Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Πότε αλλάζει μια πόλη; άρθρο στη VORIA στις 11/07/2026



Το σύνθημα «η πόλη αλλάζει» έχει φθαρεί από τη χρήση. Η Θεσσαλονίκη αλλάζει. Η Αθήνα αλλάζει. Ο Πειραιάς αλλάζει. Το Ηράκλειο αλλάζει. Κάθε δήμαρχος, κάθε υποψήφιος δήμαρχος, κάθε διοίκηση που θέλει να εμφανιστεί κινητική, αποτελεσματική και αισιόδοξη, καταφεύγει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτήν τη φράση. Λογικό. Είναι σύντομη, εύκολη, θετική, χωράει σε αφίσα, βίντεο, σε προεκλογικό φυλλάδιο και σε ανάρτηση στα social media. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στο ίδιο το σύνθημα αλλά σε αυτό που υποδηλώνει. Για να το χρησιμοποιούν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος και θητείας, σημαίνει ότι όλοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει ένα πάνδημο αίτημα αλλαγής. Και όταν λέμε αλλαγή, σχεδόν πάντα εννοούμε βελτίωση. Κανείς δεν ζητά να αλλάξει η πόλη του προς το χειρότερο. Ζητά να γίνει πιο λειτουργική, πιο όμορφη, πιο ασφαλής, πιο δίκαιη, πιο ανθεκτική, πιο φιλόδοξη. Άρα πίσω από το πολυφορεμένο σύνθημα υπάρχει κάτι πραγματική κοινωνική ανάγκη.

Αν όμως απογυμνώσουμε τη φράση από το προεκλογικό ή αυτοδιοικητικό της περιτύλιγμα, πρέπει να απαντήσουμε στο δύσκολο ερώτημα. Πότε αλλάζει πράγματι μια πόλη; Με ποιον τρόπο; Με ποια έργα; Με ποιες ιεραρχήσεις; Και κυρίως, με ποιους πόρους; Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η Ελλάδα πέρασε μια δεκαπενταετία μεγάλης οικονομικής καθίζησης, δημοσιονομικής ασφυξίας και επενδυτικής αδράνειας. Η χρεοκοπία άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό στις επενδύσεις στις υποδομές, στη συντήρηση, στα δίκτυα, στα δημόσια κτίρια, στην ιδιωτική οικονομία, στα εισοδήματα, στην αυτοπεποίθηση. Οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την αλλαγή μιας πόλης πρέπει να ξεκινά από αυτήν την παραδοχή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τα πάντα. Άρα οφείλουμε να ιεραρχήσουμε. Η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου πρέπει να επιλέξεις. Αν τα κάνεις όλα ίδια, τελικά δεν επιλέγεις τίποτα.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης.

Μια πόλη δεν αλλάζει με αναπλάσεις πεζοδρομίων και μικρών πάρκων. Μπορεί να βελτιώνεται, μπορεί να γίνεται πιο αξιοβίωτη, πιο φιλική, λιγότερο ενοχλητική στην καθημερινότητα του κατοίκου. Και αυτό δεν είναι λίγο. Για τον ηλικιωμένο που σκοντάφτει στο σπασμένο πεζοδρόμιο, το πεζοδρόμιο δεν είναι μικρό έργο. Για τον γονιό που θέλει μια καθαρή παιδική χαρά, η παιδική χαρά δεν είναι λεπτομέρεια. Για τον επαγγελματία που βλέπει τον δρόμο έξω από το κατάστημά του παρατημένο, η στοιχειώδης φροντίδα του δημόσιου χώρου έχει αξία. Όμως άλλο η βελτίωση της καθημερινότητας και άλλο η αλλαγή κατηγορίας μιας πόλης. Με τα πεζοδρόμια η πόλη γίνεται πιο αξιοβίωτη. Με τα παγκάκια γίνεται πιο φιλική. Με τις ασφαλτοστρώσεις λιγότερο εκνευριστική. Αλλά δεν αλλάζει ιστορική τροχιά. Η πόλη αλλάζει όταν παίρνει μεγάλες αποφάσεις για τον χώρο της. Όταν δεν αναπλάθει απλώς τετραγωνικά μέτρα, αλλά αναδιατάσσει χρήσεις, λειτουργίες και δυνατότητες. Η Θεσσαλονίκη θα αλλάξει περισσότερο από μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση στη ΔΕΘ ή από ακόμη μερικές σημειακές παρεμβάσεις στο κέντρο; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα δίκτυο μητροπολιτικών πάρκων στα πρώην στρατόπεδα ή από μικρές πλατείες χωρίς συνοχή; Θα αλλάξει περισσότερο από ένα ενιαίο παραλιακό μέτωπο από το Αγγελοχώρι έως το Καλοχώρι ή από αποσπασματικές παρεμβάσεις που κάθε δήμος τις βλέπει μέχρι τα διοικητικά του όρια; Χρήσιμα τα μικρά, καθοριστικά όμως τα μεγάλα. Και επειδή οι πόροι δεν είναι άπειροι, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική αλλά απολύτως πρακτική. Το δίλλημα δεν είναι μικρά έργα έναντι μεγάλων –και οι δύο κλίμακες χρειάζονται. Πρέπει όμως να καταλαβαίνουμε τι πετυχαίνουμε με τις δύο αυτές επιλογές. Φτιάχνεις 2-3 πεζοδρόμια; Μπράβο σου. Η πόλη βελτιώνεται –δεν αλλάζει. Να είμαστε ακριβολόγοι.

Βέβαια εδώ πρέπει να πούμε παρενθετικά και μια ακόμη αλήθεια. Οι δήμαρχοι δεν έχουν τις περισσότερες φορές ούτε τα χρήματα ούτε τη διοικητική μηχανή, ούτε το πολιτικό κεφάλαιο ούτε και την αρμοδιότητα να προχωρήσουν στις μεγάλες αλλαγές. Αυτό μάλλον περισσότερο κυβερνητική υπόθεση είναι –όμως είναι αναμφίβολα μέρος/ βαθμίδα σημαντική της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και μπορούν να επηρεάσουν. Μπορούν να οριοθετήσουν προτεραιότητες, να τις καταστήσουν αίτημα και να τις διεκδικήσουν.

Η πόλη αλλάζει, δεύτερον, με τη συγκοινωνία. Μια πόλη όπου κάτοικοι και επισκέπτες δεν μπορούν να μετακινηθούν γρήγορα, με ασφάλεια, χαμηλό κόστος και προβλεψιμότητα, δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της σύγχρονο. Μπορεί να έχει κάποιες ωραίες πλατείες, νέα κτίρια, ανακαινισμένα μέτωπα, καφέ γεμάτα κόσμο και τουριστική κίνηση. Αν όμως για να πας από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη χρειάζεσαι καθημερινά υπομονή μοναχού του Αγίου Όρους, τότε κάτι θεμελιώδες δεν λειτουργεί. Και όταν λέμε «να πας, να μετακινηθείς, να φτάσεις» εννοούμε να πας παντού –και στο αεροδρόμιο και στα σημεία ενδιαφέροντος και στις οικιστικές ζώνες και γιατί όχι και λίγο παραέξω. Άρα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται συγκοινωνιακό χάρτη μητροπολιτικής λογικής. Μετρό, επεκτάσεις, δυτική Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά, προαστιακός, λεωφορεία, ενιαίο εισιτήριο, τηλεματική, αξιοπιστία. Όχι μελέτες και παρουσιάσεις σε ημερίδες, αλλά καθημερινή εμπειρία. Να ξέρεις πότε φεύγεις, πότε φτάνεις, πόσο πληρώνεις και ότι δεν θα χάσεις τη μισή σου ημέρα επειδή η πόλη δεν κατάφερε να οργανώσει μια βασική της λειτουργία. Η μετακίνηση δεν είναι δευτερεύον θέμα αλλά σκελετός της πόλης.

Η πόλη αλλάζει, τρίτον, όταν σταματά να βλάπτει τη δημόσια υγεία των κατοίκων της. Ωραία τα νέα κτήρια, ωραία τα δημοτικά κτήρια, ωραίες οι πλατείες, τα συντριβάνια και οι φωτισμοί. Αν όμως ο αέρας που αναπνέουμε είναι προβληματικός, οι προτεραιότητές μας είναι λανθασμένες. Εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Αυτά που μας βλάπτουν περισσότερο συχνά δεν φαίνονται. Ο κακός αέρας δεν κόβει κορδέλες –κόβει χρόνια ζωής. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν φωτογραφίζεται εύκολα. Η θερμική νησίδα δεν χωράει σε μακέτα. Μια πλατεία, ένα σιντριβάνι, ένα ωραίο κτήριο φαίνονται. Παράγουν εικόνα και η εικόνα στην πολιτική μετράει. Μόνο που η πόλη δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση αυτό που φαίνεται. Αν οι καύσωνες γίνονται αφόρητοι, αν το πράσινο παραμένει ελάχιστο, αν ο Θερμαϊκός και το Σέιχ Σου αντιμετωπίζονται σαν θέματα που τα θυμόμαστε όταν φτάνει η κρίση, τότε η πόλη δεν αλλάζει. Απλώς γυαλίζει κάποια σημεία της. Το κόστος της προσβολής της δημόσιας υγείας είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο συχνά θέλουμε να παραδεχθούμε. Μετρήσιμο ή μη, είναι υπαρκτό.

