Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Πότε αλλάζει μια πόλη; άρθρο στη VORIA στις 11/07/2026



Το σύνθημα «η πόλη αλλάζει» έχει φθαρεί από τη χρήση. Η Θεσσαλονίκη αλλάζει. Η Αθήνα αλλάζει. Ο Πειραιάς αλλάζει. Το Ηράκλειο αλλάζει. Κάθε δήμαρχος, κάθε υποψήφιος δήμαρχος, κάθε διοίκηση που θέλει να εμφανιστεί κινητική, αποτελεσματική και αισιόδοξη, καταφεύγει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτήν τη φράση. Λογικό. Είναι σύντομη, εύκολη, θετική, χωράει σε αφίσα, βίντεο, σε προεκλογικό φυλλάδιο και σε ανάρτηση στα social media. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στο ίδιο το σύνθημα αλλά σε αυτό που υποδηλώνει. Για να το χρησιμοποιούν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος και θητείας, σημαίνει ότι όλοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει ένα πάνδημο αίτημα αλλαγής. Και όταν λέμε αλλαγή, σχεδόν πάντα εννοούμε βελτίωση. Κανείς δεν ζητά να αλλάξει η πόλη του προς το χειρότερο. Ζητά να γίνει πιο λειτουργική, πιο όμορφη, πιο ασφαλής, πιο δίκαιη, πιο ανθεκτική, πιο φιλόδοξη. Άρα πίσω από το πολυφορεμένο σύνθημα υπάρχει κάτι πραγματική κοινωνική ανάγκη.

Αν όμως απογυμνώσουμε τη φράση από το προεκλογικό ή αυτοδιοικητικό της περιτύλιγμα, πρέπει να απαντήσουμε στο δύσκολο ερώτημα. Πότε αλλάζει πράγματι μια πόλη; Με ποιον τρόπο; Με ποια έργα; Με ποιες ιεραρχήσεις; Και κυρίως, με ποιους πόρους; Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η Ελλάδα πέρασε μια δεκαπενταετία μεγάλης οικονομικής καθίζησης, δημοσιονομικής ασφυξίας και επενδυτικής αδράνειας. Η χρεοκοπία άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό στις επενδύσεις στις υποδομές, στη συντήρηση, στα δίκτυα, στα δημόσια κτίρια, στην ιδιωτική οικονομία, στα εισοδήματα, στην αυτοπεποίθηση. Οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την αλλαγή μιας πόλης πρέπει να ξεκινά από αυτήν την παραδοχή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τα πάντα. Άρα οφείλουμε να ιεραρχήσουμε. Η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου πρέπει να επιλέξεις. Αν τα κάνεις όλα ίδια, τελικά δεν επιλέγεις τίποτα.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης.

Μια πόλη δεν αλλάζει με αναπλάσεις πεζοδρομίων και μικρών πάρκων. Μπορεί να βελτιώνεται, μπορεί να γίνεται πιο αξιοβίωτη, πιο φιλική, λιγότερο ενοχλητική στην καθημερινότητα του κατοίκου. Και αυτό δεν είναι λίγο. Για τον ηλικιωμένο που σκοντάφτει στο σπασμένο πεζοδρόμιο, το πεζοδρόμιο δεν είναι μικρό έργο. Για τον γονιό που θέλει μια καθαρή παιδική χαρά, η παιδική χαρά δεν είναι λεπτομέρεια. Για τον επαγγελματία που βλέπει τον δρόμο έξω από το κατάστημά του παρατημένο, η στοιχειώδης φροντίδα του δημόσιου χώρου έχει αξία. Όμως άλλο η βελτίωση της καθημερινότητας και άλλο η αλλαγή κατηγορίας μιας πόλης. Με τα πεζοδρόμια η πόλη γίνεται πιο αξιοβίωτη. Με τα παγκάκια γίνεται πιο φιλική. Με τις ασφαλτοστρώσεις λιγότερο εκνευριστική. Αλλά δεν αλλάζει ιστορική τροχιά. Η πόλη αλλάζει όταν παίρνει μεγάλες αποφάσεις για τον χώρο της. Όταν δεν αναπλάθει απλώς τετραγωνικά μέτρα, αλλά αναδιατάσσει χρήσεις, λειτουργίες και δυνατότητες. Η Θεσσαλονίκη θα αλλάξει περισσότερο από μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση στη ΔΕΘ ή από ακόμη μερικές σημειακές παρεμβάσεις στο κέντρο; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα δίκτυο μητροπολιτικών πάρκων στα πρώην στρατόπεδα ή από μικρές πλατείες χωρίς συνοχή; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα ενιαίο παραλιακό μέτωπο από το Αγγελοχώρι έως το Καλοχώρι ή από αποσπασματικές παρεμβάσεις που κάθε δήμος τις βλέπει μέχρι τα διοικητικά του όρια; Χρήσιμα τα μικρά, καθοριστικά όμως τα μεγάλα. Και επειδή οι πόροι δεν είναι άπειροι, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική αλλά απολύτως πρακτική. Το δίλλημα δεν είναι μικρά έργα έναντι μεγάλων –και οι δύο κλίμακες χρειάζονται. Πρέπει όμως να καταλαβαίνουμε τι πετυχαίνουμε με τις δύο αυτές επιλογές. Φτιάχνεις 2-3 πεζοδρόμια; Μπράβο σου. Η πόλη βελτιώνεται –δεν αλλάζει. Να είμαστε ακριβολόγοι.

