, όλα τα άλλα θα μένουν εκκρεμή. Αν δεν κατανοήσουμε ότι το πρόβλημα είναι πολιτικό -με όλη τη σημασία και το βάθος της λέξης- και νομίζουμε ότι είναι διαχειριστικό/τεχνοκρατικό ή οικονομικό κάνουμε θεμελιώδες λάθος. Πολλοί παράγοντες της πόλης, πολιτικοί, opinion makers, αρθρογράφοι, εκπρόσωποι φορέων σε πολλές και διάφορες βαθμίδες, αποκηρύσσουν την πολιτική. Εκτρέπουν τη συζήτηση σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την πολιτική. «Να μη διχαστούμε», «μη μαλώνετε», «όλοι μαζί κατά των προβλημάτων» ή, το άλλο, το πιο ρηχό όλων, «τα προβλήματα δεν έχουν χρώμα». Μα και βεβαίως έχουν χρώμα –έχουν το χρώμα εκείνου που τα προκάλεσε, εκείνου που δεν τα έλυσε, που δεν κινητοποίησε διανοητικούς -οικονομικούς -τεχνικούς πόρους για να λύσει, που δεν τα προτεραιοποίησε, δεν αντιπαρατέθηκε, δεν διεκδίκησε και δεν εργάστηκε επαρκώς. 

Όλα αυτά είναι η πιο σταθερή συνταγή αποτυχίας για κάθε οργανωμένη κοινωνία, για κάθε Πολιτεία αλλά και κάθε τοπική κοινωνία. Φυσικοποιούν την πραγματικότητα -τα προβλήματα ως φυσικά φαινόμενα- βροχή, χαλάζι κ.ο.κ. Δεν είναι έτσι και κάποια στιγμή αυτό πρέπει να σταματήσει. Αποσυνδέουν τις πολιτικές επιλογές από τα αποτελέσματά τους και αποδιοργανώνουν μέχρι αποδιάρθρωσης τη δημόσια σφαίρα. Υπονομεύουν δηλαδή το μοναδικό πεδίο που μπορεί να σχηματοποιήσει κάποιες λύσεις, δημοκρατικά και υπό προϋποθέσεις. 

Χρειαζόμαστε πολιτική εκπροσώπηση.

Όλα αυτά που απασχολούν την πόλη, την ευρύτερη περιοχή πρέπει να ακουστούν. Πρέπει να εκπροσωπηθούν, να οργανωθούν γύρω από αυτά πολιτικές. Αυτό είναι καθήκον του πολιτικού μας προσωπικού. Βουλευτές, υπουργοί, αυτοδιοικητικοί, πρόεδροι φορέων, θεσμικών κοινωνικών εταίρων κ.ο.κ. Βουλευτές -συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης- και υπουργοί πρέπει να αναβαθμίσουν την πολιτική τους παρουσία. Οι αυτοδιοικητικοί να αντιληφθούν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι πολιτικό πεδίο –όχι μόνον διοικητικό ή διεκπεραιωτικό. Δεν είναι εύκολο ούτε απλό αλλά αυτό είναι γνωστό από την αρχή. Τα διλήμματα στην πολιτική είναι υπαρκτά και οι πολιτικοί κρίνονται από το πώς απαντούν σε αυτά. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες, η σπάνη των πόρων δεδομένη. Η διαμάχη, η διαπάλη, όμως, είναι οξυγόνο. Η συμμετοχή των πολιτών είναι αναζωογονητική διαδικασία –είναι το πλεονέκτημα της δημοκρατίας έναντι του αυταρχισμού. Για αυτό είμαστε υπερήφανοι στη Δύση έναντι της Ανατολής. 