Η πόλη αλλάζει, τέταρτον, με υποδομές. Αλλά και εδώ χρειάζεται διάκριση. Υποδομές κοινωνικές και υποδομές παραγωγικές. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται νοσοκομεία, κέντρα υγείας, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, δικαστικό μέγαρο, δομές φροντίδας, κοινωνική κατοικία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Μια πόλη χωρίς κοινωνικές υποδομές γίνεται σκληρή, άνιση και απωθητική για τους ίδιους της τους κατοίκους. Χρειάζεται όμως και παραγωγικές υποδομές. Διότι χωρίς παραγωγή νέου πλούτου, κάποια στιγμή δεν μπορείς να στηρίξεις ούτε τις κοινωνικές ανάγκες. Η εστίαση και ο τουρισμός είναι σημαντικοί κλάδοι, αλλά είναι αμφίβολο αν μπορούν μόνοι τους να σηκώσουν αναπτυξιακά τη Θεσσαλονίκη τα επόμενα χρόνια. Πιθανότατα έχουν ήδη πλησιάσει τα όριά τους. Εδώ ο έκτος προβλήτας του λιμανιού είναι παράδειγμα σχεδόν σχολικό. Αν υπάρχει ένα έργο που μπορεί να αλλάξει την οικονομική κατηγορία της πόλης, είναι αυτό. Όχι μόνο του, βέβαια αλλά μαζί με τη σιδηροδρομική και οδική σύνδεση, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα logistics, τις επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν γύρω του, τη σύνδεση με τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Αυτό είναι έργο που αλλάζει τον ρόλο μιας πόλης. Δεν την ομορφαίνει απλώς, της δίνει παραγωγικό βάθος, αναπτυξιακή ώθηση και ιπποδύναμη να ανέβει τον ανήφορο.

Και τέλος, μια πόλη αλλάζει όταν αλλάζει η αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της γι’ αυτήν. Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια χαμήλωσε τον πήχη της. Πριν τριάντα και σαράντα χρόνια πίστευε ότι μπορούσε να συγκρίνεται με πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Βαλκανικής, της Ανατολικής Μεσογείου. Μετά άρχισε να συγκρίνεται με μικρότερες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Συμπαθείς, χρήσιμες, σημαντικές πόλεις αλλά αυτή η σύγκριση για τη Θεσσαλονίκη ήταν υποβάθμιση φαντασίας. Αν θέλεις να αλλάξεις, πρέπει πρώτα να αποφασίσεις με ποιον συγκρίνεσαι. Με ποιον συνομιλείς. Ποιον ανταγωνίζεσαι. Ποιον θέλεις να φτάσεις και σε τι θέλεις να τον ξεπεράσεις. Μια πόλη που δεν έχει φιλοδοξία, καταλήγει να πανηγυρίζει τα αυτονόητα. Μια πόλη που έχει φιλοδοξία, ιεραρχεί, διεκδικεί, σχεδιάζει και επιμένει. Και μετράς και συγκρίνεις με ιστορικούς κύκλους –όχι με τετραετίες και θητείες, είτε κυβερνητικές είτε αυτοδιοικητικές. 
Άρα, πότε αλλάζει μια πόλη; Όταν πάψει να μπερδεύει τη συντήρηση με τη μεταμόρφωση. Όταν καταλάβει ότι τα μικρά έργα κάνουν τη ζωή καλύτερη, αλλά τα μεγάλα σχέδια αλλάζουν την ιστορία. Όταν οι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου παράγουν μέλλον και όχι μόνο πρόσκαιρη ικανοποίηση. Όταν η πολιτική ηγεσία κοιτάζει λίγο πιο μακριά από την επόμενη κορδέλα. Και όταν οι κάτοικοι ξαναπιστέψουν ότι ο τόπος τους δεν είναι καταδικασμένος να ακολουθεί, αλλά μπορεί και να προηγείται.

Όλα αυτά βέβαια έχουν στον πυρήνα τους την Πολιτική. Με το π κεφαλαίο. Πολιτική που θα υπηρετεί προτεραιότητες. Ιεράρχηση αναγκών και δυνατοτήτων. Το τονίζω αυτό διότι στην ανάγκη μας για να παρουσιάσουμε έργο, να αποδείξουμε ότι απορροφούμε πόρους, ότι δουλεύουν τα εργοτάξια και πιάνουμε λογιστικούς στόχους, πολλές φορές ξεχνάμε αυτές τις έννοιες. Τις υποτιμούμε. Και βέβαια πολλές φορές αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι κάναμε λάθος.

Η μεγάλη σχιζοφρένεια της ελληνικής κλίμακας, άρθρο στη VORIA στις 04/07/2026

 


Περπατά κανείς σήμερα στην Εγνατία, στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως και στους δρόμους γύρω από αυτό που θεωρούσαμε κάποτε ως το αδιαμφισβήτητο εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η εικόνα δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να γίνει αντιληπτή. Κατεβασμένα ρολά, σκονισμένες βιτρίνες, ενοικιαστήρια που κιτρίνισαν από τον χρόνο, καταστήματα που άδειασαν και παραμένουν άδεια. Δεν είναι δύο και τρία. Το φθινόπωρο του 2025 καταγράφηκαν περίπου 85 κλειστά καταστήματα μόνο στην Εγνατία και άλλα 31 στην Τσιμισκή και στη Μητροπόλεως. Και αυτό στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου περνούν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι. 

Κάθε τέτοιο άδειο κατάστημα είχε κάποτε κάτι μέσα. Έναν έμπορο, έναν τεχνίτη, ένα μικρό εργαστήριο, μια μικρή βιοτεχνία, ένα λογιστικό ή δικηγορικό γραφείο, μια οικογενειακή επιχείρηση, έναν ελεύθερο επαγγελματία. Κάποιον που μπορεί να μη δημιουργούσε τη νέα Apple, αλλά δημιουργούσε ένα εισόδημα για τον ίδιο, την οικογένειά του και ίσως δύο ή τρεις ακόμη ανθρώπους. Αυτή ήταν η ελληνική οικονομία για πολλές δεκαετίες. Μικρή, πολυτεμαχισμένη, οικογενειακή, με μεγάλη αυτοαπασχόληση και μια κάπως ιδιόμορφη σχέση με το κράτος, τις τράπεζες, τους φόρους και την επίσημη οικονομία.

Αυτό το οικοσύστημα δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχο, αλλά συμπιέζεται οικονομικά και χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να αναπαράγεται με τους όρους του παρελθόντος. Και αυτό συμβαίνει λόγω πολλών ταυτόχρονων εξελίξεων. Δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του ηλεκτρονικού εμπορίου, της πανδημίας, των υψηλών ενοικίων ή της μειωμένης αγοραστικής δύναμης. Είναι και τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου μετασχηματισμού, τον οποίο η χώρα συζητά εδώ και δεκαπέντε χρόνια με δύο εντελώς διαφορετικές γλώσσες.

Τι έλεγαν τα μεγάλα κείμενα πολιτικής;

Από την έναρξη της κρίσης και μετά, ένα σταθερό νήμα διατρέχει σχεδόν όλα τα βασικά κείμενα οικονομικής πολιτικής. Τα Μνημόνια, με τη δική τους γλώσσα περί απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων, ανταγωνισμού και άρσης των προστατευτικών φραγμών. Η μελέτη της McKinsey «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά». Τα Μεσοπρόθεσμα Προγράμματα. Η Έκθεση Πισσαρίδη. Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Διαφορετικά κείμενα, διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μια κοινή λίγο-πολύ διάγνωση: η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερβολικό κατακερματισμό.

Η McKinsey ήταν αρκετά σαφής. Συνέδεε τη χαμηλή παραγωγικότητα με την απουσία επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας και υποστήριζε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έπρεπε να αποκτήσουν μέγεθος μέσω συγκέντρωσης. Στη μεταποίηση, οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους εμφάνιζαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιούσε η έκθεση, παραγωγικότητα χαμηλότερη από το 40% εκείνης των επιχειρήσεων με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Για το λιανεμπόριο πρότεινε ρητά συνεργασίες, συμπράξεις και περαιτέρω συγκέντρωση, ώστε να γίνουν επενδύσεις στην τεχνολογία, στα logistics και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. 