Βέβαια εδώ πρέπει να πούμε παρενθετικά και μια ακόμη αλήθεια. Οι δήμαρχοι δεν έχουν τις περισσότερες φορές ούτε τα χρήματα ούτε τη διοικητική μηχανή, ούτε το πολιτικό κεφάλαιο ούτε και την αρμοδιότητα να προχωρήσουν στις μεγάλες αλλαγές. Αυτό μάλλον περισσότερο κυβερνητική υπόθεση είναι –όμως είναι αναμφίβολα μέρος/ βαθμίδα σημαντική της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και μπορούν να επηρεάσουν. Μπορούν να οριοθετήσουν προτεραιότητες, να τις καταστήσουν αίτημα και να τις διεκδικήσουν.

Η πόλη αλλάζει, δεύτερον, με τη συγκοινωνία. Μια πόλη όπου κάτοικοι και επισκέπτες δεν μπορούν να μετακινηθούν γρήγορα, με ασφάλεια, χαμηλό κόστος και προβλεψιμότητα, δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της σύγχρονο. Μπορεί να έχει κάποιες ωραίες πλατείες, νέα κτίρια, ανακαινισμένα μέτωπα, καφέ γεμάτα κόσμο και τουριστική κίνηση. Αν όμως για να πας από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη χρειάζεσαι καθημερινά υπομονή μοναχού του Αγίου Όρους, τότε κάτι θεμελιώδες δεν λειτουργεί. Και όταν λέμε «να πας, να μετακινηθείς, να φτάσεις» εννοούμε να πας παντού –και στο αεροδρόμιο και στα σημεία ενδιαφέροντος και στις οικιστικές ζώνες και γιατί όχι και λίγο παραέξω. Άρα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται συγκοινωνιακό χάρτη μητροπολιτικής λογικής. Μετρό, επεκτάσεις, δυτική Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά, προαστιακός, λεωφορεία, ενιαίο εισιτήριο, τηλεματική, αξιοπιστία. Όχι μελέτες και παρουσιάσεις σε ημερίδες, αλλά καθημερινή εμπειρία. Να ξέρεις πότε φεύγεις, πότε φτάνεις, πόσο πληρώνεις και ότι δεν θα χάσεις τη μισή σου ημέρα επειδή η πόλη δεν κατάφερε να οργανώσει μια βασική της λειτουργία. Η μετακίνηση δεν είναι δευτερεύον θέμα αλλά σκελετός της πόλης.

Η πόλη αλλάζει, τρίτον, όταν σταματά να βλάπτει τη δημόσια υγεία των κατοίκων της. Ωραία τα νέα κτήρια, ωραία τα δημοτικά κτήρια, ωραίες οι πλατείες, τα συντριβάνια και οι φωτισμοί. Αν όμως ο αέρας που αναπνέουμε είναι προβληματικός, οι προτεραιότητές μας είναι λανθασμένες. Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Αυτά που μας βλάπτουν περισσότερο συχνά δεν φαίνονται. Ο κακός αέρας δεν κόβει κορδέλες –κόβει χρόνια ζωής. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν φωτογραφίζεται εύκολα. Η θερμική νησίδα δεν χωράει σε μακέτα. Μια πλατεία, ένα σιντριβάνι, ένα ωραίο κτήριο φαίνονται. Παράγουν εικόνα και η εικόνα στην πολιτική μετράει. Μόνο που η πόλη δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση αυτό που φαίνεται. Αν οι καύσωνες γίνονται αφόρητοι, αν το πράσινο παραμένει ελάχιστο, αν ο Θερμαϊκός και το Σέιχ Σου αντιμετωπίζονται σαν θέματα που τα θυμόμαστε όταν φτάνει η κρίση, τότε η πόλη δεν αλλάζει. Απλώς γυαλίζει κάποια σημεία της. Το κόστος της προσβολής της δημόσιας υγείας είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο συχνά θέλουμε να παραδεχθούμε. Μετρήσιμο ή μη, είναι υπαρκτό.

Η πόλη αλλάζει, τέταρτον, με υποδομές. Αλλά και εδώ χρειάζεται διάκριση. Υποδομές κοινωνικές και υποδομές παραγωγικές. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται νοσοκομεία, κέντρα υγείας, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, δικαστικό μέγαρο, δομές φροντίδας, κοινωνική κατοικία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Μια πόλη χωρίς κοινωνικές υποδομές γίνεται σκληρή, άνιση και απωθητική για τους ίδιους της τους κατοίκους. Χρειάζεται όμως και παραγωγικές υποδομές. Διότι χωρίς παραγωγή νέου πλούτου, κάποια στιγμή δεν μπορείς να στηρίξεις ούτε τις κοινωνικές ανάγκες. Η εστίαση και ο τουρισμός είναι σημαντικοί κλάδοι, αλλά είναι αμφίβολο αν μπορούν μόνοι τους να σηκώσουν αναπτυξιακά τη Θεσσαλονίκη τα επόμενα χρόνια. Πιθανότατα έχουν ήδη πλησιάσει τα όριά τους. Εδώ ο έκτος προβλήτας του λιμανιού είναι παράδειγμα σχεδόν σχολικό. Αν υπάρχει ένα έργο που μπορεί να αλλάξει την οικονομική κατηγορία της πόλης, είναι αυτό. Όχι μόνο του, βέβαια αλλά μαζί με τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα logistics, τις επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν γύρω του, τη σύνδεση με τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Αυτό είναι έργο που αλλάζει τον ρόλο μιας πόλης. Δεν την ομορφαίνει απλώς, της δίνει παραγωγικό βάθος, αναπτυξιακή ώθηση και ιπποδύναμη να ανέβει τον ανήφορο.