Η συνθετότητα της διακυβέρνησης στον 21ο αιώνα ορίζει ως στόχο αυτή να είναι πολυεπίπεδη. Δεν αρκεί η ψήφος μας μόνο στις εθνικές εκλογές. Αν αρκούσε θα εκλέγαμε κυβέρνηση και θα αφήναμε όλα τα ζητήματα -από τα μεγάλα μέχρι τα της γειτονιάς- σε αυτήν. Εμείς όμως λέμε ότι θέλουμε να έχουμε πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Και αν όσοι υπηρετούν σε άλλα, πιο χαμηλά από το κυβερνητικό επίπεδα διαπιστώνουν ότι δεν έχουν την αρμοδιότητα ή τα μέσα για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, τότε πρέπει να το πουν, να διεκδικήσουν, να αντιπαρατεθούν. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργήσουν δημόσια, να ονοματίσουν και να περιγράψουν το πρόβλημα και να διεκδικήσουν τη λύση. Και παράλληλα να εξηγήσουν τα πώς και τα γιατί στην κοινωνία. Να ενεργήσουν δηλαδή πολιτικά και όχι με όρους διευθέτησης, συναλλαγής και ανατολίτικου παζαριού. 

Η ευρύτερη περιοχή μας -συνολικά μάλλον η βόρεια Ελλάδα- έχει εκατοντάδες θέματα και ζητήματα που αθροιζόμενα δημιουργούν την εικόνα της υστέρησης. Αυτά τα ζητήματα πρέπει να αναδειχθούν –να πολιτικοποιηθούν εάν θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα λυθούν. Και γράφω ότι πρέπει να πολιτικοποιηθούν γιατί είναι ο μόνος τρόπος στις δημοκρατίες για να επιτευχθεί μια άλλη προτεραιοποίηση και μια άλλη κατανομή των πόρων. Στην αντίθετη περίπτωση ενισχύεται ο κυνισμός της κοινωνίας, η αυτοαναφορικότητα του πολιτικού συστήματος, η στενότητα και η απομάκρυνσή του από την πραγματικότητα και ο καθεστωτισμός. 

Κλείνοντας, η υστέρηση σε υποδομές – ανάπτυξη – εισόδημα είναι απότοκος λανθασμένων επιλογών. Οι επιλογές είναι η πεμπτουσία της πολιτικής. Η πολιτική ασκείται από πρόσωπα και συλλογικά υποκείμενα που έχουν ονοματεπώνυμα. Αντίθετα, η πολιτική αναζωογονείται όταν συμμετέχουν στις διαδικασίες της -και όχι μόνον στις εθνικές εκλογές- οι πολίτες μαζικά. 

Πρέπει να συζητηθούν τα σημαντικά ζητήματα, όχι άλλο αναμάσημα δευτερευόντων. Πρέπει να υπάρχουν και διαφορετικές οπτικές –όχι τεχνητές ομοφωνίες. Πρέπει να υπάρξει διεκδίκηση και όπου χρειάζεται σύγκρουση. Η διευθέτηση δεν είναι πάντοτε η καλύτερη μέθοδος. Πρέπει να υπάρξει τόλμη –η πολιτική δεν μπορεί να είναι μόνο διαχείριση και σιγουριά. Πρέπει να υπάρξει ευθυγράμμιση με τη νέα ατζέντα, προετοιμασία, ανοιχτοί ορίζοντες, ανοιχτό μυαλό, διανοητικές δυνάμεις για αναστοχασμό και αναθεώρηση –όχι βεβαιότητες και ακαμψίες. Πρέπει να υπάρξει ανανέωση. Πρέπει να ξαναδημιουργηθεί μια πολιτική διαδικασία. Ένας τόπος, χώρος και χρόνος που η πολιτική θα μπορεί να βρει τον νέο τρόπο. 

Αν γίνουν αυτά, η εκπροσώπηση θα βελτιωθεί. Θα αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες και τότε πολλά από αυτά που μας ταλανίζουν θα βρουν τον δρόμο της επίλυσης. 

Γιατί τα κόμματα που κυβέρνησαν θα δυσκολευτούν εκλογικά στη Θεσσαλονίκη, άρθρο στη VORIA στις 28/03/2026



Είναι η Θεσσαλονίκη μια ξεχωριστή περίπτωση σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα; Η εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων διαφέρει τόσο πολύ από ό,τι στην επικράτεια; Είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση που συνιστά ξεχωριστό παράδειγμα; Δεν θα το έλεγα, παρά τις υπαρκτές ιδιομορφίες που όμως συναντάμε συχνά στην εκλογική γεωγραφία. Τι είναι αυτό που κάνει τον πολιτικό λόγο της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερο; Είναι το γεγονός ότι η πόλη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας και παρά την πολυεπίπεδη υποχώρηση της περιφέρειας, έχει ακόμη μια κρίσιμη πολιτική – μιντιακή – επιχειρηματική -διανοητική και κοινωνική μάζα που μπορεί να διατυπώσει πολιτικό λόγο με αξιώσεις εθνικού ακροατηρίου. 