Στην ίδια κατεύθυνση, η Έκθεση Πισσαρίδη υποστήριξε ότι το υψηλό ποσοστό απασχόλησης σε ατομικές και μικρές επιχειρήσεις συνδέεται με τη χαμηλή παραγωγικότητα. Το μικρό μέγεθος, ανέφερε, περιορίζει την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και τεχνολογιών αιχμής και κρατά μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικότητας προσανατολισμένο στην εσωτερική κατανάλωση. 

Τα Μνημόνια δεν έγραφαν βεβαίως σε κάποιο κεφάλαιο ότι «πρέπει να κλείσουν οι μικρές επιχειρήσεις». Δεν ήταν αυτός ο ρητός τους στόχος. Προωθούσαν όμως την απελευθέρωση επαγγελμάτων, την άρση γεωγραφικών και άλλων περιορισμών, την αύξηση του ανταγωνισμού, την τυπικότητα, τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση των προστατευμένων αγορών. Όλα αυτά περιόριζαν σταδιακά το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να επιβιώνει η παραδοσιακή ελληνική μικροκλίμακα. 

Η οικονομική λογική πίσω από αυτή τη διάγνωση είναι κατανοητή. Μια μεγαλύτερη επιχείρηση έχει ευκολότερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, μπορεί να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, να αγοράσει τεχνολογία, να οργανώσει εξαγωγικό δίκτυο, να δημιουργήσει διοικητικές ιεραρχίες και να προσλάβει στελέχη με υψηλότερες δεξιότητες. Αντέχει ευκολότερα το κόστος της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης, της πιστοποίησης, της κανονιστικής συμμόρφωσης και της διαρκούς προσαρμογής. Με δυο λόγια, ο τεχνοκρατικός λόγος της προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν έλεγε ότι κάθε μικρή επιχείρηση είναι άχρηστη. Έλεγε όμως ότι η μόνιμη μικροκλίμακα είναι πρόβλημα. Ότι η Ελλάδα είχε πάρα πολλές επιχειρήσεις που δεν μεγάλωναν ποτέ, δεν συνεργάζονταν, δεν επένδυαν αρκετά, δεν εξήγαν και δεν δημιουργούσαν ζήτηση για πιο σύνθετη και καλύτερα αμειβόμενη εργασία.

Άλλαξε τελικά η ελληνική οικονομία;

Η απάντηση είναι «ναι και όχι». Σε ορισμένους κλάδους η αλλαγή είναι μπροστά στα μάτια μας. Το λιανεμπόριο συγκεντρώθηκε. Οι μικρές τοπικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ περιορίστηκαν ή εξαγοράστηκαν. Οι μεγάλες αλυσίδες ένδυσης, εστίασης, ηλεκτρικών ειδών και υπηρεσιών κατέλαβαν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς. Οι ψηφιακές πλατφόρμες έδωσαν ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε όσους διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα, αποθήκες, κεφάλαιο και τεχνογνωσία.

Ταυτόχρονα, το κράτος δεν έμεινε αμέτοχο. Το «Ελλάδα 2.0» προέβλεψε συγκεκριμένα κίνητρα για συνεργασίες, συγχωνεύσεις και εξαγορές πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με δηλωμένο στόχο τη δημιουργία αποτελεσματικότερων και ανταγωνιστικότερων επιχειρηματικών σχημάτων. 

Και όμως, η βαθιά δομή της οικονομίας παραμένει εντυπωσιακά ανθεκτική. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ενημερωτικό δελτίο για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 2024 οι επιχειρήσεις με έως εννέα εργαζομένους αποτελούσαν το 94,5% του συνόλου. Απασχολούσαν το 46,8% των εργαζομένων, αλλά παρήγαν μόλις το 24,8% της προστιθέμενης αξίας. Συνολικά, οι ΜμΕ αντιστοιχούσαν στο 99,9% των επιχειρήσεων και στο 84,7% της απασχόλησης. 

Άρα ας μη βιαστούμε να τελέσουμε την κηδεία της μικρομεσαίας Ελλάδας. Δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει αριθμητικά κυρίαρχη, κοινωνικά κρίσιμη και οικονομικά απολύτως καθοριστική. Αυτό που υποχωρεί είναι η δυνατότητα μεγάλου τμήματός της να αναπαράγεται με τους παλιούς όρους. Με χαμηλή κεφαλαιοποίηση, οικογενειακή εργασία, περιορισμένο δανεισμό, μικρή φορολογική ορατότητα και μια σταθερή εσωτερική αγορά που κάπως θα συντηρεί τους πάντες. Αυτό το μοντέλο στενεύει. Δεν έχει όμως αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ολοκληρωμένο μοντέλο.

Το παράδοξο της «ραχοκοκαλιάς»

Και εδώ φτάνουμε στη μεγάλη πολιτική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, η πραγματική οικονομική πολιτική πιέζει προς τη μεγέθυνση. Οι τράπεζες χρηματοδοτούν ευκολότερα τους πιο αξιόχρεους. Οι ευρωπαϊκοί πόροι απαιτούν σχέδια, ίδια συμμετοχή, τραπεζική επιλεξιμότητα και διοικητική επάρκεια. Η φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση αυξάνει το σταθερό κόστος λειτουργίας. Η τεχνολογία απαιτεί κεφάλαια. Τα κίνητρα για συγχωνεύσεις υπάρχουν, έστω και αν, όπως σημειώνει ο ΟΟΣΑ, η μέχρι τώρα αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη. 

Από την άλλη πλευρά, ο επίσημος κομματικός λόγος εξακολουθεί σχεδόν τελετουργικά να επαναλαμβάνει ότι «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας». Το λέει η κυβέρνηση, το λέει το ΠΑΣΟΚ, το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, το λένε τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα. Όλοι θέλουν να στηρίξουν τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία, την οικογενειακή επιχείρηση.

Μα καλά, για να συνεννοηθούμε. Τι ακριβώς θέλουμε;

Θέλουμε να διατηρηθούν εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές μονάδες όπως ακριβώς λειτουργούσαν πριν από τριάντα χρόνια; Θεωρούμε ότι αυτό το παραγωγικό μοντέλο μπορεί να δώσει υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς, επενδύσεις και εξαγωγές; Αν ναι, τα κόμματα πρέπει να μας εξηγήσουν πώς. Με ποιες τράπεζες, με ποια φορολογία, με ποιες ψηφιακές υποδομές, με ποιες συνεργασίες και με ποιο σύστημα δεξιοτήτων. Αν, αντίθετα, θεωρούμε ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερες συγχωνεύσεις, περισσότερες συμπράξεις και λιγότερη αυτοαπασχόληση ανάγκης, πρέπει επίσης να το πούμε. Να μην υποκρινόμαστε ότι υπερασπιζόμαστε αμετάβλητο ένα μοντέλο το οποίο στην πράξη προσπαθούμε να μετασχηματίσουμε.

Αυτή είναι η μεγάλη σχιζοφρένεια της ελληνικής κλίμακας. Άλλη γλώσσα χρησιμοποιούμε στα αναπτυξιακά σχέδια, στις Βρυξέλλες, στις τράπεζες και στις εκθέσεις των ειδικών. Και άλλη γλώσσα στις εκλογές, στις περιοδείες και στις συναντήσεις με τους επαγγελματικούς φορείς. Στη μία περίπτωση ζητάμε συγκέντρωση, μεγέθυνση, εταιρική διακυβέρνηση και εξωστρέφεια. Στην άλλη ορκιζόμαστε αιώνια πίστη στο μαγαζί της γωνίας.

Η μετάβαση που δεν συζητήσαμε

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και βαθιά κοινωνικό. Η μικρή επιχείρηση υπήρξε στην Ελλάδα μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Έδωσε σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους αυτονομία, περιουσία, οικογενειακή ασφάλεια, πολιτική φωνή και μια θέση στη μεσαία τάξη. Μπορεί να είχε χαμηλή παραγωγικότητα. Είχε όμως υψηλή κοινωνική λειτουργία. Εάν αυτή η μεσαία τάξη των μικροϊδιοκτητών υποχωρεί, κάτι πρέπει να έρθει στη θέση της. Ιδανικά, μια νέα μεσαία τάξη καλά αμειβόμενων μισθωτών, στελεχών και εξειδικευμένων εργαζομένων. Άνθρωποι με σταθερό εισόδημα, δυνατότητα αποταμίευσης, πρόσβαση σε κατοικία και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης. Εάν όμως κλείνει το μικρό κατάστημα και στη θέση του δημιουργείται μια θέση εργασίας χαμηλού μισθού, χωρίς ασφάλεια και χωρίς προοπτική, τότε δεν έχουμε αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου αλλά κοινωνική υποχώρηση. Για την ώρα ας κρίνει ο αναγνώστης τι από τα δύο συμβαίνει ή κυριαρχεί και ίσως καταλάβει μέρος της μεγάλης δυσαρέσκειας. 