Και τέλος, μια πόλη αλλάζει όταν αλλάζει η αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της γι’ αυτήν. Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια χαμήλωσε τον πήχη της. Πριν τριάντα και σαράντα χρόνια πίστευε ότι μπορούσε να συγκρίνεται με πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Βαλκανικής, της Ανατολικής Μεσογείου. Μετά άρχισε να συγκρίνεται με μικρότερες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Συμπαθείς, χρήσιμες, σημαντικές πόλεις αλλά αυτή η σύγκριση για τη Θεσσαλονίκη ήταν υποβάθμιση φαντασίας. Αν θέλεις να αλλάξεις, πρέπει πρώτα να αποφασίσεις με ποιον συγκρίνεσαι. Με ποιον συνομιλείς. Ποιον ανταγωνίζεσαι. Ποιον θέλεις να φτάσεις και σε τι θέλεις να τον ξεπεράσεις. Μια πόλη που δεν έχει φιλοδοξία, καταλήγει να πανηγυρίζει τα αυτονόητα. Μια πόλη που έχει φιλοδοξία, ιεραρχεί, διεκδικεί, σχεδιάζει και επιμένει. Και μετράς και συγκρίνεις με ιστορικούς κύκλους –όχι με τετραετίες και θητείες, είτε κυβερνητικές είτε αυτοδιοικητικές. 
Άρα, πότε αλλάζει μια πόλη; Όταν πάψει να μπερδεύει τη συντήρηση με τη μεταμόρφωση. Όταν καταλάβει ότι τα μικρά έργα κάνουν τη ζωή καλύτερη, αλλά τα μεγάλα σχέδια αλλάζουν την ιστορία. Όταν οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου παράγουν μέλλον και όχι μόνο πρόσκαιρη ικανοποίηση. Όταν η πολιτική ηγεσία κοιτάζει λίγο πιο μακριά από την επόμενη κορδέλα. Και όταν οι κάτοικοι ξαναπιστέψουν ότι ο τόπος τους δεν είναι καταδικασμένος να ακολουθεί, αλλά μπορεί και να προηγείται.

Όλα αυτά βέβαια έχουν στον πυρήνα τους την Πολιτική. Με το π κεφαλαίο. Πολιτική που θα υπηρετεί προτεραιότητες. Ιεράρχηση αναγκών και δυνατοτήτων. Το τονίζω αυτό διότι στην ανάγκη μας για να παρουσιάσουμε έργο, να αποδείξουμε ότι απορροφούμε πόρους, ότι δουλεύουν τα εργοτάξια και πιάνουμε λογιστικούς στόχους, πολλές φορές ξεχνάμε αυτές τις έννοιες. Τις υποτιμούμε. Και βέβαια πολλές φορές αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι κάναμε λάθος.

Η μεγάλη σχιζοφρένεια της ελληνικής κλίμακας, άρθρο στη VORIA στις 04/07/2026

 


Περπατά κανείς σήμερα στην Εγνατία, στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως και στους δρόμους γύρω από αυτό που θεωρούσαμε κάποτε ως το αδιαμφισβήτητο εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η εικόνα δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να γίνει αντιληπτή. Κατεβασμένα ρολά, σκονισμένες βιτρίνες, ενοικιαστήρια που κιτρίνισαν από τον χρόνο, καταστήματα που άδειασαν και παραμένουν άδεια. Δεν είναι δύο και τρία. Το φθινόπωρο του 2025 καταγράφηκαν περίπου 85 κλειστά καταστήματα μόνο στην Εγνατία και άλλα 31 στην Τσιμισκή και στη Μητροπόλεως. Και αυτό στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου περνούν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι. 

Κάθε τέτοιο άδειο κατάστημα είχε κάποτε κάτι μέσα. Έναν έμπορο, έναν τεχνίτη, ένα μικρό εργαστήριο, μια μικρή βιοτεχνία, ένα λογιστικό ή δικηγορικό γραφείο, μια οικογενειακή επιχείρηση, έναν ελεύθερο επαγγελματία. Κάποιον που μπορεί να μη δημιουργούσε τη νέα Apple, αλλά δημιουργούσε ένα εισόδημα για τον ίδιο, την οικογένειά του και ίσως δύο ή τρεις ακόμη ανθρώπους. Αυτή ήταν η ελληνική οικονομία για πολλές δεκαετίες. Μικρή, πολυτεμαχισμένη, οικογενειακή, με μεγάλη αυτοαπασχόληση και μια κάπως ιδιόμορφη σχέση με το κράτος, τις τράπεζες, τους φόρους και την επίσημη οικονομία.