Αυτό που παρατηρείται στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρεια Ελλάδα δεν είναι μια απλή εκλογική διακύμανση. Δεν είναι μια «κακή περίοδος» για τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα. Είναι κάτι βαθύτερο μάλλον - μια σταδιακή αποσύνδεση ανάμεσα σε ένα γεωγραφικό και κοινωνικό σύνολο και σε εκείνους που διεκδικούν να το εκπροσωπήσουν. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι αντισυστημική πόλη όπως ίσως κάποιοι θέλουν να υποστηρίζουν. Ψήφισε, στήριξε, ανέδειξε κυβερνήσεις, έδωσε απλόχερα μεγάλα εκλογικά ποσοστά, έδωσε νίκες, έδωσε πολιτικό κεφάλαιο και σημαντικά στελέχη κυβερνήσεων κατά το παρελθόν. 

Και όμως σήμερα, τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα – η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ – εμφανίζονται πιο αδύναμα εδώ απ’ ό,τι στο παρελθόν. Κέρδισαν εκλογές, διαμόρφωσαν πλειοψηφίες, άντλησαν πολιτική νομιμοποίηση, όμως σήμερα εμφανίζουν σαφώς πιο αδύναμες επιδόσεις. Και αυτό δεν εξηγείται με έναν μόνο λόγο γιατί είναι το αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα. Η πόλη σταδιακά άλλαξε χαρακτήρα αλλά άλλαξε και η σχέση της με το πολιτικό σύστημα. 

Αν η κουβέντα αφορούσε μόνο το ΠΑ.ΣΟ.Κ ή τον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δεν θα υπήρχε πεδίο για ανάλυση. Αφορά και τη Νέα Δημοκρατία που μέχρι και τις τελευταίες εκλογές κατέγραψε σημαντικά ποσοστά στην κάλπη. Σήμερα όμως η αίσθηση είναι ότι πιέζεται. Και ίσως πιέζεται λίγο παραπάνω από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα. Προσπαθώ να εκτιμήσω και να παρουσιάσω μερικές αιτίες που κατά την άποψή μου αθροιζόμενες, σωρευτικά οδηγούν στο αποτέλεσμα αυτό. 

Πρώτον, υπάρχει ένα εδραιωμένο αίσθημα ανισορροπίας ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Η Αττική, με όλα της τα προβλήματα, εξακολουθεί να συγκεντρώνει επενδύσεις, υποδομές, υπηρεσίες και ευκαιρίες. Η περιφέρεια – και ειδικά η Βόρεια Ελλάδα – βιώνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Όχι απαραίτητα απόλυτης υστέρησης σε κάθε δείκτη, αλλά μιας σχετικής καθυστέρησης που γίνεται αντιληπτή καθημερινά. Η Θεσσαλονίκη, ως το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, διαθέτει την κρίσιμη μάζα για να εκφράσει αυτό το αίσθημα πιο καθαρά. Το ίδιο μπορεί να το νιώθουν η Δράμα, η Καβάλα, η Κοζάνη και ο Βόλος, αλλά η Θεσσαλονίκη μπορεί να το μετατρέψει σε πολιτικό μήνυμα. 