Μονόδρομος η μεγάλη κλίμακα; 

Κατά την άποψή μου, το δίλημμα δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο «μικρή επιχείρηση ή πολυεθνική». Υπάρχουν συνεργατικά σχήματα, clusters, κοινοπραξίες, συνεταιρισμοί νέου τύπου, κοινές υπηρεσίες λογιστικής, τεχνολογίας και εξαγωγών. Υπάρχουν δίκτυα μικρών επιχειρήσεων που μπορούν να αποκτήσουν πλεονεκτήματα κλίμακας χωρίς να εξαφανιστούν μέσα σε έναν μεγάλο όμιλο. Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο: απομονωμένη και μόνιμη μικροκλίμακα ή οργανωμένη κλίμακα;

Η αναγκαία μεγέθυνση δεν μπορεί να σημαίνει απλώς ότι χιλιάδες μικρές μονάδες θα αντικατασταθούν από τρεις ή τέσσερις ομίλους που θα ελέγχουν την αγορά. Κλίμακα χωρίς ανταγωνισμό δεν παράγει εκσυγχρονισμό· παράγει ολιγοπώλια. Αυτό πρέπει να συζητήσει η πολιτική. Όχι να κολακεύει τους μικρούς την ώρα που τους αφήνει μόνους απέναντι στην αγορά. Όχι να επιδοτεί για λίγο την επιβίωση και να αποφεύγει τη συζήτηση για το μέλλον. Όχι να περιμένει από την ύφεση, την τραπεζική ασφυξία και τη φορολογική πίεση να κάνουν βίαια τη δουλειά που θα έπρεπε να κάνει ένα σχέδιο. Αν θέλουμε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πρέπει να οργανώσουμε την πορεία προς αυτές. Με κίνητρα, χρόνο, χρηματοδότηση, επανεκπαίδευση και κοινωνικό δίχτυ. Αν θέλουμε ισχυρές μικρές επιχειρήσεις, πρέπει να τις βοηθήσουμε να συνεργαστούν, να εκσυγχρονιστούν και να πάψουν να είναι μικρές και μόνες. Γιατί πράγματι, είναι απαιτητική υπόθεση να επιλέξεις ένα δύσκολο μοντέλο. Είναι χειρότερο όμως να εφαρμόζεις σιωπηρά το ένα και να υπόσχεσαι μεγαλόφωνα το αντίθετο.

Η Ευρώπη ψήνεται, η Ελλάδα χτίζεται, άρθρο στη VORIA στις 27/06/2026

 


Αυτό που συμβαίνει τις ημέρες αυτές στη δυτική Ευρώπη είναι πρωτοφανές. Το κύμα καύσωνα δοκιμάζει πολίτες, νοικοκυριά, καταστήματα και υποδομές. Μια ανάλογη περίπτωση, το 2003, με δραματικά τότε αποτελέσματα, είχε επιφέρει μια σειρά πολλών και σημαντικών αλλαγών που ακόμη και σήμερα προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή. Εκείνος ο καύσωνας συνδέθηκε με περίπου 70.000 θανάτους –αριθμός αδιανόητος για την ευρωπαϊκή ήπειρο στον 21ο αιώνα. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη. Και τα νούμερα του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό. Σχεδόν οι μισές από τις 850 μεγαλύτερες πόλεις της ηπείρου βιώνουν τις χειρότερες συνθήκες θερμικού στρες που έχουν καταγραφεί ποτέ, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι εκτίθενται σε θερμοκρασίες άνω των 35°C, ενώ οι υψηλές νυχτερινές θερμοκρασίες -αυτές που δεν αφήνουν τον οργανισμό να ανακάμψει- είναι σήμερα 100 φορές πιο πιθανές από ό,τι ήταν δύο δεκαετίες πριν.

Γιατί ζεσταίνεται η Ευρώπη τόσο γρήγορα
 

Η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό πάνω από δύο φορές μεγαλύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεν είναι τυχαίο -μεγάλο τμήμα της εκτείνεται κοντά στην Αρκτική, τη γεωγραφική περιοχή που υπερθερμαίνεται ταχύτερα στον πλανήτη, καθώς η τήξη χιονιού και πάγου αποκαλύπτει επιφάνειες που απορροφούν ακόμη περισσότερη ηλιακή ενέργεια-, ένας φαύλος κύκλος χωρίς τέλος. Παράλληλα, αλλαγές στα ατμοσφαιρικά ρεύματα κάνουν τους λεγόμενους «θερμικούς θόλους» -τα στάσιμα αντικυκλωνικά συστήματα που λειτουργούν σαν καπάκι κατσαρόλας πάνω από μια περιοχή, εγκλωβίζοντας τον θερμό αέρα- πιο συχνούς και πιο μακρόχρονους από ποτέ.

Γιατί η Ευρώπη είναι απροετοίμαστη: Τα σπίτια

Το μεγαλύτερο πρόβλημα -λένε- δεν είναι ο ήλιος που χτυπά έξω αλλά η ζέστη που παγιδεύεται μέσα. Οι Ευρωπαίοι -ιδίως στον Βορρά- περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, έως και το 90%, σε εσωτερικούς χώρους και πολλά από τα σπίτια τους σχεδιάστηκαν για να συγκρατούν τη θερμότητα. Σε ένα κλίμα που για αιώνες ήταν ψυχρό, αυτό ήταν η αρετή της καλής κατασκευής. Σήμερα, σε καύσωνα 40 βαθμών, γίνεται θανάσιμο ελάττωμα.

Στο Παρίσι, οι εμβληματικές τσίγκινες στέγες που χαρίζουν στην πόλη τη ρομαντική της σιλουέτα λειτουργούν ως φούρνοι –απορροφούν θερμότητα όλη μέρα και την εκπέμπουν στα διαμερίσματα των τελευταίων ορόφων όλη νύχτα.

Στη Βρετανία, τα παραδοσιακά αμπαζούρ παράθυρα, τα χαμηλά ταβάνια, η πυκνή τοιχοποιία -ό,τι έκανε το σπίτι ζεστό τον χειμώνα- γίνεται εφιάλτης τον Ιούνιο. Και μόνο το 20%-25% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, γιατί ιστορικά δεν τον χρειαζόταν.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως όταν οι νύχτες δεν δροσίζουν -και δεν δροσίζουν πλέον- η θερμότητα συσσωρεύεται ημέρα με ημέρα στα κτήρια. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν προλαβαίνει να ανακάμψει. Αυτό είναι που σκοτώνει –όχι η αποκορύφωση του μεσημεριού αλλά η συσσώρευση των ημερών.

Η Ελλάδα

Τα ανωτέρω μπορεί να τα διαβάσει κανείς συγκεντρωτικά σε πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες και αν ενδιαφέρεται μπορεί να βρει ακόμα πιο λεπτομερείς αναφορές, επεξηγήσεις και επιστημονικά δεδομένα. Ο κεντρικός άξονας όμως αυτού του σημειώματος είναι άλλος και είναι ένας προβληματισμός.

Χώρες προηγμένες κοινωνικά, θεσμικά, τεχνικά και διοικητικά είχαν έναν βαθμό δικαιολογημένου αιφνιδιασμού απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, παρά το γεγονός πως όλοι γνωρίζουμε μέσες άκρες ποιο είναι το κλιματικό μέλλον. Η Γαλλία, η Βρετανία και το Βέλγιο έχουν δικαιολογία. Δεν είχαν συνηθίσει. Δεν ήξεραν. Εμείς ξέρουμε. Ζούμε σε έναν από τους πιο ευάλωτους κλιματικά χώρους της Ευρώπης, έχουμε τα στοιχεία, έχουμε και τη γνώση –αρχαία και σύγχρονη. Και συνεχίζουμε να χτίζουμε πόλεις που ετοιμάζονται για ένα κλίμα που δεν υπάρχει πλέον. Εμείς οι Έλληνες, που γεωγραφικά και κλιματικά είμαστε πιο συνηθισμένοι και πιο υποψιασμένοι αλλά και πιο εκτεθειμένοι στον καύσωνα, στο πολύ ζεστό καλοκαίρι, τι κάνουμε;

Ιδιωτικά, έχουμε μάθει να επιβιώνουμε. Τοποθετούμε κλιματισμό στα σπίτια μας, ξέρουμε χονδρικά πώς να αντιμετωπίσουμε τον καύσωνα, πίνουμε νερά, δεν βγαίνουμε έξω και γενικά κάπως τα καταφέρνουμε. Δημόσια όμως τι κάνουμε; Πώς έχει αλλάξει η νέα συνθήκη, για παράδειγμα, το πώς χτίζουμε τις πόλεις μας; Πόσους πόρους δαπανούμε για να ανακαινίσουμε και να βελτιώσουμε το παλαιό κτηριακό απόθεμα; Πόσους ελεύθερους ή και πράσινους χώρους δημιουργούμε για να μη μετατρέψουμε τις πόλεις μας σε θερμικά κλουβιά;