Αυτό το οικοσύστημα δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχο, αλλά συμπιέζεται οικονομικά και χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να αναπαράγεται με τους όρους του παρελθόντος. Και αυτό συμβαίνει λόγω πολλών ταυτόχρονων εξελίξεων. Δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του ηλεκτρονικού εμπορίου, της πανδημίας, των υψηλών ενοικίων ή της μειωμένης αγοραστικής δύναμης. Είναι και τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου μετασχηματισμού, τον οποίο η χώρα συζητά εδώ και δεκαπέντε χρόνια με δύο εντελώς διαφορετικές γλώσσες.

Τι έλεγαν τα μεγάλα κείμενα πολιτικής;

Από την έναρξη της κρίσης και μετά, ένα σταθερό νήμα διατρέχει σχεδόν όλα τα βασικά κείμενα οικονομικής πολιτικής. Τα Μνημόνια, με τη δική τους γλώσσα περί απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων, ανταγωνισμού και άρσης των προστατευτικών φραγμών. Η μελέτη της McKinsey «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά». Τα Μεσοπρόθεσμα Προγράμματα. Η Έκθεση Πισσαρίδη. Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Διαφορετικά κείμενα, διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μια κοινή λίγο-πολύ διάγνωση: η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερβολικό κατακερματισμό.

Η McKinsey ήταν αρκετά σαφής. Συνέδεε τη χαμηλή παραγωγικότητα με την απουσία επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας και υποστήριζε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έπρεπε να αποκτήσουν μέγεθος μέσω συγκέντρωσης. Στη μεταποίηση, οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους εμφάνιζαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιούσε η έκθεση, παραγωγικότητα χαμηλότερη από το 40% εκείνης των επιχειρήσεων με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Για το λιανεμπόριο πρότεινε ρητά συνεργασίες, συμπράξεις και περαιτέρω συγκέντρωση, ώστε να γίνουν επενδύσεις στην τεχνολογία, στα logistics και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. 

Στην ίδια κατεύθυνση, η Έκθεση Πισσαρίδη υποστήριξε ότι το υψηλό ποσοστό απασχόλησης σε ατομικές και μικρές επιχειρήσεις συνδέεται με τη χαμηλή παραγωγικότητα. Το μικρό μέγεθος, ανέφερε, περιορίζει την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και τεχνολογιών αιχμής και κρατά μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικότητας προσανατολισμένο στην εσωτερική κατανάλωση. 

Τα Μνημόνια δεν έγραφαν βεβαίως σε κάποιο κεφάλαιο ότι «πρέπει να κλείσουν οι μικρές επιχειρήσεις». Δεν ήταν αυτός ο ρητός τους στόχος. Προωθούσαν όμως την απελευθέρωση επαγγελμάτων, την άρση γεωγραφικών και άλλων περιορισμών, την αύξηση του ανταγωνισμού, την τυπικότητα, τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση των προστατευμένων αγορών. Όλα αυτά περιόριζαν σταδιακά το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να επιβιώνει η παραδοσιακή ελληνική μικροκλίμακα. 

Η οικονομική λογική πίσω από αυτή τη διάγνωση είναι κατανοητή. Μια μεγαλύτερη επιχείρηση έχει ευκολότερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, μπορεί να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, να αγοράσει τεχνολογία, να οργανώσει εξαγωγικό δίκτυο, να δημιουργήσει διοικητικές ιεραρχίες και να προσλάβει στελέχη με υψηλότερες δεξιότητες. Αντέχει ευκολότερα το κόστος της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης, της πιστοποίησης, της κανονιστικής συμμόρφωσης και της διαρκούς προσαρμογής. Με δυο λόγια, ο τεχνοκρατικός λόγος της προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν έλεγε ότι κάθε μικρή επιχείρηση είναι άχρηστη. Έλεγε όμως ότι η μόνιμη μικροκλίμακα είναι πρόβλημα. Ότι η Ελλάδα είχε πάρα πολλές επιχειρήσεις που δεν μεγάλωναν ποτέ, δεν συνεργάζονταν, δεν επένδυαν αρκετά, δεν εξήγαν και δεν δημιουργούσαν ζήτηση για πιο σύνθετη και καλύτερα αμειβόμενη εργασία.

Άλλαξε τελικά η ελληνική οικονομία;

Η απάντηση είναι «ναι και όχι». Σε ορισμένους κλάδους η αλλαγή είναι μπροστά στα μάτια μας. Το λιανεμπόριο συγκεντρώθηκε. Οι μικρές τοπικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ περιορίστηκαν ή εξαγοράστηκαν. Οι μεγάλες αλυσίδες ένδυσης, εστίασης, ηλεκτρικών ειδών και υπηρεσιών κατέλαβαν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς. Οι ψηφιακές πλατφόρμες έδωσαν ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε όσους διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα, αποθήκες, κεφάλαιο και τεχνογνωσία.

Ταυτόχρονα, το κράτος δεν έμεινε αμέτοχο. Το «Ελλάδα 2.0» προέβλεψε συγκεκριμένα κίνητρα για συνεργασίες, συγχωνεύσεις και εξαγορές πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με δηλωμένο στόχο τη δημιουργία αποτελεσματικότερων και ανταγωνιστικότερων επιχειρηματικών σχημάτων. 