Δεύτερον, τα μεγάλα έργα υποδομής, ακόμη και όταν προχωρούν, δεν λειτουργούν πλέον ως πολιτικό κεφάλαιο με τον ίδιο τρόπο. Γιατί; Διότι συχνά έρχονται με καθυστέρηση μιας ολόκληρης γενιάς. Όταν ένα έργο ολοκληρώνεται σήμερα αλλά θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί πριν από 15 ή 20 χρόνια, η αίσθηση που δημιουργείται δεν είναι πρόοδος, αλλά αποκατάσταση μιας παλιάς εκκρεμότητας. Η πολιτική μοιάζει να λύνει προβλήματα του χθες, ενώ η κοινωνία αναζητά απαντήσεις για το αύριο. Έχουμε και δίπλα μας παραδείγματα πόλεων, στα δικά μας κυβικά, που εκτινάχθηκαν, οπότε η σύγκριση είναι κάπως άβολη. Αν το σκεφτούμε, όλα τα μεγάλα έργα που γίνονται ή σχεδιάζονται είναι ιδέες των 80s και 90s. ...................................
Τρίτον, η Βόρεια Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει ένα κρίσιμο στοίχημα της περιόδου 2000–2020. Σε μια φάση όπου άλλες περιοχές της Ευρώπης και των Βαλκανίων αναδιατάσσονταν οικονομικά και γεωπολιτικά, η περιοχή δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει τη θέση της ως διαμετακομιστικός, παραγωγικός ή επενδυτικός κόμβος. Προ κρίσης, το project των Ολυμπιακών Αγώνων δημιούργησε μια ανισορροπία που λόγω παχιών αγελάδων μπορεί να μην έγινε αισθητή, όμως οι μεταβλητές της δυναμικής των περιοχών άλλαξαν. Μετά ήρθε η υπερδεκαετής κρίση και η οριζόντια συμπίεση και στην τελευταία περίοδο βλέπουμε και πάλι την ψαλίδα με την Αττική να ανοίγει. Το γεγονός ότι σήμερα παρατηρείται κινητικότητα και υλοποιούνται ορισμένες παρεμβάσεις, δεν αναιρεί την υστέρηση που έχει ήδη καταγραφεί, έχει εμπεδωθεί και έχει μεταβολιστεί από την κοινωνία ως μια κεντρική δομική επιλογή του πολιτικού συστήματος. Με απλά λόγια, η περιοχή δεν αρκεί να «περπατά»· χρειάζεται να τρέξει για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Και αυτό το αντιλαμβάνονται όλοι. Όταν είσαι ο χαμένος ενός ιστορικού κύκλου χρειάζεσαι πρωτοβουλίες ιστορικής κλίμακας, όχι ασπιρίνες.

Τέταρτον, ο τόπος χρειάζεται ένα ρεαλιστικό όραμα για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Όχι ευχολόγιο, ούτε έκθεση ιδεών αλλά ορισμένες κεντρικές ιδέες γύρω από τις οποίες θα δομηθεί η όποια προσπάθεια. Εδώ δεν είμαι πολύ αισιόδοξος γιατί συγκρινόμενοι με τα μεταπολιτευτικά χρόνια δεν έχουμε σοβαρή παραγωγή ιδεών. Όλοι οι δυνητικοί παραγωγοί συλλογικών οραμάτων έχουν υποχωρήσει – κόμματα, θεσμοί, φορείς, συνδικάτα, διαθεσιμότητα κοινωνίας των πολιτών – τα πάντα είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι πριν 30 και 40 χρόνια. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει ένα κεντρικό αφήγημα, ένας συλλογικός στόχος που να κινητοποιεί, να ορίζει, να μετασχηματίζει και να ενσωματώνει προσδοκίες, επιθυμίες και αντικειμενικές δυνατότητες, τότε ενισχύεται η αίσθηση της ματαιότητας. Ενισχύεται ο κυνισμός, η αδιαφορία και η στενά ατομικιστική θεώρηση των πραγμάτων. Αποσύρεται η βούληση και η πράξη και ελπίζουμε σε ανεδαφικές νομοτέλειες. Μα νομοτελειακά κανείς δεν αναπτύχθηκε.

