Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεματικό πάρκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεματικό πάρκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Πάρκο Παύλου Μελά: Μια δημοκρατική αλλαγή παραδείγματος, άρθρο στη VORIA στις 13/06/2026

 Μπορεί ένα πάρκο να αλλάξει τον χαρακτήρα μιας ολόκληρης περιοχής; Η αυθόρμητη απάντηση είναι όχι. Οι πόλεις δεν αλλάζουν με ένα έργο, όσο μεγάλο και αν είναι αυτό. Αλλάζουν με σχέδιο, υποδομές, μεταφορές, δημόσιες πολιτικές, επενδύσεις, επιμονή και κυρίως με μια κοινωνία που καταλαβαίνει τι της συμβαίνει και τι μπορεί να διεκδικήσει. Υπάρχουν όμως έργα που δεν εξαντλούνται στα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, ούτε στη λειτουργική βελτίωση της καθημερινότητας. Μαζί με τις υπαρκτές, αντικειμενικές ωφέλειες σηματοδοτούν μια τομή. Turning point που λέμε. Είναι έργα που επιτρέπουν σε έναν τόπο και στους ανθρώπους του να κοιτάξουν λίγο-λίγο πιο αισιόδοξα τον εαυτό τους, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι, επειδή πήγα σχολείο και μεγάλωσα στη γειτονιά της Σταυρούπολης, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι και τα 00s, με νοητό αλλά και διοικητικό σύνορο τότε το στρατόπεδο Παύλου Μελά, αντιμετωπίζω το ζήτημα λίγο πιο ρομαντικά. Στις λίγες φορές που εκκλησιαζόμουν, θυμάμαι να περνώ την πύλη του στρατοπέδου, να κατευθύνομαι στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας και να χαιρετώ – πιτσιρίκι τότε – τους φαντάρους. Θυμάμαι τον μαντρότοιχο που χώριζε έναν θύλακα άδειου χώρου από την υπόλοιπη πόλη. Οπότε χθες, περνώντας τις νέες εισόδους στην τελετή των εγκαινίων του Πάρκου, ένιωσα μια μικρή συγκίνηση. 

Το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια τέτοια περίπτωση έργου που, δυνητικά, είναι πολλά περισσότερα. Για τον δήμο Παύλου Μελά, για τη δυτική Θεσσαλονίκη, για τις γενιές των πολλών καλών λαϊκών ανθρώπων που μεγάλωσαν σε ένα μη προνομιούχο τμήμα της πόλης, για τις μνήμες της εργατιάς και της προσφυγιάς, ριζωμένες δεκαετίες εδώ, που ακόμη αναμένουν και ελπίζουν, για τον ωκεανό των μικρομεσαίων στρωμάτων που διατηρούν δημογραφική και δημιουργική δύναμη, για εκείνους που το οραματίστηκαν, το διεκδίκησαν, το πάλεψαν. Και για εκείνους που δεν το πρόλαβαν – γιατί τα χρόνια, δυστυχώς, από το όραμα στην υλοποίηση είναι πολλά. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Αλλά και για ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα, το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι πολλά περισσότερα από ένα πάρκο.

Image


Είναι αλήθεια ότι η δυτική Θεσσαλονίκη έμαθε για πολλά χρόνια να ζει με λιγότερα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερους δημόσιους χώρους, λιγότερες μεγάλες υποδομές, λιγότερη φροντίδα στην εικόνα, λιγότερη συμμετοχή στις μεγάλες αφηγήσεις της πόλης. Δεν πρόκειται για ένα αβάσιμο και τοπικιστικό αίσθημα αδικίας, αλλά για μια αστική, κοινωνική/ταξική, γεωγραφική και αναπτυξιακή πραγματικότητα που τη βλέπεις στον χάρτη, την περπατάς στους δρόμους, την αντιλαμβάνεσαι στις μετακινήσεις, στη θερμοκρασία του καλοκαιριού, στα σχολεία, στις πλατείες, στις αποστάσεις, στην καθημερινότητα.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, αρκετά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Έργα γίνονται, χρηματοδοτήσεις έρχονται, δήμοι κινούνται, η συζήτηση για τα δυτικά δεν είναι πια τόσο περιθωριακή όσο ήταν παλαιότερα. Αλλά η ανισορροπία και η ασυμμετρία παραμένουν. Ανισορροπία που δεν καλύπτεται με μία κορδέλα, με μία γιορτή ή με μία καλή φωτογραφία από ψηλά. Καλύπτεται με σταθερή επένδυση, συνειδητή προτεραιοποίηση, συστηματική προσπάθεια και ανάλογες χρηματοδοτήσεις. Καλύπτεται όταν ένα έργο γίνεται αφετηρία για περισσότερα έργα και όταν μετατρέπεται από μεμονωμένη επιτυχία σε νέα λογική.