Και όμως, η βαθιά δομή της οικονομίας παραμένει εντυπωσιακά ανθεκτική. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ενημερωτικό δελτίο για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 2024 οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους αποτελούσαν το 94,5% του συνόλου. Απασχολούσαν το 46,8% των εργαζομένων, αλλά παρήγαν μόλις το 24,8% της προστιθέμενης αξίας. Συνολικά, οι ΜμΕ αντιστοιχούσαν στο 99,9% των επιχειρήσεων και στο 84,7% της απασχόλησης. 

Άρα ας μη βιαστούμε να τελέσουμε την κηδεία της μικρομεσαίας Ελλάδας. Δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχη, κοινωνικά κρίσιμη και οικονομικά απολύτως καθοριστική. Αυτό που υποχωρεί είναι η δυνατότητα μεγάλου τμήματός της να αναπαράγεται με τους παλιούς όρους. Με χαμηλή κεφαλαιοποίηση, οικογενειακή εργασία, περιορισμένο δανεισμό, μικρή φορολογική ορατότητα και μια σταθερή εσωτερική αγορά που κάπως θα συντηρεί τους πάντες. Αυτό το μοντέλο στενεύει. Δεν έχει όμως αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ολοκληρωμένο μοντέλο.

Το παράδοξο της «ραχοκοκαλιάς»

Και εδώ φτάνουμε στη μεγάλη πολιτική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, η πραγματική οικονομική πολιτική πιέζει προς τη μεγέθυνση. Οι τράπεζες χρηματοδοτούν ευκολότερα τους πιο αξιόχρεους. Οι ευρωπαϊκοί πόροι απαιτούν σχέδια, ίδια συμμετοχή, τραπεζική επιλεξιμότητα και διοικητική επάρκεια. Η φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση αυξάνει το σταθερό κόστος λειτουργίας. Η τεχνολογία απαιτεί κεφάλαια. Τα κίνητρα για συγχωνεύσεις υπάρχουν, έστω και αν, όπως σημειώνει ο ΟΟΣΑ, η μέχρι τώρα αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη. 

Από την άλλη πλευρά, ο επίσημος κομματικός λόγος εξακολουθεί σχεδόν τελετουργικά να επαναλαμβάνει ότι «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας». Το λέει η κυβέρνηση, το λέει το ΠΑΣΟΚ, το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, το λένε τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα. Όλοι θέλουν να στηρίξουν τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία, την οικογενειακή επιχείρηση.

Μα καλά, για να συνεννοηθούμε. Τι ακριβώς θέλουμε;

Θέλουμε να διατηρηθούν εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές μονάδες όπως ακριβώς λειτουργούσαν πριν από τριάντα χρόνια; Θεωρούμε ότι αυτό το παραγωγικό μοντέλο μπορεί να δώσει υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς, επενδύσεις και εξαγωγές; Αν ναι, τα κόμματα πρέπει να μας εξηγήσουν πώς. Με ποιες τράπεζες, με ποια φορολογία, με ποιες ψηφιακές υποδομές, με ποιες συνεργασίες και με ποιο σύστημα δεξιοτήτων. Αν, αντίθετα, θεωρούμε ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερες συγχωνεύσεις, περισσότερες συμπράξεις και λιγότερη αυτοαπασχόληση ανάγκης, πρέπει επίσης να το πούμε. Να μην υποκρινόμαστε ότι υπερασπιζόμαστε αμετάβλητο ένα μοντέλο το οποίο στην πράξη προσπαθούμε να μετασχηματίσουμε.

Αυτή είναι η μεγάλη σχιζοφρένεια της ελληνικής κλίμακας. Άλλη γλώσσα χρησιμοποιούμε στα αναπτυξιακά σχέδια, στις Βρυξέλλες, στις τράπεζες και στις εκθέσεις των ειδικών. Και άλλη γλώσσα στις εκλογές, στις περιοδείες και στις συναντήσεις με τους επαγγελματικούς φορείς. Στη μία περίπτωση ζητάμε συγκέντρωση, μεγέθυνση, εταιρική διακυβέρνηση και εξωστρέφεια. Στην άλλη ορκιζόμαστε αιώνια πίστη στο μαγαζί της γωνίας.

Η μετάβαση που δεν συζητήσαμε

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και βαθιά κοινωνικό. Η μικρή επιχείρηση υπήρξε στην Ελλάδα μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Έδωσε σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους αυτονομία, περιουσία, οικογενειακή ασφάλεια, πολιτική φωνή και μια θέση στη μεσαία τάξη. Μπορεί να είχε χαμηλή παραγωγικότητα. Είχε όμως υψηλή κοινωνική λειτουργία. Εάν αυτή η μεσαία τάξη των μικροϊδιοκτητών υποχωρεί, κάτι πρέπει να έρθει στη θέση της. Ιδανικά, μια νέα μεσαία τάξη καλά αμειβόμενων μισθωτών, στελεχών και εξειδικευμένων εργαζομένων. Άνθρωποι με σταθερό εισόδημα, δυνατότητα αποταμίευσης, πρόσβαση σε κατοικία και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης. Εάν όμως κλείνει το μικρό κατάστημα και στη θέση του δημιουργείται μια θέση εργασίας χαμηλού μισθού, χωρίς ασφάλεια και χωρίς προοπτική, τότε δεν έχουμε αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου αλλά κοινωνική υποχώρηση. Για την ώρα ας κρίνει ο αναγνώστης τι από τα δύο συμβαίνει ή κυριαρχεί και ίσως καταλάβει μέρος της μεγάλης δυσαρέσκειας. 