Η απάντηση, αν κοιτάξουμε γύρω μας, νομίζω πως είναι αποθαρρυντική. Χτίζουμε λάθος. Και το κάνουμε ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να ξέρουμε καλύτερα. Ο παραδοσιακός ελληνικός αστικός ιστός δεν ήταν τυχαίος. Τα στενά σοκάκια ήταν σκίαση, οι αυλές η αναγκαία ανάσα, τα ψηλά ταβάνια ήταν δίοδος θερμότητας, το ασβέστωμα στα νησιά δεν ήταν αισθητική επιλογή αλλά τρόπος ανάκλασης ηλιακής ακτινοβολίας. Ο τόπος είχε αναπτύξει για αιώνες μια αρχιτεκτονική μνήμη απέναντι στη ζέστη. Μια τεχνογνωσία χωρίς επιστήμη, χτισμένη από εμπειρία. Αυτή η μνήμη όμως διαγράφτηκε με την αντιπαροχή. Αντ' αυτής, αποκτήσαμε την πολυκατοικία-τσιμεντένιο κύβο, θερμοαπορροφητικές προσόψεις, ανύπαρκτος ακάλυπτος, μηδέν σκίαση. Ό,τι πιο αντίθετο στη μεσογειακή λογική μπορούσε να κατασκευαστεί, το κατασκευάσαμε –και το κάνουμε ακόμα. Και αν τη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι κοινωνικές και στεγαστικές ανάγκες ήταν πιεστικές, το κλίμα τότε δεν προδιέθετε κανέναν για αυτό που ακολούθησε. Σήμερα όμως; Σε νέες γειτονιές, σε νέες πόλεις, με νέες άδειες, χτίζεται σήμερα ό,τι δεν θα έπρεπε να χτίζεται σε χώρα με καλοκαίρια 40 βαθμών.

Το αποτέλεσμα το έχουν μελετήσει αρκετά. Η Αθήνα είναι αρκετούς βαθμούς θερμότερη από τα περίχωρά της εξαιτίας του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας –της συσσώρευσης δηλαδή θερμότητας στο τσιμεντένιο υπόστρωμα των πόλεων, που απορροφά ενέργεια όλη μέρα και την αποδίδει όλη νύχτα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερη σκίαση, λιγότερη εξάτμιση υγρασίας από φυτά και χώμα –περισσότερη ζέστη που δεν φεύγει.

Και η αντίδρασή μας είναι τα περισσότερα κλιματιστικά. Κάθε νέο κλιματιστικό που τοποθετούμε στο εσωτερικό ψύχει το διαμέρισμα και θερμαίνει τον δρόμο. Παράλληλα, αυξάνει την ενεργειακή ζήτηση, πιέζει το δίκτυο και μεταφέρει το κόστος στο σύστημα και τελικά στον πολίτη. Από την άλλη, είναι μια άμεση λύση –δεν μπορεί όμως να είναι η μόνη. Είναι η πιο χαρακτηριστική μεταφορά για αυτό που κάνουμε. Λύνουμε το πρόβλημά μας ατομικά και το επιδεινώνουμε συλλογικά.

Το κτηριακό απόθεμα και η δημογραφία


Και ενώ αυτά συμβαίνουν, το παλιό κτηριακό απόθεμα -η συντριπτική πλειονότητα αυτού που κατοικούμε- μένει ανέγγιχτο. Χωρίς μόνωση, χωρίς θερμοδιακοπή, χωρίς έξυπνες σκιάσεις, χωρίς τίποτα από αυτά που θα μπορούσαν να μειώσουν πραγματικά τη θερμική επιβάρυνση. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, που χρηματοδοτούνται εν πολλοίς από εθνικούς πόρους και ΕΣΠΑ, προχωρούν με ρυθμούς που δεν έχουν καμία αναλογία με το μέγεθος του προβλήματος.

Υπάρχει και η δημογραφική διάσταση. Μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να σχεδιάζει πόλεις σαν να κατοικούνται μόνο από νέους, υγιείς και οικονομικά ασφαλείς ανθρώπους. Και βέβαια, όπως σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, υπάρχει και η κοινωνική –ταξική διάσταση του νέου κλίματος. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι η νέα κοινωνική ανισότητα θα μετριέται και σε βαθμούς Κελσίου. Αλλιώς αντιμετωπίζει τον καύσωνα όποιος έχει μονωμένο σπίτι, σκιά, πράσινο και οικονομική δυνατότητα ψύξης, και αλλιώς όποιος ζει σε παλιό διαμέρισμα, σε πυκνοδομημένη γειτονιά, με τον λογαριασμό ρεύματος να λειτουργεί ως δεύτερος θερμοστάτης. Μια πόλη όμως που δίνει επιλογές σε όλους είναι μια πόλη κλιματικά άρα και κοινωνικά πιο δίκαιη.

Είναι ζήτημα πολιτικό

Αν φτάσατε μέχρι αυτήν την γραμμή, σημαίνει ότι δεν σας ενδιαφέρει μόνο το πραγματολογικό σκέλος του καύσωνα. Για το θέμα μπορεί κανείς να μάθει πολλά περισσότερα έχοντας πρόσβαση σε ένα κινητό.

Το ζήτημα είναι για εμάς εδώ, στην άκρη της βαλκανικής αλλά στο κέντρο της Μεσογείου, και πάλι πολιτικό. Όχι με τη στενή κομματική έννοια, αλλά με την πραγματική έννοια της λέξης –αφορά προτεραιότητες, πόρους, κανόνες, δημόσιο χώρο, κοινωνική δικαιοσύνη. Έχουμε κατανοήσει συλλογικά το μέγεθος της πρόκλησης; Έχουμε προχωρήσει σε αλλαγή προτεραιοτήτων; Μπορούμε να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τα πράγματα ή είμαστε ακόμη στην κρισιακή αντίληψη «ανάπτυξη να ’ναι και ό,τι να ’ναι»; Δική μου αίσθηση είναι πως κινούμαστε στο μεταίχμιο. Βλέπω πολλές πρωτοβουλίες, βλέπω στόχους φιλόδοξους, βλέπω προσπάθειες, αλλά δεν βλέπω μια οριζόντια κατανόηση και προσπάθεια. Βλέπω θύλακες προσπαθειών –δεν βλέπω ακόμη αλλαγή νοοτροπιών.

Το πρόβλημα με αυτό το επίπεδο συνειδητοποίησης και κινητοποίησης είναι καθαρά χρονικό. Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα ως έκτακτο συνθήκη και όχι ως μόνιμη πραγματικότητα, θα συνεχίσουμε σε έναν δρόμο επισφαλή έως επικίνδυνο. Το ερώτημα είναι ένα: αν προλαβαίνει να αλλάξει πριν οι πόλεις της γίνουν οριστικά αβίωτες τα καλοκαίρια. Προλαβαίνουμε;

Γιατί οι πολιτικοί δεν εξηγούν πια; άρθρο στη VORIA στις 20/06/2026

 


Όταν υπηρετούσα τη θητεία μου, είχα κάποτε μια απορία που φαινόταν μικρή, σχεδόν αστεία, αλλά μέσα μου δεν ήταν. Γιατί έπρεπε ο Έλληνας φαντάρος να μάθει να διπλώνει με απόλυτη ακρίβεια τις κουβέρτες του, να φτιάχνει φάκελο και υποφάκελο, να βάζει μέσα το μαξιλάρι, να τα δένει όλα με εκείνα τα σκοινιά που τότε τα λέγαμε «χταπόδια»; Καταλάβαινα την ανάγκη της πειθαρχίας - στρατός χωρίς πειθαρχία δεν υπάρχει. Αλλά η πειθαρχία από μόνη της δεν μου αρκούσε ως απάντηση. Δεν έβλεπα το νόημα. Έβλεπα μόνο την εντολή. Ένας ανθυπολοχαγός, περίπου στην ηλικία μου τότε, είχε την καλοσύνη να μου το εξηγήσει. Μου είπε, με απλά λόγια, ότι όλη αυτή η διαδικασία δεν ήταν ένα τελετουργικό ταλαιπωρίας αλλά ένας μηχανισμός ετοιμότητας. Αν χρειαζόταν άμεση κινητοποίηση, αν έπρεπε να φύγουμε γρήγορα από το στρατόπεδο, να μετακινηθούμε, να στρατοπεδεύσουμε αλλού, έπρεπε ο καθένας να μπορεί να οργανώσει γρήγορα και σωστά τα απολύτως αναγκαία του. Μια κουβέρτα για να στρώσει, μια για να σκεπαστεί, το μαξιλάρι, τα βασικά πράγματα δεμένα και έτοιμα για μεταφορά. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πλήρης στρατιωτική εξήγηση όμως εκείνη τη στιγμή κατάλαβα. Και όταν κατάλαβα, η ίδια εντολή μου φάνηκε λιγότερο παράλογη. Η επόμενη ερώτησή μου ήταν σχεδόν αυθόρμητη: γιατί δεν το λέτε από την αρχή; Γιατί δεν το εξηγείτε; Γιατί να το παρουσιάζετε μόνο ως απαίτηση πειθαρχίας, ενώ υπάρχει πίσω του μια πρακτική λογική; Δεν θα ήταν πιο εύκολο για έναν νέο άνθρωπο να ακολουθήσει μια οδηγία όταν αντιλαμβάνεται τον σκοπό της; Δεν θα ήταν πιο ουσιαστική και η ίδια η πειθαρχία, αν πατούσε όχι μόνο στον φόβο της εντολής, αλλά και στην κατανόηση της ανάγκης;

Το θυμήθηκα αυτό πολλές φορές αργότερα, παρακολουθώντας την πολιτική ζωή της χώρας. Διότι και στην πολιτική συμβαίνει συχνά κάτι ανάλογο. Αποφάσεις λαμβάνονται, μέτρα ανακοινώνονται, περιορισμοί επιβάλλονται, επιλογές παρουσιάζονται ως μονόδρομοι, αλλά σπανίως εξηγούνται πραγματικά. Και εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο σοβαρά ελλείμματα της σημερινής πολιτικής. Οι πολιτικοί μας μιλούν πολύ, ανακοινώνουν πολύ, αντιπαρατίθενται πολύ, επικοινωνούν ακόμη περισσότερο. Αλλά εξηγούν λίγο.

Η συνθετότητα δεν είναι άλλοθι

Η συνθετότητα της σημερινής διακυβέρνησης είναι δεδομένη. Το κράτος δεν διοικείται πια με απλές εντολές, ούτε με γραμμικές αποφάσεις. Υπάρχει ευρωπαϊκό πλαίσιο, ανεξάρτητες αρχές, πολυεπίπεδη διοίκηση, δήμοι, περιφέρειες, υπουργεία, διεθνείς δεσμεύσεις, δημοσιονομικοί περιορισμοί, αγορές, τεχνολογικές μεταβολές. Η πολιτική εδώ και χρόνια ασκείται μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα περιορισμών, δυνατοτήτων, αντικρουόμενων συμφερόντων και αντικειμενικών δυσκολιών. Αυτό απαιτεί πολιτικό προσωπικό σε κάθε βαθμίδα· άλλοτε επαρκές, άλλοτε όχι. Έτσι όμως λειτουργεί η δημοκρατία. Όποιος αναδεικνύεται δημοκρατικά αποκτά δικαίωμα να αποφασίζει, να κατευθύνει, να ιεραρχεί, να διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και δημόσια προβλήματα. Αυτό είναι αποδεκτό - δεν υπάρχει άλλη νόμιμη βάση πολιτικής εξουσίας από τη λαϊκή εντολή.

Όμως η πολιτική, πέρα από άσκηση εξουσίας, είναι και διαδικασία κατανόησης. Είναι τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μαθαίνει να διαβάζει τον εαυτό της, τα προβλήματά της, τα όριά της και τις επιλογές της. Σε πολλά πεδία της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής, υπάρχουν ερωτήματα. Ερωτήματα που αν απαντηθούν με στοιχειώδη επάρκεια μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την πραγματικότητα, αποδέχεται τις αποφάσεις, συμμορφώνεται ή αντιδρά. 

Παραδείγματα

Ας πάρουμε την ενέργεια. Ο πολίτης ακούει ότι η Ελλάδα παράγει πλέον σημαντική ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που κατά βάση είναι φτηνή. Ακούει ότι κάποιες ώρες υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή. Και την ίδια στιγμή πληρώνει ακριβό ρεύμα. Πώς γίνεται αυτό; Γιατί δεν αποθηκεύεται επαρκώς η ενέργεια; Γιατί δεν υπάρχουν οι αναγκαίες μπαταρίες και οι υποδομές αποθήκευσης; Γιατί όταν υπάρχει πλεόνασμα ενέργειας μπορεί να πωλείται φθηνά σε άλλες γειτονικές χώρες και να αγοράζεται μετά ακριβά; Δεν λέω ότι γνωρίζω την απάντηση. Λέω ότι κάποιος πρέπει να την εξηγήσει. Επισήμως. Καθαρά. Χωρίς συνθήματα και χωρίς υπερδοσολογία τεχνικών όρων που στο τέλος δεν καταλαβαίνει κανείς. Όσο πιο πειστικά το εξηγήσει κανείς, τόσο θα πλεονεκτεί πολιτικά έναντι των αντιπάλων του. 

Το ίδιο ισχύει με τις τιμές στα προϊόντα. Πώς γίνεται ένα ελληνικό προϊόν να φτάνει στο ράφι του Έλληνα καταναλωτή ακριβότερο από όσο φτάνει σε ράφι άλλης ευρωπαϊκής χώρας; Πού ακριβώς ανεβαίνει το κόστος; Στην παραγωγή; Στη μεταποίηση; Στη μεταφορά; Στη διανομή; Στα περιθώρια κέρδους; Στη φορολογία; Στις στρεβλώσεις της αγοράς; Στην έλλειψη ανταγωνισμού; Υπάρχει μια αλυσίδα. Αυτή η αλυσίδα πρέπει να φωτιστεί. Συγκεκριμένα. Αν δεν εξηγείται πού δημιουργείται η επιβάρυνση, τότε ο πολίτης μένει με την αίσθηση ότι όλοι κάτι κρύβουν και όλοι κάπου κερδίζουν εις βάρος του.

Το ίδιο και στη στέγη. Γιατί είναι τόσο ακριβή η κατοικία στην Ελλάδα; Γιατί ανέβηκαν τόσο πολύ οι τιμές αγοράς και ενοικίασης; Η απάντηση ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση είναι μια αρχή, όχι εξήγηση. Πώς γίνεται να υπάρχει τόσο υψηλή ζήτηση όταν το μέσο εισόδημα παραμένει χαμηλό; Τι ρόλο παίζουν τα παλιά ακίνητα που μένουν κλειστά; Τι ρόλο παίζουν η βραχυχρόνια μίσθωση, το κόστος κατασκευής, η τραπεζική χρηματοδότηση, η φορολογία, οι περιορισμοί στη δόμηση; Και από την άλλη, γιατί δεν αυξάνεται η προσφορά; Γιατί δεν δημιουργείται νέο απόθεμα κατοικίας, με οργανωμένο τρόπο, ώστε να μειωθεί η πίεση στη γη και να υπάρξει πεδίο νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας

Όποιος μπει στη βάσανο της εξήγησης θα πλεονεκτεί. Γιατί σήμερα κυριαρχεί μια δήθεν επικοινωνία, πληθωριστική και άνευ αξίας, που αποφεύγει την πραγματική ουσία. Ουσία που αν συνδυαστεί με πραγματική «επικοινωνία» τσακίζει κόκαλα και αλλάζει μεσοπρόθεσμα τους πολιτικούς συσχετισμούς. Εξάλλου κανένα σύνθημα, καμία πολιτική καμπάνια δεν άφησε το στίγμα της εν κενώ. Αυτές που θυμόμαστε, που μνημονεύουμε, που διδάσκονται είναι αυτές που πάτησαν στην πραγματικότητα και την συμπύκνωσαν σε σύνθημα. 

Η εξήγηση είναι σεβασμός

Άρα λοιπόν οι πολιτικοί μας πρέπει να σέβονται τους πολίτες αρκετά ώστε να τους εξηγούν. Αν η – εκάστοτε- κυβέρνηση μού εξηγήσει πειστικά τους λόγους μιας επιλογής της, μπορώ να την ανεχθώ και να την υπομείνω, ακόμη και αν μου είναι δυσάρεστη. Αν προσπαθεί όμως «οργουελικά» να με πείσει ότι το μαύρο είναι άσπρο αλλά εγώ έχω αχρωματοψία, με εκνευρίζει. Αν η αντιπολίτευση με πείσει ότι έχει μια καλή ρεαλιστική πρόταση, θα την επιλέξω. Αν δεν μπορεί να αρθρώσει λόγο, τότε θα ψηφίσω αυτό που ξέρω ήδη. Αν κανείς τους δεν προσπαθεί σε αυτόν τον τομέα, με τη στάση μου θα απονομιμοποιώ την εξουσία τους και θα αναζητήσω την τιμωρία τους. Θα δικαιούμαι να πιστεύω ότι οι επιλογές υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα – άλλων  και όχι τα δικά μου – και θα πράξω τα ανάλογα.

Και κάτι τελευταίο. Αν τα πράγματα τα εξηγήσεις, οφείλεις μετά να τα λύσεις ή έστω να τα βελτιώσεις. Η εξήγηση δημιουργεί κοινό τόπο· ξαναφτιάχνει το πεδίο της πολιτικής. Αλλιώς, τι πολιτική να κάνεις σε ένα θρυμματισμένο τοπίο όπου δεν συμφωνούμε ούτε αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας; Ο διάλογος θέλει κοινό τόπο. Οι μονόλογοι θέλουν κατακερματισμό.