Περιβαλλοντική σημασία

Το Πάρκο Παύλου Μελά έχει πρώτα απ’ όλα τεράστια περιβαλλοντική σημασία. Σε μια πόλη που δοκιμάζεται από την έλλειψη πρασίνου, από την αστική θερμική νησίδα, από την πυκνή δόμηση και από μια καθημερινή δυσφορία, ένας μεγάλος πράσινος χώρος δεν είναι πολυτέλεια, ούτε διακόσμηση. Είναι υποδομή, συμβολή στη δημόσια υγεία, ανάσα, σκιά, θερμική αποφόρτιση, ποιότητα ζωής και αστική ευφορία. Είναι ένας άλλος τρόπος να κατοικείς την πόλη. Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο, γιατί για χρόνια μιλούσαμε για το πράσινο σαν να είναι αισθητική προσθήκη. Ήταν λάθος. Στον 21ο αιώνα το πράσινο είναι σκληρή υποδομή ανθεκτικότητας. Όπως είναι οι δρόμοι, τα δίκτυα, οι συγκοινωνίες, τα σχολεία. Μια πόλη χωρίς πράσινο είναι πιο ζεστή, πιο κουραστική. Ανυπόφορη.

Το Πάρκο Παύλου Μελά, λοιπόν, είναι μια πρώτη κατάφαση. Οι δυτικές συνοικίες δικαιούνται μεγάλο, ποιοτικό, δημόσιο πράσινο δημόσιο χώρο. Όχι ό,τι περισσεύει, όχι ένα παρτέρι ανάμεσα σε δρόμους, όχι μικρές ανάσες που απλώς μετριάζουν την ασφυξία. Είναι ένας χώρος αναφοράς που μπορεί να ικανοποιήσει οικογένειες, παιδιά, ηλικιωμένους, νέους, πολιτιστικές δράσεις, σχολικές επισκέψεις, περιπάτους, μνήμες, αθλητισμό, ζωή.

Το Πάρκο είναι κοινωνική δικαιοσύνη

Μια πόλη χωρίς πράσινο και χωρίς δημόσιους χώρους αξιώσεων είναι καταφανώς και μια πόλη πιο άδικη. Γιατί οι πρώτοι που πληρώνουν την έλλειψη δημόσιου χώρου είναι εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν την ιδιωτική του εκδοχή: το σπίτι με τον κήπο, το εξοχικό, την αυλή, τη δυνατότητα διαφυγής. Η κοινωνική λοιπόν διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η δυτική Θεσσαλονίκη είναι ένας τόπος λαϊκός, εργατικός, μικρομεσαίος, πυκνός, ζωντανός. Με οικογένειες που έστησαν τη ζωή τους γύρω από δουλειές, βάρδιες, μικρά μαγαζιά, δημόσιες υπηρεσίες, προσφυγικές μνήμες, μετακινήσεις και καθημερινό αγώνα. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται – δικαιούμαστε – το αυτονόητο. Να μπορούν να περπατήσουν σε έναν όμορφο χώρο, να πάνε το παιδί τους κάπου χωρίς να πρέπει να διασχίσουν τη μισή πόλη και να πληρώσουν εισιτήριο. 

Με δυο λόγια το Πάρκο είναι δημοκρατία. Είναι αντιστροφή της ολιγαρχικής διάρθρωσης του χώρου – για όλους, δωρεάν, κάτι ποιοτικό και προσβάσιμο. Βλέπετε σε κάτι δυστοπικές ταινίες του Χόλιγουντ – αλλά δυστυχώς και σε αρκετά μέρη του κόσμου – το χωρικό μέλλον; Περίκλειστοι θύλακες υπεραπολαύσεων και χυδαίας υπερκατανάλωσης και, έξω από τα τείχη, αστικές χαβούζες και υποβάθμιση. Ο ποιοτικός δημόσιος χώρος είναι στον αντίποδα αυτού του μέλλοντος. Και συν τοις άλλοις είναι και στη δική μας παράδοση, την αρχαία ελληνική, την ευρωπαϊκή, τη νεωτερική. Η δική μας πολιτική και πολιτιστική διαδρομή στον ιστορικό χρόνο οφείλει να περιβάλλει με ηθική απαξία την ιδιωτικοποίηση του δημοσίου χώρου, των δημοσίων αγαθών, το «κλειστό» και το ιεραρχικά περιφραγμένο.