Μονόδρομος η μεγάλη κλίμακα; 

Κατά την άποψή μου, το δίλημμα δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο «μικρή επιχείρηση ή πολυεθνική». Υπάρχουν συνεργατικά σχήματα, clusters, κοινοπραξίες, συνεταιρισμοί νέου τύπου, κοινές υπηρεσίες λογιστικής, τεχνολογίας και εξαγωγών. Υπάρχουν δίκτυα μικρών επιχειρήσεων που μπορούν να αποκτήσουν πλεονεκτήματα κλίμακας χωρίς να εξαφανιστούν μέσα σε έναν μεγάλο όμιλο. Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο: απομονωμένη και μόνιμη μικροκλίμακα ή οργανωμένη κλίμακα;

Η αναγκαία μεγέθυνση δεν μπορεί να σημαίνει απλώς ότι χιλιάδες μικρές μονάδες θα αντικατασταθούν από τρεις ή τέσσερις ομίλους που θα ελέγχουν την αγορά. Κλίμακα χωρίς ανταγωνισμό δεν παράγει εκσυγχρονισμό· παράγει ολιγοπώλια. Αυτό πρέπει να συζητήσει η πολιτική. Όχι να κολακεύει τους μικρούς την ώρα που τους αφήνει μόνους απέναντι στην αγορά. Όχι να επιδοτεί για λίγο την επιβίωση και να αποφεύγει τη συζήτηση για το μέλλον. Όχι να περιμένει από την ύφεση, την τραπεζική ασφυξία και τη φορολογική πίεση να κάνουν βίαια τη δουλειά που θα έπρεπε να κάνει ένα σχέδιο. Αν θέλουμε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πρέπει να οργανώσουμε την πορεία προς αυτές. Με κίνητρα, χρόνο, χρηματοδότηση, επανεκπαίδευση και κοινωνικό δίχτυ. Αν θέλουμε ισχυρές μικρές επιχειρήσεις, πρέπει να τις βοηθήσουμε να συνεργαστούν, να εκσυγχρονιστούν και να πάψουν να είναι μικρές και μόνες. Γιατί πράγματι, είναι απαιτητική υπόθεση να επιλέξεις ένα δύσκολο μοντέλο. Είναι χειρότερο όμως να εφαρμόζεις σιωπηρά το ένα και να υπόσχεσαι μεγαλόφωνα το αντίθετο.

Η Ευρώπη ψήνεται, η Ελλάδα χτίζεται, άρθρο στη VORIA στις 27/06/2026

 


Αυτό που συμβαίνει τις ημέρες αυτές στη δυτική Ευρώπη είναι πρωτοφανές. Το κύμα καύσωνα δοκιμάζει πολίτες, νοικοκυριά, καταστήματα και υποδομές. Μια ανάλογη περίπτωση, το 2003, με δραματικά τότε αποτελέσματα, είχε επιφέρει μια σειρά πολλών και σημαντικών αλλαγών που ακόμη και σήμερα προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή. Εκείνος ο καύσωνας συνδέθηκε με περίπου 70.000 θανάτους –αριθμός αδιανόητος για την ευρωπαϊκή ήπειρο στον 21ο αιώνα. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη. Και τα νούμερα του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό. Σχεδόν οι μισές από τις 850 μεγαλύτερες πόλεις της ηπείρου βιώνουν τις χειρότερες συνθήκες θερμικού στρες που έχουν καταγραφεί ποτέ, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι εκτίθενται σε θερμοκρασίες άνω των 35°C, ενώ οι υψηλές νυχτερινές θερμοκρασίες -αυτές που δεν αφήνουν τον οργανισμό να ανακάμψει- είναι σήμερα 100 φορές πιο πιθανές από ό,τι ήταν δύο δεκαετίες πριν.

Γιατί ζεσταίνεται η Ευρώπη τόσο γρήγορα
 

Η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό πάνω από δύο φορές μεγαλύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεν είναι τυχαίο -μεγάλο τμήμα της εκτείνεται κοντά στην Αρκτική, τη γεωγραφική περιοχή που υπερθερμαίνεται ταχύτερα στον πλανήτη, καθώς η τήξη χιονιού και πάγου αποκαλύπτει επιφάνειες που απορροφούν ακόμη περισσότερη ηλιακή ενέργεια-, ένας φαύλος κύκλος χωρίς τέλος. Παράλληλα, αλλαγές στα ατμοσφαιρικά ρεύματα κάνουν τους λεγόμενους «θερμικούς θόλους» -τα στάσιμα αντικυκλωνικά συστήματα που λειτουργούν σαν καπάκι κατσαρόλας πάνω από μια περιοχή, εγκλωβίζοντας τον θερμό αέρα- πιο συχνούς και πιο μακρόχρονους από ποτέ.

Γιατί η Ευρώπη είναι απροετοίμαστη: Τα σπίτια

Το μεγαλύτερο πρόβλημα -λένε- δεν είναι ο ήλιος που χτυπά έξω αλλά η ζέστη που παγιδεύεται μέσα. Οι Ευρωπαίοι -ιδίως στον Βορρά- περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, έως και το 90%, σε εσωτερικούς χώρους και πολλά από τα σπίτια τους σχεδιάστηκαν για να συγκρατούν τη θερμότητα. Σε ένα κλίμα που για αιώνες ήταν ψυχρό, αυτό ήταν η αρετή της καλής κατασκευής. Σήμερα, σε καύσωνα 40 βαθμών, γίνεται θανάσιμο ελάττωμα.

