Κόμμα - παράταξη
Η Νέα Δημοκρατία είναι κόμμα-παράταξη. Όχι απλώς κόμμα που επιβίωσε αλλά παράταξη που άντεξε - η διαφορά δεν είναι φιλολογική. Τα κόμματα επιβιώνουν με μηχανισμούς, με δίκτυα, με προνομιακή εκπροσώπηση και συμμαχίες με ομάδες πίεσης και συμφερόντων, με τακτικά διλήμματα, εφήμερα προγράμματα και πολιτικές στοχεύσεις. Οι παρατάξεις αντέχουν επειδή φέρουν κάτι που ξεπερνά τα πρόσωπα και τις συγκυρίες. Μια αίσθηση «ανήκειν», μια πολιτική ταυτότητα που δεν διαλύεται με κάθε αλλαγή αρχηγού ή με κάθε εκλογική ήττα. Η ανθεκτικότητα της ΝΔ βέβαια δεν προέκυψε μόνο από τις δικές της επιτυχίες. Προέκυψε και από τις λανθασμένες επιλογές των αντιπάλων της — κάτι που ένα κόμμα έξυπνο πρέπει να αναγνωρίζει και να κατανοεί.
Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ένας από τους βασικούς πυλώνες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Παράταξη λαϊκή, με ρίζες στον προπολεμικό και στον μεταπολεμικό κόσμο, με ισχυρή παρουσία στην ελληνική επαρχία, στην αυτοδιοίκηση, στους παραγωγικούς κλάδους — στις οικογένειες που διαμόρφωσαν τον μεταπολεμικό κοινωνικό συντηρητισμό αλλά και τον μεταπολιτευτικό ευρωπαϊσμό.
Μεγάλες εθνικές επιλογές και μεγάλες ευθύνες
Ως παράταξη, σχετίζεται με μεγάλες επιλογές του ελληνισμού που δικαιώθηκαν. Δύση έναντι Ανατολής, Ευρώπη έναντι θολών εναλλακτικών, κοινοβουλευτική ομαλότητα έναντι περιπέτειας. Αυτές δεν είναι απλές εκλογικές νίκες – είναι περισσότερο ιστορικές τοποθετήσεις. Και στην πολιτική, οι μεγάλες επιλογές μετρούν περισσότερο από την μικροδιαχείριση – επίσης άλλο ένα στοιχείο που νοηματοδοτεί τη διαφορά κόμματος και παράταξης. Η δεύτερη είναι το συλλογικό υποκείμενο των ιστορικών τοποθετήσεων. Αυτό το στοιχείο που αγνοεί για παράδειγμα το κομματικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. σήμερα και για αυτό δεν μπορεί να κατευθυνθεί προς μια παραταξιακή ατραπό.
Βαρύνεται όμως, ταυτόχρονα, με σημαντικές αποτυχίες. Κυρίαρχη, η ελληνική χρεοκοπία του 2009-2010 αλλά και η εγγενής αδυναμία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες για ανάπτυξη και θεσμική ωρίμανση — ευθύνη που μοιράζεται με το μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. Κανείς από τους δύο μεγάλους πυλώνες της Μεταπολίτευσης δεν βγαίνει στεγνός από αυτή την ιστορική πλημμυρίδα.
Δομικά υλικά αντοχής
Αυτό ακριβώς όμως κάνει τη συζήτηση για τη ΝΔ σήμερα πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή εκλογική ανάλυση. Μιλάμε για έναν πολιτικό οργανισμό που έχει περάσει από μισό αιώνα ζωής, έχει δει αρχηγούς να αλλάζουν και κόμματα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα στον ίδιο εκλογικό κύκλο. Κι όμως η ανθεκτικότητά της είναι αξιοσημείωτη. Η ΝΔ άντεξε επειδή δεν ήταν ποτέ μόνο το άθροισμα των ηγεσιών της παρά τη σχεδόν φεουδαρχική δομή της λειτουργίας της. Κάτω από τα πρόσωπα της ηγεσίας υπήρχε και υπάρχει μια μήτρα. Η κοινωνική βάση που αισθανόταν ότι ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο. Αυτό εξηγεί γιατί οι διασπάσεις δεν τη διέλυσαν, γιατί οι αποχωρήσεις ισχυρών στελεχών δεν έγιναν τέλος εποχής, γιατί ακόμα και οι ψηφοφόροι που απομακρύνθηκαν διατήρησαν την αίσθηση μιας δυνητικής επιστροφής στο κοινό σπίτι.