Αναπτυξιακή διάσταση

Υπάρχει όμως και η αναπτυξιακή διάσταση. Ας μη φοβόμαστε τη λέξη. Ένας μεγάλος ποιοτικός δημόσιος χώρος παράγει αξία. Όχι μόνο οικονομική, αν και παράγει και τέτοια. Παράγει ενδιαφέρον, επισκεψιμότητα, νέες χρήσεις, ήπιες δραστηριότητες, τοπική κινητικότητα, πολιτιστικό κεφάλαιο. Μπορεί να αλλάξει τη σχέση μιας περιοχής με την υπόλοιπη πόλη. Μπορεί να κάνει ανθρώπους που δεν είχαν λόγο να έρθουν δυτικά, να έρθουν. Και αυτό, αν σχεδιαστεί σωστά, μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.

Εδώ χρειάζεται σοβαρότητα. Η ανάπτυξη γύρω από το πάρκο δεν πρέπει να γίνει με τη λογική του «ό,τι να ’ναι, αρκεί να κινηθεί η αγορά». Δεν χρειάζεται η δυτική Θεσσαλονίκη μια πρόχειρη εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου της. Χρειάζεται ισορροπημένη αναβάθμιση. Μικρή επιχειρηματικότητα, πολιτιστικές χρήσεις, μουσειακές λειτουργίες, ποιοτική εστίαση εκεί που πρέπει, διαδρομές, σύνδεση με τις γειτονιές, σεβασμός στη μνήμη του χώρου. Αν το πάρκο γίνει απλώς αφορμή για τσιμέντο γύρω του, θα έχουμε χάσει το νόημα. Αν γίνει αφορμή για ένα νέο αστικό οικοσύστημα, τότε μπορεί να αλλάξει πραγματικά τα πράγματα.

Αυτοπεποίθηση και συλλογική αισιοδοξία

Το συμβολικό του βάρος ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η δυτική Θεσσαλονίκη για δεκαετίες είχε συνηθίσει να βλέπει τα καλά να συμβαίνουν αλλού. Στο κέντρο, στην παραλία, στα ανατολικά, σε περιοχές που η πόλη είχε μάθει να θεωρεί πιο «ελκυστικές», πιο «φωτογενείς». Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να γίνει ένα σημείο αυτοπεποίθησης. Δηλαδή της ήρεμης βεβαιότητας ότι αυτός ο τόπος έχει δυνατότητες, έχει αξία, έχει δικαίωμα στα μεγάλα. Και αυτό δεν είναι καθόλου δευτερεύον, γιατί μια κοινωνία που αλλάζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της, αλλάζει και τον τρόπο που διεκδικεί. Το Πάρκο είναι η δραστική ουσία που νικά την ασθένεια της παγίωσης χαμηλών προσδοκιών. Μπορεί να γίνει αφετηρία πολλών και σοβαρών νέων διεκδικήσεων, τεκμηριωμένων, αναγκαίων και καθυστερημένων στον ιστορικό πλέον χρόνο.

Από εδώ αρχίζει η δύσκολη συζήτηση. Το Πάρκο Παύλου Μελά δεν πρέπει να γίνει το άλλοθι για να πούμε ότι η δυτική Θεσσαλονίκη «τακτοποιήθηκε». Δεν τακτοποιήθηκε. Έχει ανάγκη από πολλά ακόμη. Από μετρό προς τα δυτικά, όχι ως ευχή για κάποτε, αλλά ως κεντρική προτεραιότητα του συγκοινωνιακού μέλλοντος της πόλης. Από καλύτερο ΟΑΣΘ, από διαδημοτικές συνδέσεις, από ασφαλείς πεζές και ποδηλατικές διαδρομές προς το πάρκο. Από σχολικές υποδομές, αθλητικούς χώρους, αναπλάσεις γειτονιών, αντιπλημμυρικά έργα, καθαριότητα, φωτισμό, ασφάλεια.

Έχει ανάγκη επίσης από μια μεγάλη συζήτηση για το Καρατάσιου, για τις πρώην βιομηχανικές εκτάσεις, για τους ανενεργούς δημόσιους χώρους, για το πώς μπορεί η δυτική πλευρά να γίνει όχι απλώς τόπος κατοικίας, αλλά τόπος προοπτικής. Με δουλειές, πολιτισμό, εκπαίδευση, υγεία, καινοτομία, δημόσιο χώρο. Με δυο λόγια, να πάψει να αντιμετωπίζεται ως η πίσω αυλή της Θεσσαλονίκης και να ενταχθεί στον κεντρικό αναπτυξιακό χάρτη της.

Αφετηρία

Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να αλλάξει τον χαρακτήρα της δυτικής Θεσσαλονίκης μόνο αν δεν μείνει μόνο του. Αν συνδεθεί με ένα σχέδιο ευρύτερης στρατηγικής. Αν γύρω του χτιστεί μια νέα αφήγηση για την περιοχή. Μια αφήγηση που θα λέει «εδώ υπάρχει μια από τις μεγάλες ευκαιρίες της Θεσσαλονίκης». Η πραγματική του λοιπόν σημασία δεν είναι μόνο ότι δίνει περισσότερο πράσινο και ομορφαίνει μια περιοχή – το κάνει. Το βαθύτερο είναι ότι δείχνει πως η δυτική Θεσσαλονίκη μπορεί να ξεφύγει από τη νομοτέλεια της υστέρησης και να μεταμορφωθεί.

Το Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια αρχή. Και όπως όλες οι αρχές, έχει μέσα της και ενθουσιασμό και κίνδυνο. Ο ενθουσιασμός είναι να πιστέψουμε ότι κάτι αλλάζει. Ο κίνδυνος είναι να πιστέψουμε ότι άλλαξε ήδη. Δεν άλλαξε ακόμη. Άνοιξε όμως ένας δρόμος. Και τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα τον περπατήσουμε μέχρι τέλους ή αν θα αρκεστούμε στη φωτογραφία της πρώτης ημέρας.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Μύλος των Ξωτικών: Το freemium χριστουγεννιάτικο πάρκο που άλλαξε ολόκληρη την οικονομία των Τρικάλων, άρθρο στη VORIA στις 10/01/2025



Με το τέλος των γιορτών και την επιστροφή στην καθημερινότητα, η επίσκεψη στα Τρίκαλα και στον Μύλο των Ξωτικών αφήνει πίσω της σκέψεις που αξίζει να καταγραφούν. Φαντάζομαι οι περισσότεροι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται και πολύ πιθανόν να έχετε και εσείς επισκεφθεί τον «Μύλο» και τα Τρίκαλα σε περίοδο Χριστουγέννων. Ένα πρώτο σχόλιο και ταυτόχρονα η αφορμή αυτού του σημειώματος είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό και απολύτως επιτυχημένο project που έχει επηρεάσει θετικά την ευρύτερη περιοχή. Ο Μύλος των Ξωτικών είναι ένα case study τοπικής ανάπτυξης - ένα χριστουγεννιάτικο προϊόν που έχει εξελιχθεί σε μηχανή επισκεψιμότητας, κατανάλωσης και εποχικής απασχόλησης.

Τι είναι ο Μύλος των Ξωτικών;

Αρχικά, να το παρουσιάσουμε σε λίγες γραμμές. Στα Τρίκαλα είχαν έναν πολύ ωραίο και καλά διατηρημένο μύλο – τον Μύλο Ματσόπουλου. Ένα μνημειώδες βιομηχανικό κτήριο που λειτούργησε από το 1884 μέχρι το 1984, ως ο πρώτος βιομηχανικός αλευρόμυλος στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος στα Βαλκάνια. Άξιο λόγου το γεγονός ότι διατηρεί όλον τον μηχανολογικό εξοπλισμό του ακέραιο στη θέση του, γεγονός που προστίθεται στην μοναδική αξία του καλοδιατηρημένου κελύφους. 

Το 1977, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Τρικκαίων με γενναιόδωρη δωρεά του ιδιοκτήτη του. Το 1995 με σχετική απόφαση του ΥΠΠΟ χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο το κτιριακό συγκρότημα «Μύλος Ματσόπουλου» με τα βοηθητικά κτίσματα, τον μανδρότοιχο και τον περιβάλλοντα χώρο. Ακολούθησαν εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης του κτηριακού συγκροτήματος. 

Κάπου εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η πολιτική ηγεσία της πόλης, βλέποντας την επιτυχία του Χριστουγεννιάτικου Χωριού στη Δράμα «Ονειρούπολη» καλεί τους συντελεστές του να κάνουν το ίδιο και στα Τρίκαλα. Ο τότε δήμαρχος Τρικκαίων, Χρήστος Λάππας (2010-2014), κινητοποιεί πόρους και δυνάμεις και ο Μύλος των Ξωτικών ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του ως χριστουγεννιάτικο πάρκο τον Δεκέμβριο του 2011. Οργανωτικά το πάρκο αυτό το λειτουργεί ο Δήμος Τρικκαίων και η δημοτική αναπτυξιακή e-Trikala Α.Ε. (διοργάνωση/λειτουργία), όπως προκύπτει και από επίσημες δημοτικές αναρτήσεις και ανακοινώσεις.

Επιτυχημένο παράδειγμα θεματικού τουρισμού πόλης

Για το αισθητικό κομμάτι του Μύλου, για το πόσο άρτια στημένος είναι, πόσο όμορφοι και φιλικοί είναι οι χώροι του, ενδιαφέρουσες οι δραστηριότητες εντός του, η δομή και η φιλοσοφία του, αλλά και οι διάφορες πρόνοιες που το καθιστούν μια κορυφαία επιλογή εντός Ελλάδας για χριστουγεννιάτικη εξόρμηση, ο καθείς μπορεί να έχει μια υποκειμενική άποψη. Οι αριθμοί όμως και η ίδια η οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί είναι αντικειμενική και λέει πολλά. 

Το project Μύλος των Ξωτικών μπορεί να χαρακτηριστεί freemium (free + premium) που σημαίνει ότι λειτουργεί με ένα μεικτό μοντέλο πρόσβασης. Η βασική εμπειρία είναι δωρεάν ενώ οι επιπλέον υπηρεσίες και εμπειρίες επί πληρωμή. Το γεγονός ότι δεν έχει εισιτήριο είναι κομβικό σημείο όχι μόνο για την επιτυχία και την επισκεψιμότητα αλλά για όλη την τοπική οικονομία. 

Η πραγματική του επιτυχία δεν αποτυπώνεται μόνο στη δημοφιλία του ή στις εντυπώσεις των επισκεπτών, αλλά κυρίως στα μετρήσιμα οικονομικά του αποτελέσματα για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Πέρυσι (2024–2025), ο Μύλος των Ξωτικών υποδέχθηκε πάνω από 1.200.000 επισκέπτες σε διάστημα περίπου 40 ημερών. Πρόκειται για έναν αριθμό εξαιρετικά υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα, που μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες ημερησίως, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα και τις περιόδους αιχμής. Η επισκεψιμότητα αυτή δεν περιορίζεται σε κατοίκους της Θεσσαλίας, αλλά αφορά επισκέπτες από όλη την Ελλάδα, γεγονός που αλλάζει ποιοτικά το αποτύπωμα της διοργάνωσης. Πρόκειται για εθνικής εμβέλειας τουριστικό προϊόν. 

Διαμονή – εστίαση – τοπική αγορά

Κατά την περίοδο λειτουργίας του Μύλου οι πληρότητες των ξενοδοχειακών μονάδων στα Τρίκαλα κινούνται σταθερά άνω του 90–95%, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα. Ταυτόχρονα παρατηρείται αύξηση των τιμών διανυκτέρευσης σε σχέση με άλλες περιόδους του έτους, χωρίς να επηρεάζεται η ζήτηση. Η έλλειψη διαθέσιμων κλινών οδηγεί μέρος της ζήτησης σε όμορους δήμους και περιοχές, επεκτείνοντας το οικονομικό αποτύπωμα πέρα από τα στενά όρια της πόλης. Με δυο λόγια, ο Μύλος μετατρέπει τα Τρίκαλα σε χειμερινό προορισμό πλήρους πληρότητας, κάτι που ελάχιστες ελληνικές πόλεις καταφέρνουν εκτός θερινής περιόδου.

Η αυξημένη επισκεψιμότητα βέβαια αποτυπώνεται άμεσα στην εστίαση (καφέ, εστιατόρια, ταχυφαγεία), στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες μετακίνησης και αναψυχής. Καταστήματα που σε άλλες περιόδους κινούνται σε χαμηλούς ρυθμούς, την περίοδο του Μύλου καταγράφουν πολλαπλάσιους ημερήσιους τζίρους, με αυξημένη κατανάλωση από επισκέπτες που παραμένουν στην πόλη για μία ή περισσότερες ημέρες. Η λειτουργία του Μύλου δεν απορροφά την κατανάλωση εντός του χώρου του - αντίθετα, λειτουργεί ως μηχανισμός διάχυσης της ζήτησης στην τοπική αγορά.

Θέσεις εργασίας και οικονομικό όφελος

Σε επίπεδο απασχόλησης είναι δεδομένο ότι δημιουργούνται εκατοντάδες άμεσες θέσεις εποχικής εργασίας (διοργάνωση, λειτουργία, φύλαξη, τεχνική υποστήριξη, δραστηριότητες) ενώ παράλληλα, ενισχύεται σημαντικά η έμμεση απασχόληση σε ξενοδοχεία, εστίαση, εμπόριο και μεταφορές. Οι συνολικές αμοιβές προσωπικού για τη διοργάνωση ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, που διοχετεύονται άμεσα στην τοπική οικονομία. Όλα αυτά για μια πόλη μεσαίου μεγέθους, σημαίνουν πραγματικό εισόδημα, όχι θεωρητικό όφελος. 

Το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα σύμφωνα με τους επίσημους απολογισμούς της διοργάνωσης, στην τοπική οικονομία εκτιμάται σε περίπου 3 εκατ. ευρώ ετησίως, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία της διοργάνωσης, την κατανάλωση επισκεπτών, τις διανυκτερεύσεις, τη διεύρυνση της εμπορικής δραστηριότητας. Ακόμη κι αν κάποιος κρατήσει επιφυλάξεις για τον ακριβή υπολογισμό του συνολικού τζίρου, το βασικό συμπέρασμα δεν αλλάζει -  το όφελος είναι πολλαπλάσιο του κόστους και αφορά ολόκληρη την τοπική οικονομία. Το όφελος μάλιστα διαχέεται και αρκετά χιλιόμετρα έξω από τα Τρίκαλα καθώς γύρω περιοχές και επιχειρήσεις υποδέχονται επισκέπτες. 

Πολιτική οραματική αλλά και ρεαλιστική

Το πραγματικά ενδιαφέρον αυτού του case study είναι πως μια πόλη, χωρίς καμία χριστουγεννιάτικη παράδοση, κατάφερε να αναδειχθεί σε κορυφαίο προορισμό με πολλαπλά οφέλη. Πως από την σύλληψη μιας ιδέας πέρασε στην αξιοποίηση ενός ιστορικού κελύφους και κατάφερε να είναι συνεπής σε υψηλά λειτουργικά standards για 15 συναπτά έτη, δημιουργώντας παράδοση.

Και βέβαια, όποιος έχει επισκεφθεί τα Τρίκαλα θα καταλάβει ότι δεν είναι μόνον ο Μύλος των Ξωτικών αξιόλογος αλλά μια συλλογική (μάλλον) κουλτούρα που διαπερνά οριζόντια τους πάντες εκεί. Η πόλη στα κεντρικά της σημεία είναι καθαρή, στολισμένη, φωτισμένη. Τα γεφυράκια που ενώνουν τις δυο πλευρές της και ο Ληθαίος ποταμός που τη διαπερνά, προσδίδουν έναν ευρωπαϊκό αέρα και αναδεικνύουν την αρετή της ευταξίας, της φροντίδας και της συλλογικής προσπάθειας. Ακόμη και αυτή η οδηγική συμπεριφορά διαφέρει – προτεραιότητα εκεί έχει ο πεζός.