Στο Παρίσι, οι εμβληματικές τσίγκινες στέγες που χαρίζουν στην πόλη τη ρομαντική της σιλουέτα λειτουργούν ως φούρνοι –απορροφούν θερμότητα όλη μέρα και την εκπέμπουν στα διαμερίσματα των τελευταίων ορόφων όλη νύχτα.

Στη Βρετανία, τα παραδοσιακά αμπαζούρ παράθυρα, τα χαμηλά ταβάνια, η πυκνή τοιχοποιία -ό,τι έκανε το σπίτι ζεστό τον χειμώνα- γίνεται εφιάλτης τον Ιούνιο. Και μόνο το 20%-25% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, γιατί ιστορικά δεν τον χρειαζόταν.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως όταν οι νύχτες δεν δροσίζουν -και δεν δροσίζουν πλέον- η θερμότητα συσσωρεύεται ημέρα με ημέρα στα κτήρια. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν προλαβαίνει να ανακάμψει. Αυτό είναι που σκοτώνει –όχι η αποκορύφωση του μεσημεριού αλλά η συσσώρευση των ημερών.

Η Ελλάδα

Τα ανωτέρω μπορεί να τα διαβάσει κανείς συγκεντρωτικά σε πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες και αν ενδιαφέρεται μπορεί να βρει ακόμα πιο λεπτομερείς αναφορές, επεξηγήσεις και επιστημονικά δεδομένα. Ο κεντρικός άξονας όμως αυτού του σημειώματος είναι άλλος και είναι ένας προβληματισμός.

Χώρες προηγμένες κοινωνικά, θεσμικά, τεχνικά και διοικητικά είχαν έναν βαθμό δικαιολογημένου αιφνιδιασμού απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, παρά το γεγονός πως όλοι γνωρίζουμε μέσες άκρες ποιο είναι το κλιματικό μέλλον. Η Γαλλία, η Βρετανία και το Βέλγιο έχουν δικαιολογία. Δεν είχαν συνηθίσει. Δεν ήξεραν. Εμείς ξέρουμε. Ζούμε σε έναν από τους πιο ευάλωτους κλιματικά χώρους της Ευρώπης, έχουμε τα στοιχεία, έχουμε και τη γνώση –αρχαία και σύγχρονη. Και συνεχίζουμε να χτίζουμε πόλεις που ετοιμάζονται για ένα κλίμα που δεν υπάρχει πλέον. Εμείς οι Έλληνες, που γεωγραφικά και κλιματικά είμαστε πιο συνηθισμένοι και πιο υποψιασμένοι αλλά και πιο εκτεθειμένοι στον καύσωνα, στο πολύ ζεστό καλοκαίρι, τι κάνουμε;

Ιδιωτικά, έχουμε μάθει να επιβιώνουμε. Τοποθετούμε κλιματισμό στα σπίτια μας, ξέρουμε χονδρικά πώς να αντιμετωπίσουμε τον καύσωνα, πίνουμε νερά, δεν βγαίνουμε έξω και γενικά κάπως τα καταφέρνουμε. Δημόσια όμως τι κάνουμε; Πώς έχει αλλάξει η νέα συνθήκη, για παράδειγμα, το πώς χτίζουμε τις πόλεις μας; Πόσους πόρους δαπανούμε για να ανακαινίσουμε και να βελτιώσουμε το παλαιό κτηριακό απόθεμα; Πόσους ελεύθερους ή και πράσινους χώρους δημιουργούμε για να μη μετατρέψουμε τις πόλεις μας σε θερμικά κλουβιά;

Η απάντηση, αν κοιτάξουμε γύρω μας, νομίζω πως είναι αποθαρρυντική. Χτίζουμε λάθος. Και το κάνουμε ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να ξέρουμε καλύτερα. Ο παραδοσιακός ελληνικός αστικός ιστός δεν ήταν τυχαίος. Τα στενά σοκάκια ήταν σκίαση, οι αυλές η αναγκαία ανάσα, τα ψηλά ταβάνια ήταν δίοδος θερμότητας, το ασβέστωμα στα νησιά δεν ήταν αισθητική επιλογή αλλά τρόπος ανάκλασης ηλιακής ακτινοβολίας. Ο τόπος είχε αναπτύξει για αιώνες μια αρχιτεκτονική μνήμη απέναντι στη ζέστη. Μια τεχνογνωσία χωρίς επιστήμη, χτισμένη από εμπειρία. Αυτή η μνήμη όμως διαγράφτηκε με την αντιπαροχή. Αντ' αυτής, αποκτήσαμε την πολυκατοικία-τσιμεντένιο κύβο, θερμοαπορροφητικές προσόψεις, ανύπαρκτος ακάλυπτος, μηδέν σκίαση. Ό,τι πιο αντίθετο στη μεσογειακή λογική μπορούσε να κατασκευαστεί, το κατασκευάσαμε –και το κάνουμε ακόμα. Και αν τη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι κοινωνικές και στεγαστικές ανάγκες ήταν πιεστικές, το κλίμα τότε δεν προδιέθετε κανέναν για αυτό που ακολούθησε. Σήμερα όμως; Σε νέες γειτονιές, σε νέες πόλεις, με νέες άδειες, χτίζεται σήμερα ό,τι δεν θα έπρεπε να χτίζεται σε χώρα με καλοκαίρια 40 βαθμών.

Το αποτέλεσμα το έχουν μελετήσει αρκετά. Η Αθήνα είναι αρκετούς βαθμούς θερμότερη από τα περίχωρά της εξαιτίας του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας –της συσσώρευσης δηλαδή θερμότητας στο τσιμεντένιο υπόστρωμα των πόλεων, που απορροφά ενέργεια όλη μέρα και την αποδίδει όλη νύχτα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερη σκίαση, λιγότερη εξάτμιση υγρασίας από φυτά και χώμα –περισσότερη ζέστη που δεν φεύγει.

Και η αντίδρασή μας είναι τα περισσότερα κλιματιστικά. Κάθε νέο κλιματιστικό που τοποθετούμε στο εσωτερικό ψύχει το διαμέρισμα και θερμαίνει τον δρόμο. Παράλληλα, αυξάνει την ενεργειακή ζήτηση, πιέζει το δίκτυο και μεταφέρει το κόστος στο σύστημα και τελικά στον πολίτη. Από την άλλη, είναι μια άμεση λύση –δεν μπορεί όμως να είναι η μόνη. Είναι η πιο χαρακτηριστική μεταφορά για αυτό που κάνουμε. Λύνουμε το πρόβλημά μας ατομικά και το επιδεινώνουμε συλλογικά.

Το κτηριακό απόθεμα και η δημογραφία


Και ενώ αυτά συμβαίνουν, το παλιό κτηριακό απόθεμα -η συντριπτική πλειονότητα αυτού που κατοικούμε- μένει ανέγγιχτο. Χωρίς μόνωση, χωρίς θερμοδιακοπή, χωρίς έξυπνες σκιάσεις, χωρίς τίποτα από αυτά που θα μπορούσαν να μειώσουν πραγματικά τη θερμική επιβάρυνση. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, που χρηματοδοτούνται εν πολλοίς από εθνικούς πόρους και ΕΣΠΑ, προχωρούν με ρυθμούς που δεν έχουν καμία αναλογία με το μέγεθος του προβλήματος.

Υπάρχει και η δημογραφική διάσταση. Μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να σχεδιάζει πόλεις σαν να κατοικούνται μόνο από νέους, υγιείς και οικονομικά ασφαλείς ανθρώπους. Και βέβαια, όπως σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, υπάρχει και η κοινωνική –ταξική διάσταση του νέου κλίματος. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι η νέα κοινωνική ανισότητα θα μετριέται και σε βαθμούς Κελσίου. Αλλιώς αντιμετωπίζει τον καύσωνα όποιος έχει μονωμένο σπίτι, σκιά, πράσινο και οικονομική δυνατότητα ψύξης, και αλλιώς όποιος ζει σε παλιό διαμέρισμα, σε πυκνοδομημένη γειτονιά, με τον λογαριασμό ρεύματος να λειτουργεί ως δεύτερος θερμοστάτης. Μια πόλη όμως που δίνει επιλογές σε όλους είναι μια πόλη κλιματικά άρα και κοινωνικά πιο δίκαιη.

Είναι ζήτημα πολιτικό

Αν φτάσατε μέχρι αυτήν την γραμμή, σημαίνει ότι δεν σας ενδιαφέρει μόνο το πραγματολογικό σκέλος του καύσωνα. Για το θέμα μπορεί κανείς να μάθει πολλά περισσότερα έχοντας πρόσβαση σε ένα κινητό.

Το ζήτημα είναι για εμάς εδώ, στην άκρη της βαλκανικής αλλά στο κέντρο της Μεσογείου, και πάλι πολιτικό. Όχι με τη στενή κομματική έννοια, αλλά με την πραγματική έννοια της λέξης –αφορά προτεραιότητες, πόρους, κανόνες, δημόσιο χώρο, κοινωνική δικαιοσύνη. Έχουμε κατανοήσει συλλογικά το μέγεθος της πρόκλησης; Έχουμε προχωρήσει σε αλλαγή προτεραιοτήτων; Μπορούμε να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τα πράγματα ή είμαστε ακόμη στην κρισιακή αντίληψη «ανάπτυξη να ’ναι και ό,τι να ’ναι»; Δική μου αίσθηση είναι πως κινούμαστε στο μεταίχμιο. Βλέπω πολλές πρωτοβουλίες, βλέπω στόχους φιλόδοξους, βλέπω προσπάθειες, αλλά δεν βλέπω μια οριζόντια κατανόηση και προσπάθεια. Βλέπω θύλακες προσπαθειών –δεν βλέπω ακόμη αλλαγή νοοτροπιών.

Το πρόβλημα με αυτό το επίπεδο συνειδητοποίησης και κινητοποίησης είναι καθαρά χρονικό. Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα ως έκτακτο συνθήκη και όχι ως μόνιμη πραγματικότητα, θα συνεχίσουμε σε έναν δρόμο επισφαλή έως επικίνδυνο. Το ερώτημα είναι ένα: αν προλαβαίνει να αλλάξει πριν οι πόλεις της γίνουν οριστικά αβίωτες τα καλοκαίρια. Προλαβαίνουμε;