Μια άλλη ιδιότητά της ήταν πως -παρά το γεγονός ότι το μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. την πίεσε κοινωνικά και στελεχιακά και ιδεολογικά, κατάφερε να διατηρήσει σημαντικές λειτουργίες αφομοίωσης στελεχών από όμορους χώρους. Κατάφερε να ενσωματώνει στελέχη, ιδέες και ρεύματα από διαφορετικές αφετηρίες - από τη λαϊκή Δεξιά μέχρι τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό, από τον συντηρητικό πατριωτισμό μέχρι τον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό. Δεν το έκανε πάντα με θεωρητική καθαρότητα, ούτε με ιδεολογικά προαπαιτούμενα. Η ευρυχωρία της περισσότερο οφείλεται σε πολιτικό ένστικτο και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο χαρακτηριστικό της. Υπήρξε κόμμα πολιτικού ρεαλισμού και στην Ελλάδα της διαρκούς αστάθειας, αυτό αποδείχθηκε πολλές φορές ισχυρότερο από τα ιδεολογικά εγχειρίδια.
Σήμερα
Σήμερα πολλές από τις ανωτέρω λειτουργίες της και δυνατότητές της αμφισβητούνται. Συνεχίζει να αφομοιώνει και να ενσωματώνει στελέχη αλλά απομακρύνεται από τη λαϊκή ψυχή του μέσου διαχρονικού της ψηφοφόρου. Προηγείται δημοσκοπικά αλλά αυτό οφείλεται στην πρωτοφανή αδυναμία όλων των αντιπάλων της. Πετυχαίνει ορισμένους λειτουργικούς εκσυγχρονισμούς αλλά δεν μεταρρυθμίζει δομικά. Πετυχαίνει ανάπτυξη αλλά τη συνδυάζει με ανισότητα και κοινωνική δυσαρέσκεια. Συνεχίζει ως κόμμα του ρεαλισμού – του πραγματισμού και κατέχει τη μοναδική αντιπροσωπεία της «κυβερνησιμότητας» στη χώρα, αλλά η πολιτικής της ευρύτητα απομειώνεται.
Σημειώστε και κρατήστε επιπλέον το εξής. Στον ευρωπαϊκό χώρο οι μεταπολεμικές παρατάξεις αμφισβητούνται. Όχι μόνον οι συγκεκριμένες αλλά η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης παρατάξεων που θα απολαμβάνουν ποσοστά εκλογικής επιρροής στο 40% - 45% και πάνω, για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι του παρόντος.
Το κρίσιμο
Και τώρα πάμε στο πιο κρίσιμο ίσως. Eίναι η Νέα Δημοκρατία σε θέση να κάνει όλες εκείνες τις αναγκαίες μικρές και μεσαίες επιλογές που χρειάζεται η χώρα στον νέο ιστορικό και πολιτικό κύκλο; Έχει την εσωτερική συνοχή και δύναμη, την κοινωνική εμπιστοσύνη και την διαχειριστική επάρκεια να απαντήσει στην επόμενη μεγάλη πρόκληση; Πρόκληση που ίσως αυτή τη φορά να είναι δυσδιάκριτη συγκριτικά με εκείνες της εμφυλιακής συνθήκης ή της στρατηγικής ένταξης στην ΕΟΚ, αλλά σε κάθε περίπτωση υπαρκτή.