Πέμπτο, πολιτική εκπροσώπηση. Έχω την αίσθηση ότι το πολιτικό προσωπικό της περιοχής επειδή ακριβώς δεν είναι και δεν αισθάνεται ακριβώς περιφερειακό αλλά δεν είναι ούτε και κεντρικό, δεν έχει βρει επαρκώς τον ρόλο του. Οι βουλευτές της υπόλοιπης περιφέρειας έχουν ένα manual. Tα κεντρικά πολιτικά στελέχη των κομμάτων που ως επί τω πλείστο κατοικοεδρεύουν στο εθνικό κέντρο, έχουν επίσης το δικό τους. Οι τοπικοί πολιτικοί μας -σε όλες τις βαθμίδες- αντιλαμβάνονται τα ανωτέρω αλλά δεν έχουν εύκολες επιλογές. Πολλοί εξ αυτών θεωρούν ότι ένα ακόμη έργο, μία ανάπλαση, ένα σχολείο και μια πρωτοβουλία «κατόπιν ενεργειών μου» φτιάχνει θετικό κλίμα. Νομίζω ότι το διαβάζουν ανάποδα. Το διαβάζουν λανθασμένα. Πιο πολύ λείπει μια φωνή που θα αρθρώσει λόγο πολιτικό με αρχή μέση και τέλος – και όπου χρειάζεται και διεκδικητικό και αντιπαραθετικό, παρά μια φωνή που προσπαθεί να φανεί ότι λύνει προβλήματα. Τα προβλήματα για να λυθούν, πρώτα πρέπει να αναδειχθούν, να οροθετηθούν, να διαμορφώσουν τους συσχετισμούς και να τεθούν στο επίκεντρο του διαλόγου και των δημοσίων πολιτικών. Τα προβλήματα και τα ζητήματα που λύνονται με διευθετήσεις, με συνεννοήσεις, με μερικά τηλέφωνα και λίγη επικοινωνία δεν είναι –ποτέ δεν ήταν – σημαντικά προβλήματα. Ήταν και παραμένουν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ζητηματάκια που πρέπει να λύνονται σε διοικητικό ή χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Το να επιχειρείται να φανούν ως καθαρισμός της κόπρου του Αυγεία, δεν πείθει και δικαίως πολλούς.

Θα αναρωτηθεί κανείς ποια είναι τα μεγάλα ζητήματα της ευρύτερης περιοχής. Πρόχειρα γράφω όσα μου έρχονται στο νου. Ποιότητα ατμοσφαιρικού αέρα, μετρό στα δυτικά, έκτος προβλήτας λιμανιού και συνδέσεις του, στεγαστικό, αντιπλημμυρική θωράκιση, θερμική νησίδα, ανάπλαση Δ.Ε.Θ, παραλιακό μέτωπο Αγγελοχώρι - Καλοχώρι, Λαχανόκηποι, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία, φροντίδα δύο οικοσυστημάτων Θερμαϊκού κόλπου και Σέιχ Σου, παραγωγική και εισοδηματική υστέρηση, ακτοπλοΐα, περιβαλλοντική ισορροπία, ισόρροπη γεωγραφικά και κοινωνικά ανάπτυξη (δυτικά – ανατολικά), δημογραφία και μερικά ίσως ακόμη αυτού όμως του επιπέδου. 

Το κρίσιμο για το τέλος. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι δεν γίνεται τίποτα. Γίνονται αρκετά πράγματα και υποδομές και σχεδιάζονται και μερικά ακόμη. Αυτό που επισημαίνω στο παρόν σημείωμα είναι ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν και να αντιλαμβάνονται τα μεγέθη, τις κλίμακες και τις δυναμικές. Οι της κυβέρνησης ότι όλα αυτά έχουν συγκεκριμένο αποτύπωμα και χρειάζονται περισσότερα και σε άλλα επίπεδα. Οι της αντιπολίτευσης ότι αν δεν αναδείξουν με έναν άλλο, διαφορετικό λόγο τις υστερήσεις και τις δικές τους προτεραιότητες δεν θα καταφέρουν να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή. Οι αυτοδιοικητικοί ότι έχουν δική τους κάλπη και λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους, ότι έχουν την υποχρέωση των δικών τους προτεραιοτήτων και επιλογών. Οι άλλοι θεσμικοί και μη παίκτες ότι είμαστε όλοι επιβάτες σε ένα κοινό καράβι. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι δυσκολίες – κυρίως για τις συστημικές πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα- θα είναι η επόμενη εκλογική πραγματικότητα.