Ιδέες που εφαρμόζονται

Επιστρέφω πολλά χρόνια πίσω και ανασύρω από την μνήμη μου ένα βιβλίο που είχε γράψει η Άννα Διαμαντοπούλου το μακρινό 2006, «Η Έξυπνη Ελλάδα». Σε εκείνο λοιπόν το βιβλίο – εάν δεν κάνω λάθος- η συγγραφέας μεταξύ άλλων πρότεινε την δημιουργία θεματικών πάρκων ως ένα σχετικά εφικτό για τις οικονομικές και οργανωσιακές μας δεξιότητες και δυνατότητες εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης. Εάν επίσης θυμάμαι καλά, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές της συνεντεύξεις αναφέρονταν για παράδειγμα στην Αρχαία Ολυμπία και στη δυνατότητα πάρκου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή στην Πιερία, στους πρόποδες του Ολύμπου για το παγκοσμίως γνωστό Δωδεκάθεο κ.ο.κ. 

Ψάχνοντας λίγο το πολιτικό προφίλ του τότε δημάρχου Τρικκαίων Χρήστου Λάππα, είδα ότι πολιτικά προέρχονταν ή απολάμβανε τη στήριξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ και μάλιστα στις τελευταίες εσωκομματικές εκλογές του κόμματος αυτού, στήριξε ο ίδιος την υποψηφιότητα της Άννας Διαμαντοπούλου. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί τα γράφω αυτά και τι σχέση έχουν με το θέμα μας. Έχουν σχέση απόλυτη. Οφείλω βέβαια να πω ότι ειδικά για τα Τρίκαλα, λέγεται ότι και ο προκάτοχος του κ. Λάππα, ο κ. Ταμήλος ήταν ένας καλός δήμαρχος και ο κ. Παπαστεργίου μετά, επίσης καλός. Η επιτυχία των Τρικάλων δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν δήμαρχο ούτε σε μία μόνη θητεία. 

Εάν όμως υπάρχει κάποια συσχέτιση όλων όσων με 2-3 απλές αναζητήσεις στην Google ανέσυρα και όσων θυμάμαι από τον πολιτικό λόγο προσώπων, καταλήγω στο συμπέρασμα πως υπάρχουν πολλές, ώριμες και ρεαλιστικές ιδέες στο δημόσιο διάλογο. Ιδέες που μπορούν σχετικά εύκολα να μετασχηματιστούν από όραμα σε πράξη και να αλλάξουν την μοίρα ενός τόπου. Ο προϋπολογισμός του Μύλου των Ξωτικών δεν ξεπερνά το 1,5 εκ ευρώ ετησίως - δεν είναι απαγορευτικός. Υπό κανονικές συνθήκες θα πρότεινα σε κάθε δήμαρχο να αναζητήσει την τεχνογνωσία αυτή και αύριο το πρωί να τη μεταφέρει στον τόπο του. 

Παράδειγμα προς μίμηση 

Κάθε γωνιά της χώρας μας έχει μια δική της ιστορία να διηγηθεί. Ιστορία που πολλές φορές ξεπερνά και τα σύνορά μας – με λίγη βοήθεια μπορεί να καταστεί παγκόσμια (Ολυμπιακοί, δωδεκάθεο, Μέγας Αλέξανδρος, Ελληνική Μυθολογία, Σπάρτη, Δημοκρατία, Περσικοί Πόλεμοι κ.ο.κ). Κάθε γωνιά και πόλη έχει επίσης σημαντικό κτηριακό απόθεμα – ανενεργό. Αρκεί να σκεφτούμε έξυπνα, να κινητοποιήσουμε τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, να φροντίσουμε τα project να ωφελούν τους πολλούς – τα οφέλη να διαχέονται και να μην συγκεντρώνονται σε λίγους. Αρκεί να μείνουμε συνεπείς σε ορισμένες επιχειρηματικές αρχές – υπερβαίνοντας την τσαπατσουλιά της δημόσιας διαχείρισης. 

Το μαράζωμα δεν είναι νομοτέλεια. Είναι αποτέλεσμα απουσίας ιδεών ή –συχνότερα– απουσίας πίστης ότι μπορούν να εφαρμοστούν. Ο Μύλος των Ξωτικών δείχνει ότι όταν μια ιδέα πατά στην ταυτότητα του τόπου, οργανώνεται σοβαρά και υπηρετεί τους πολλούς, μπορεί να αλλάξει την οικονομία μιας ολόκληρης περιοχής. Το ερώτημα δεν είναι αν γίνεται. Είναι γιατί δεν γίνεται συχνότερα.