Ποια είναι αυτή η πρόκληση; Είναι πολλές μεσαίας κλίμακας που αθροιστικά σχηματοποιούν μία μεγαλύτερη, χωρίς όμως την δραματικότητα των στιγμών και την καθαρότητα της διακύβευσης. Αν θα μπορούσαμε να την αποτυπώσουμε περιγραφικά είναι η εξής: η χώρα χρειάζεται ένα τρομακτικό παραγωγικό, διοικητικό, πολιτισμικό, δημογραφικό και τεχνολογικό άλμα (ή μια σταθερή ανάλογη πορεία υψηλής έντασης) για να μπορέσει στοιχειωδώς να σταθεί στον 21ο αιώνα και να μην χάσει άλλο έδαφος. Οι προκλήσεις αυτές δεν απαντώνται με κυβερνήσεις κοινωνικής μειοψηφίας – χρειάζονται μεγαλύτερα σχήματα, συναινέσεις, νομιμοποίηση και κοινωνική αποδοχή.
Συγκεκριμένα προβλήματα
Τα προβλήματα είναι αρκετά και συγκεκριμένα - πλέον τίθενται με τρόπο ευδιάκριτο και πιεστικό. Αρκετά από αυτά τέθηκαν πρόσφατα στη συνεδριακή αίθουσα ακόμη και εντός ενός κομματικά πατριωτικού λόγου στελεχών, που δεν θα μπορούσαν για δικούς τους λόγους να αγνοήσουν. Αγοραστική δύναμη, στέγη, ανισότητες, περιφερειακή υποχώρηση, δημογραφική καταβαράθρωση – μέτρια έως χαμηλή απόδοση οικονομικών εισροών, ζητήματα θεσμικής τάξης και μερική μετεξέλιξη του παραγωγικού μοντέλου – σε αυτά λίγο πολύ όλοι συμφωνούν.
Αν δεν απαντηθούν αυτά, θα μεταμορφωθούν και θα αναχθούν από προβλήματα της περιόδου σε δομική υστέρηση που ναρκοθετεί την πορεία μας στον αιώνα. Από μεσαία θα γίνουν μεγάλα – θα βαρύνουν περισσότερο. Ήδη μετράμε μια γεμάτη πενταετία που παρατηρούνται στον δημόσιο λόγο και το χειρότερο είναι ότι δεν διαφαίνεται προοπτική επίλυσής τους.
Μπορεί; Υπό προϋποθέσεις
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πίσω του μια δεκαετή δημοσκοπική κυριαρχία πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα και μια σοβαρή πιθανότητα τρίτης διαδοχικής εκλογικής νίκης, επίσης πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτή η πρωτοκαθεδρία δεν ήταν αυτονόητη και ας μη λογίζεται εύκολη. Ανασυγκρότησε ένα κόμμα που είχε υποστεί τη φθορά της χρεοκοπίας αλλά και της μνημονιακής περιόδου, το διεύρυνε προς το Κέντρο, το έκανε εκ νέου φυσικό εκφραστή της κυβερνησιμότητας. Η πολιτική δεν είναι μόνο το σωστό πρόγραμμα — είναι και η ικανότητα να φαίνεσαι ως ο φυσικός διαχειριστής της εξουσίας.
Η ΝΔ έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να σπαταλήσει - ιστορικό βάθος, παραταξιακή συνείδηση, κυβερνητική εμπειρία, κοινωνική γείωση και πολιτικό ρεαλισμό. Έχει όμως και μια υποχρέωση - να μην εγκλωβιστεί στη βεβαιότητα ότι «στο τέλος πάλι σε εμάς θα έρθουν». Ακόμα και να έρθουν, η χώρα θα μείνει από ανάσες.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η ΝΔ υπήρξε μεγάλη παράταξη. Υπήρξε. Ούτε αν άντεξε στον χρόνο. Άντεξε. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να πει στην ελληνική κοινωνία γιατί χρειάζεται να συνεχίσει να υπάρχει ως δύναμη προοπτικής - και όχι απλώς ως δύναμη διαχείρισης. Αυτό πρέπει να απαντήσει. Αν δεν το κάνει, αργά ή γρήγορα θα ηττηθεί. Εξάλλου οι νίκες με ποσοστά γύρω στο 25% όσων εν τέλει φτάνουν στην κάλπη είναι πύρρειες – δεν δημιουργούν συνθήκες ηγεμονίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου