Το σύνθημα «η πόλη αλλάζει» έχει φθαρεί από τη χρήση. Η Θεσσαλονίκη αλλάζει. Η Αθήνα αλλάζει. Ο Πειραιάς αλλάζει. Το Ηράκλειο αλλάζει. Κάθε δήμαρχος, κάθε υποψήφιος δήμαρχος, κάθε διοίκηση που θέλει να εμφανιστεί κινητική, αποτελεσματική και αισιόδοξη, καταφεύγει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτήν τη φράση. Λογικό. Είναι σύντομη, εύκολη, θετική, χωράει σε αφίσα, βίντεο, σε προεκλογικό φυλλάδιο και σε ανάρτηση στα social media. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στο ίδιο το σύνθημα αλλά σε αυτό που υποδηλώνει. Για να το χρησιμοποιούν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος και θητείας, σημαίνει ότι όλοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει ένα πάνδημο αίτημα αλλαγής. Και όταν λέμε αλλαγή, σχεδόν πάντα εννοούμε βελτίωση. Κανείς δεν ζητά να αλλάξει η πόλη του προς το χειρότερο. Ζητά να γίνει πιο λειτουργική, πιο όμορφη, πιο ασφαλής, πιο δίκαιη, πιο ανθεκτική, πιο φιλόδοξη. Άρα πίσω από το πολυφορεμένο σύνθημα υπάρχει κάτι πραγματική κοινωνική ανάγκη.
Αν όμως απογυμνώσουμε τη φράση από το προεκλογικό ή αυτοδιοικητικό της περιτύλιγμα, πρέπει να απαντήσουμε στο δύσκολο ερώτημα. Πότε αλλάζει πράγματι μια πόλη; Με ποιον τρόπο; Με ποια έργα; Με ποιες ιεραρχήσεις; Και κυρίως, με ποιους πόρους; Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η Ελλάδα πέρασε μια δεκαπενταετία μεγάλης οικονομικής καθίζησης, δημοσιονομικής ασφυξίας και επενδυτικής αδράνειας. Η χρεοκοπία άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό στις επενδύσεις στις υποδομές, στη συντήρηση, στα δίκτυα, στα δημόσια κτίρια, στην ιδιωτική οικονομία, στα εισοδήματα, στην αυτοπεποίθηση. Οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την αλλαγή μιας πόλης πρέπει να ξεκινά από αυτήν την παραδοχή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τα πάντα. Άρα οφείλουμε να ιεραρχήσουμε. Η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου πρέπει να επιλέξεις. Αν τα κάνεις όλα ίδια, τελικά δεν επιλέγεις τίποτα.
Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης.
Μια πόλη δεν αλλάζει με αναπλάσεις πεζοδρομίων και μικρών πάρκων. Μπορεί να βελτιώνεται, μπορεί να γίνεται πιο αξιοβίωτη, πιο φιλική, λιγότερο ενοχλητική στην καθημερινότητα του κατοίκου. Και αυτό δεν είναι λίγο. Για τον ηλικιωμένο που σκοντάφτει στο σπασμένο πεζοδρόμιο, το πεζοδρόμιο δεν είναι μικρό έργο. Για τον γονιό που θέλει μια καθαρή παιδική χαρά, η παιδική χαρά δεν είναι λεπτομέρεια. Για τον επαγγελματία που βλέπει τον δρόμο έξω από το κατάστημά του παρατημένο, η στοιχειώδης φροντίδα του δημόσιου χώρου έχει αξία. Όμως άλλο η βελτίωση της καθημερινότητας και άλλο η αλλαγή κατηγορίας μιας πόλης. Με τα πεζοδρόμια η πόλη γίνεται πιο αξιοβίωτη. Με τα παγκάκια γίνεται πιο φιλική. Με τις ασφαλτοστρώσεις λιγότερο εκνευριστική. Αλλά δεν αλλάζει ιστορική τροχιά. Η πόλη αλλάζει όταν παίρνει μεγάλες αποφάσεις για τον χώρο της. Όταν δεν αναπλάθει απλώς τετραγωνικά μέτρα, αλλά αναδιατάσσει χρήσεις, λειτουργίες και δυνατότητες. Η Θεσσαλονίκη θα αλλάξει περισσότερο από μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση στη ΔΕΘ ή από ακόμη μερικές σημειακές παρεμβάσεις στο κέντρο; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα δίκτυο μητροπολιτικών πάρκων στα πρώην στρατόπεδα ή από μικρές πλατείες χωρίς συνοχή; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα ενιαίο παραλιακό μέτωπο από το Αγγελοχώρι έως το Καλοχώρι ή από αποσπασματικές παρεμβάσεις που κάθε δήμος τις βλέπει μέχρι τα διοικητικά του όρια; Χρήσιμα τα μικρά, καθοριστικά όμως τα μεγάλα. Και επειδή οι πόροι δεν είναι άπειροι, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική αλλά απολύτως πρακτική. Το δίλλημα δεν είναι μικρά έργα έναντι μεγάλων –και οι δύο κλίμακες χρειάζονται. Πρέπει όμως να καταλαβαίνουμε τι πετυχαίνουμε με τις δύο αυτές επιλογές. Φτιάχνεις 2-3 πεζοδρόμια; Μπράβο σου. Η πόλη βελτιώνεται –δεν αλλάζει. Να είμαστε ακριβολόγοι.