Πάρκο Παύλου Μελά: Μια δημοκρατική αλλαγή παραδείγματος, άρθρο στη VORIA στις 13/06/2026

 Μπορεί ένα πάρκο να αλλάξει τον χαρακτήρα μιας ολόκληρης περιοχής; Η αυθόρμητη απάντηση είναι όχι. Οι πόλεις δεν αλλάζουν με ένα έργο, όσο μεγάλο και αν είναι αυτό. Αλλάζουν με σχέδιο, υποδομές, μεταφορές, δημόσιες πολιτικές, επενδύσεις, επιμονή και κυρίως με μια κοινωνία που καταλαβαίνει τι της συμβαίνει και τι μπορεί να διεκδικήσει. Υπάρχουν όμως έργα που δεν εξαντλούνται στα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, ούτε στη λειτουργική βελτίωση της καθημερινότητας. Μαζί με τις υπαρκτές, αντικειμενικές ωφέλειες σηματοδοτούν μια τομή. Turning point που λέμε. Είναι έργα που επιτρέπουν σε έναν τόπο και στους ανθρώπους του να κοιτάξουν λίγο-λίγο πιο αισιόδοξα τον εαυτό τους, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι, επειδή πήγα σχολείο και μεγάλωσα στη γειτονιά της Σταυρούπολης, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι και τα 00s, με νοητό αλλά και διοικητικό σύνορο τότε το στρατόπεδο Παύλου Μελά, αντιμετωπίζω το ζήτημα λίγο πιο ρομαντικά. Στις λίγες φορές που εκκλησιαζόμουν, θυμάμαι να περνώ την πύλη του στρατοπέδου, να κατευθύνομαι στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας και να χαιρετώ – πιτσιρίκι τότε – τους φαντάρους. Θυμάμαι τον μαντρότοιχο που χώριζε έναν θύλακα άδειου χώρου από την υπόλοιπη πόλη. Οπότε χθες, περνώντας τις νέες εισόδους στην τελετή των εγκαινίων του Πάρκου, ένιωσα μια μικρή συγκίνηση. 

Το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια τέτοια περίπτωση έργου που, δυνητικά, είναι πολλά περισσότερα. Για τον δήμο Παύλου Μελά, για τη δυτική Θεσσαλονίκη, για τις γενιές των πολλών καλών λαϊκών ανθρώπων που μεγάλωσαν σε ένα μη προνομιούχο τμήμα της πόλης, για τις μνήμες της εργατιάς και της προσφυγιάς, ριζωμένες δεκαετίες εδώ, που ακόμη αναμένουν και ελπίζουν, για τον ωκεανό των μικρομεσαίων στρωμάτων που διατηρούν δημογραφική και δημιουργική δύναμη, για εκείνους που το οραματίστηκαν, το διεκδίκησαν, το πάλεψαν. Και για εκείνους που δεν το πρόλαβαν – γιατί τα χρόνια, δυστυχώς, από το όραμα στην υλοποίηση είναι πολλά. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Αλλά και για ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα, το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά είναι πολλά περισσότερα από ένα πάρκο.

Image


Είναι αλήθεια ότι η δυτική Θεσσαλονίκη έμαθε για πολλά χρόνια να ζει με λιγότερα. Λιγότερο πράσινο, λιγότερους δημόσιους χώρους, λιγότερες μεγάλες υποδομές, λιγότερη φροντίδα στην εικόνα, λιγότερη συμμετοχή στις μεγάλες αφηγήσεις της πόλης. Δεν πρόκειται για ένα αβάσιμο και τοπικιστικό αίσθημα αδικίας, αλλά για μια αστική, κοινωνική/ταξική, γεωγραφική και αναπτυξιακή πραγματικότητα που τη βλέπεις στον χάρτη, την περπατάς στους δρόμους, την αντιλαμβάνεσαι στις μετακινήσεις, στη θερμοκρασία του καλοκαιριού, στα σχολεία, στις πλατείες, στις αποστάσεις, στην καθημερινότητα.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, αρκετά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Έργα γίνονται, χρηματοδοτήσεις έρχονται, δήμοι κινούνται, η συζήτηση για τα δυτικά δεν είναι πια τόσο περιθωριακή όσο ήταν παλαιότερα. Αλλά η ανισορροπία και η ασυμμετρία παραμένουν. Ανισορροπία που δεν καλύπτεται με μία κορδέλα, με μία γιορτή ή με μία καλή φωτογραφία από ψηλά. Καλύπτεται με σταθερή επένδυση, συνειδητή προτεραιοποίηση, συστηματική προσπάθεια και ανάλογες χρηματοδοτήσεις. Καλύπτεται όταν ένα έργο γίνεται αφετηρία για περισσότερα έργα και όταν μετατρέπεται από μεμονωμένη επιτυχία σε νέα λογική.

Περιβαλλοντική σημασία

Το Πάρκο Παύλου Μελά έχει πρώτα απ’ όλα τεράστια περιβαλλοντική σημασία. Σε μια πόλη που δοκιμάζεται από την έλλειψη πρασίνου, από την αστική θερμική νησίδα, από την πυκνή δόμηση και από μια καθημερινή δυσφορία, ένας μεγάλος πράσινος χώρος δεν είναι πολυτέλεια, ούτε διακόσμηση. Είναι υποδομή, συμβολή στη δημόσια υγεία, ανάσα, σκιά, θερμική αποφόρτιση, ποιότητα ζωής και αστική ευφορία. Είναι ένας άλλος τρόπος να κατοικείς την πόλη. Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο, γιατί για χρόνια μιλούσαμε για το πράσινο σαν να είναι αισθητική προσθήκη. Ήταν λάθος. Στον 21ο αιώνα το πράσινο είναι σκληρή υποδομή ανθεκτικότητας. Όπως είναι οι δρόμοι, τα δίκτυα, οι συγκοινωνίες, τα σχολεία. Μια πόλη χωρίς πράσινο είναι πιο ζεστή, πιο κουραστική. Ανυπόφορη.

Το Πάρκο Παύλου Μελά, λοιπόν, είναι μια πρώτη κατάφαση. Οι δυτικές συνοικίες δικαιούνται μεγάλο, ποιοτικό, δημόσιο πράσινο δημόσιο χώρο. Όχι ό,τι περισσεύει, όχι ένα παρτέρι ανάμεσα σε δρόμους, όχι μικρές ανάσες που απλώς μετριάζουν την ασφυξία. Είναι ένας χώρος αναφοράς που μπορεί να ικανοποιήσει οικογένειες, παιδιά, ηλικιωμένους, νέους, πολιτιστικές δράσεις, σχολικές επισκέψεις, περιπάτους, μνήμες, αθλητισμό, ζωή.

Το Πάρκο είναι κοινωνική δικαιοσύνη

Μια πόλη χωρίς πράσινο και χωρίς δημόσιους χώρους αξιώσεων είναι καταφανώς και μια πόλη πιο άδικη. Γιατί οι πρώτοι που πληρώνουν την έλλειψη δημόσιου χώρου είναι εκείνοι που δεν μπορούν να αγοράσουν την ιδιωτική του εκδοχή: το σπίτι με τον κήπο, το εξοχικό, την αυλή, τη δυνατότητα διαφυγής. Η κοινωνική λοιπόν διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η δυτική Θεσσαλονίκη είναι ένας τόπος λαϊκός, εργατικός, μικρομεσαίος, πυκνός, ζωντανός. Με οικογένειες που έστησαν τη ζωή τους γύρω από δουλειές, βάρδιες, μικρά μαγαζιά, δημόσιες υπηρεσίες, προσφυγικές μνήμες, μετακινήσεις και καθημερινό αγώνα. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται – δικαιούμαστε – το αυτονόητο. Να μπορούν να περπατήσουν σε έναν όμορφο χώρο, να πάνε το παιδί τους κάπου χωρίς να πρέπει να διασχίσουν τη μισή πόλη και να πληρώσουν εισιτήριο. 

Με δυο λόγια το Πάρκο είναι δημοκρατία. Είναι αντιστροφή της ολιγαρχικής διάρθρωσης του χώρου – για όλους, δωρεάν, κάτι ποιοτικό και προσβάσιμο. Βλέπετε σε κάτι δυστοπικές ταινίες του Χόλιγουντ – αλλά δυστυχώς και σε αρκετά μέρη του κόσμου – το χωρικό μέλλον; Περίκλειστοι θύλακες υπεραπολαύσεων και χυδαίας υπερκατανάλωσης και, έξω από τα τείχη, αστικές χαβούζες και υποβάθμιση. Ο ποιοτικός δημόσιος χώρος είναι στον αντίποδα αυτού του μέλλοντος. Και συν τοις άλλοις είναι και στη δική μας παράδοση, την αρχαία ελληνική, την ευρωπαϊκή, τη νεωτερική. Η δική μας πολιτική και πολιτιστική διαδρομή στον ιστορικό χρόνο οφείλει να περιβάλλει με ηθική απαξία την ιδιωτικοποίηση του δημοσίου χώρου, των δημοσίων αγαθών, το «κλειστό» και το ιεραρχικά περιφραγμένο.