Βέβαια εδώ πρέπει να πούμε παρενθετικά και μια ακόμη αλήθεια. Οι δήμαρχοι δεν έχουν τις περισσότερες φορές ούτε τα χρήματα ούτε τη διοικητική μηχανή, ούτε το πολιτικό κεφάλαιο ούτε και την αρμοδιότητα να προχωρήσουν στις μεγάλες αλλαγές. Αυτό μάλλον περισσότερο κυβερνητική υπόθεση είναι –όμως είναι αναμφίβολα μέρος/ βαθμίδα σημαντική της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και μπορούν να επηρεάσουν. Μπορούν να οριοθετήσουν προτεραιότητες, να τις καταστήσουν αίτημα και να τις διεκδικήσουν.
Η πόλη αλλάζει, δεύτερον, με τη συγκοινωνία. Μια πόλη όπου κάτοικοι και επισκέπτες δεν μπορούν να μετακινηθούν γρήγορα, με ασφάλεια, χαμηλό κόστος και προβλεψιμότητα, δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της σύγχρονο. Μπορεί να έχει κάποιες ωραίες πλατείες, νέα κτίρια, ανακαινισμένα μέτωπα, καφέ γεμάτα κόσμο και τουριστική κίνηση. Αν όμως για να πας από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη χρειάζεσαι καθημερινά υπομονή μοναχού του Αγίου Όρους, τότε κάτι θεμελιώδες δεν λειτουργεί. Και όταν λέμε «να πας, να μετακινηθείς, να φτάσεις» εννοούμε να πας παντού –και στο αεροδρόμιο και στα σημεία ενδιαφέροντος και στις οικιστικές ζώνες και γιατί όχι και λίγο παραέξω. Άρα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται συγκοινωνιακό χάρτη μητροπολιτικής λογικής. Μετρό, επεκτάσεις, δυτική Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά, προαστιακός, λεωφορεία, ενιαίο εισιτήριο, τηλεματική, αξιοπιστία. Όχι μελέτες και παρουσιάσεις σε ημερίδες, αλλά καθημερινή εμπειρία. Να ξέρεις πότε φεύγεις, πότε φτάνεις, πόσο πληρώνεις και ότι δεν θα χάσεις τη μισή σου ημέρα επειδή η πόλη δεν κατάφερε να οργανώσει μια βασική της λειτουργία. Η μετακίνηση δεν είναι δευτερεύον θέμα αλλά σκελετός της πόλης.
Η πόλη αλλάζει, τρίτον, όταν σταματά να βλάπτει τη δημόσια υγεία των κατοίκων της. Ωραία τα νέα κτήρια, ωραία τα δημοτικά κτήρια, ωραίες οι πλατείες, τα συντριβάνια και οι φωτισμοί. Αν όμως ο αέρας που αναπνέουμε είναι προβληματικός, οι προτεραιότητές μας είναι λανθασμένες. Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Αυτά που μας βλάπτουν περισσότερο συχνά δεν φαίνονται. Ο κακός αέρας δεν κόβει κορδέλες –κόβει χρόνια ζωής. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν φωτογραφίζεται εύκολα. Η θερμική νησίδα δεν χωράει σε μακέτα. Μια πλατεία, ένα σιντριβάνι, ένα ωραίο κτήριο φαίνονται. Παράγουν εικόνα και η εικόνα στην πολιτική μετράει. Μόνο που η πόλη δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση αυτό που φαίνεται. Αν οι καύσωνες γίνονται αφόρητοι, αν το πράσινο παραμένει ελάχιστο, αν ο Θερμαϊκός και το Σέιχ Σου αντιμετωπίζονται σαν θέματα που τα θυμόμαστε όταν φτάνει η κρίση, τότε η πόλη δεν αλλάζει. Απλώς γυαλίζει κάποια σημεία της. Το κόστος της προσβολής της δημόσιας υγείας είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο συχνά θέλουμε να παραδεχθούμε. Μετρήσιμο ή μη, είναι υπαρκτό.
Η πόλη αλλάζει, τέταρτον, με υποδομές. Αλλά και εδώ χρειάζεται διάκριση. Υποδομές κοινωνικές και υποδομές παραγωγικές. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται νοσοκομεία, κέντρα υγείας, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, δικαστικό μέγαρο, δομές φροντίδας, κοινωνική κατοικία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Μια πόλη χωρίς κοινωνικές υποδομές γίνεται σκληρή, άνιση και απωθητική για τους ίδιους της τους κατοίκους. Χρειάζεται όμως και παραγωγικές υποδομές. Διότι χωρίς παραγωγή νέου πλούτου, κάποια στιγμή δεν μπορείς να στηρίξεις ούτε τις κοινωνικές ανάγκες. Η εστίαση και ο τουρισμός είναι σημαντικοί κλάδοι, αλλά είναι αμφίβολο αν μπορούν μόνοι τους να σηκώσουν αναπτυξιακά τη Θεσσαλονίκη τα επόμενα χρόνια. Πιθανότατα έχουν ήδη πλησιάσει τα όριά τους. Εδώ ο έκτος προβλήτας του λιμανιού είναι παράδειγμα σχεδόν σχολικό. Αν υπάρχει ένα έργο που μπορεί να αλλάξει την οικονομική κατηγορία της πόλης, είναι αυτό. Όχι μόνο του, βέβαια αλλά μαζί με τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα logistics, τις επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν γύρω του, τη σύνδεση με τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Αυτό είναι έργο που αλλάζει τον ρόλο μιας πόλης. Δεν την ομορφαίνει απλώς, της δίνει παραγωγικό βάθος, αναπτυξιακή ώθηση και ιπποδύναμη να ανέβει τον ανήφορο.
Και τέλος, μια πόλη αλλάζει όταν αλλάζει η αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της γι’ αυτήν. Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια χαμήλωσε τον πήχη της. Πριν τριάντα και σαράντα χρόνια πίστευε ότι μπορούσε να συγκρίνεται με πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Βαλκανικής, της Ανατολικής Μεσογείου. Μετά άρχισε να συγκρίνεται με μικρότερες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Συμπαθείς, χρήσιμες, σημαντικές πόλεις αλλά αυτή η σύγκριση για τη Θεσσαλονίκη ήταν υποβάθμιση φαντασίας. Αν θέλεις να αλλάξεις, πρέπει πρώτα να αποφασίσεις με ποιον συγκρίνεσαι. Με ποιον συνομιλείς. Ποιον ανταγωνίζεσαι. Ποιον θέλεις να φτάσεις και σε τι θέλεις να τον ξεπεράσεις. Μια πόλη που δεν έχει φιλοδοξία, καταλήγει να πανηγυρίζει τα αυτονόητα. Μια πόλη που έχει φιλοδοξία, ιεραρχεί, διεκδικεί, σχεδιάζει και επιμένει. Και μετράς και συγκρίνεις με ιστορικούς κύκλους –όχι με τετραετίες και θητείες, είτε κυβερνητικές είτε αυτοδιοικητικές.
Άρα, πότε αλλάζει μια πόλη; Όταν πάψει να μπερδεύει τη συντήρηση με τη μεταμόρφωση. Όταν καταλάβει ότι τα μικρά έργα κάνουν τη ζωή καλύτερη, αλλά τα μεγάλα σχέδια αλλάζουν την ιστορία. Όταν οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου παράγουν μέλλον και όχι μόνο πρόσκαιρη ικανοποίηση. Όταν η πολιτική ηγεσία κοιτάζει λίγο πιο μακριά από την επόμενη κορδέλα. Και όταν οι κάτοικοι ξαναπιστέψουν ότι ο τόπος τους δεν είναι καταδικασμένος να ακολουθεί, αλλά μπορεί και να προηγείται.
Όλα αυτά βέβαια έχουν στον πυρήνα τους την Πολιτική. Με το π κεφαλαίο. Πολιτική που θα υπηρετεί προτεραιότητες. Ιεράρχηση αναγκών και δυνατοτήτων. Το τονίζω αυτό διότι στην ανάγκη μας για να παρουσιάσουμε έργο, να αποδείξουμε ότι απορροφούμε πόρους, ότι δουλεύουν τα εργοτάξια και πιάνουμε λογιστικούς στόχους, πολλές φορές ξεχνάμε αυτές τις έννοιες. Τις υποτιμούμε. Και βέβαια πολλές φορές αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι κάναμε λάθος.