Αναπτυξιακή διάσταση

Υπάρχει όμως και η αναπτυξιακή διάσταση. Ας μη φοβόμαστε τη λέξη. Ένας μεγάλος ποιοτικός δημόσιος χώρος παράγει αξία. Όχι μόνο οικονομική, αν και παράγει και τέτοια. Παράγει ενδιαφέρον, επισκεψιμότητα, νέες χρήσεις, ήπιες δραστηριότητες, τοπική κινητικότητα, πολιτιστικό κεφάλαιο. Μπορεί να αλλάξει τη σχέση μιας περιοχής με την υπόλοιπη πόλη. Μπορεί να κάνει ανθρώπους που δεν είχαν λόγο να έρθουν δυτικά, να έρθουν. Και αυτό, αν σχεδιαστεί σωστά, μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.

Εδώ χρειάζεται σοβαρότητα. Η ανάπτυξη γύρω από το πάρκο δεν πρέπει να γίνει με τη λογική του «ό,τι να ’ναι, αρκεί να κινηθεί η αγορά». Δεν χρειάζεται η δυτική Θεσσαλονίκη μια πρόχειρη εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου της. Χρειάζεται ισορροπημένη αναβάθμιση. Μικρή επιχειρηματικότητα, πολιτιστικές χρήσεις, μουσειακές λειτουργίες, ποιοτική εστίαση εκεί που πρέπει, διαδρομές, σύνδεση με τις γειτονιές, σεβασμός στη μνήμη του χώρου. Αν το πάρκο γίνει απλώς αφορμή για τσιμέντο γύρω του, θα έχουμε χάσει το νόημα. Αν γίνει αφορμή για ένα νέο αστικό οικοσύστημα, τότε μπορεί να αλλάξει πραγματικά τα πράγματα.

Αυτοπεποίθηση και συλλογική αισιοδοξία

Το συμβολικό του βάρος ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η δυτική Θεσσαλονίκη για δεκαετίες είχε συνηθίσει να βλέπει τα καλά να συμβαίνουν αλλού. Στο κέντρο, στην παραλία, στα ανατολικά, σε περιοχές που η πόλη είχε μάθει να θεωρεί πιο «ελκυστικές», πιο «φωτογενείς». Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να γίνει ένα σημείο αυτοπεποίθησης. Δηλαδή της ήρεμης βεβαιότητας ότι αυτός ο τόπος έχει δυνατότητες, έχει αξία, έχει δικαίωμα στα μεγάλα. Και αυτό δεν είναι καθόλου δευτερεύον, γιατί μια κοινωνία που αλλάζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της, αλλάζει και τον τρόπο που διεκδικεί. Το Πάρκο είναι η δραστική ουσία που νικά την ασθένεια της παγίωσης χαμηλών προσδοκιών. Μπορεί να γίνει αφετηρία πολλών και σοβαρών νέων διεκδικήσεων, τεκμηριωμένων, αναγκαίων και καθυστερημένων στον ιστορικό πλέον χρόνο.

Από εδώ αρχίζει η δύσκολη συζήτηση. Το Πάρκο Παύλου Μελά δεν πρέπει να γίνει το άλλοθι για να πούμε ότι η δυτική Θεσσαλονίκη «τακτοποιήθηκε». Δεν τακτοποιήθηκε. Έχει ανάγκη από πολλά ακόμη. Από μετρό προς τα δυτικά, όχι ως ευχή για κάποτε, αλλά ως κεντρική προτεραιότητα του συγκοινωνιακού μέλλοντος της πόλης. Από καλύτερο ΟΑΣΘ, από διαδημοτικές συνδέσεις, από ασφαλείς πεζές και ποδηλατικές διαδρομές προς το πάρκο. Από σχολικές υποδομές, αθλητικούς χώρους, αναπλάσεις γειτονιών, αντιπλημμυρικά έργα, καθαριότητα, φωτισμό, ασφάλεια.

Έχει ανάγκη επίσης από μια μεγάλη συζήτηση για το Καρατάσιου, για τις πρώην βιομηχανικές εκτάσεις, για τους ανενεργούς δημόσιους χώρους, για το πώς μπορεί η δυτική πλευρά να γίνει όχι απλώς τόπος κατοικίας, αλλά τόπος προοπτικής. Με δουλειές, πολιτισμό, εκπαίδευση, υγεία, καινοτομία, δημόσιο χώρο. Με δυο λόγια, να πάψει να αντιμετωπίζεται ως η πίσω αυλή της Θεσσαλονίκης και να ενταχθεί στον κεντρικό αναπτυξιακό χάρτη της.

Αφετηρία

Το Πάρκο Παύλου Μελά μπορεί να αλλάξει τον χαρακτήρα της δυτικής Θεσσαλονίκης μόνο αν δεν μείνει μόνο του. Αν συνδεθεί με ένα σχέδιο ευρύτερης στρατηγικής. Αν γύρω του χτιστεί μια νέα αφήγηση για την περιοχή. Μια αφήγηση που θα λέει «εδώ υπάρχει μια από τις μεγάλες ευκαιρίες της Θεσσαλονίκης». Η πραγματική του λοιπόν σημασία δεν είναι μόνο ότι δίνει περισσότερο πράσινο και ομορφαίνει μια περιοχή – το κάνει. Το βαθύτερο είναι ότι δείχνει πως η δυτική Θεσσαλονίκη μπορεί να ξεφύγει από τη νομοτέλεια της υστέρησης και να μεταμορφωθεί.

Το Πάρκο Παύλου Μελά είναι μια αρχή. Και όπως όλες οι αρχές, έχει μέσα της και ενθουσιασμό και κίνδυνο. Ο ενθουσιασμός είναι να πιστέψουμε ότι κάτι αλλάζει. Ο κίνδυνος είναι να πιστέψουμε ότι άλλαξε ήδη. Δεν άλλαξε ακόμη. Άνοιξε όμως ένας δρόμος. Και τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα τον περπατήσουμε μέχρι τέλους ή αν θα αρκεστούμε στη φωτογραφία της πρώτης ημέρας.

Οι κοινές προκλήσεις για το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ, άρθρο στη VORIA στις 06/06/2026



Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑ.ΣΟ.Κ και του νέου υπό διαμόρφωση κόμματος Τσίπρα δεν είναι απλώς ποιος θα προηγηθεί στις δημοσκοπήσεις. Είναι ότι και οι δύο διεκδικούν, με διαφορετικούς όρους και διαφορετικές αφετηρίες, έναν κοινωνικό χώρο με τον οποίο έχουν χάσει οργανική επαφή. Διεκδικούν έναν λαό που άλλοτε έδινε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ εκλογικά ποσοστά ηγεμονίας και άλλοτε συντάχθηκε μαζικά με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α μέσα στην αντιμνημονιακή συνθήκη. Έναν λαό της εργασίας, των μικρομεσαίων, των χαμηλών και κάτω-μεσαίων στρωμάτων, των ανθρώπων που πιέζονται, που κουβαλούν πικρία, κόπωση, ανασφάλεια και θυμό. Και αυτός ο λαός σήμερα δεν είναι αυτονόητα διαθέσιμος - δεν περιμένει απλώς να τον καλέσει κάποιος για να επιστρέψει. Έχει απομακρυνθεί, έχει διασκορπιστεί, έχει στραφεί στην αποχή, στην αντισυστημική ψήφο ή και σε επιλογές άκρως συντηρητικές.

Η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με την ίδρυση νέου κόμματος είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει επιφέρει αναταράξεις και αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, ιδιαίτερα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Η διαφαινόμενη αλλαγή συσχετισμών στο κεντροαριστερό στρατόπεδο δημιουργεί μια νέα δυναμική και ανοίγει, για πολλοστή φορά τα τελευταία 15 χρόνια, μια συζήτηση για τον ευρύτερο αυτό χώρο. Το εκλογικό σύστημα της χώρας είναι δεδομένο ότι «αναγκάζει» τα δύο κεντροαριστερά κόμματα σε σχέση ανταγωνιστική και όχι συνεργατική. Σε μια άλλη περίπτωση τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Ο νικητής του μεταξύ τους ανταγωνισμού θα πλεονεκτεί έναντι του άλλου και θα ελέγχει τις εξελίξεις. Η άνοδος του ενός σχεδόν προϋποθέτει την πτώση ή την καθήλωση του άλλου.

Οι δημοσκοπικές και εκλογικές επιδόσεις των δύο χώρων όμως δεν συνιστούν λόγο για πανηγυρισμούς. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη από τις 12 Δεκεμβρίου 2021, και μέσα σε μια περίοδο με αρκετά ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα - φθορά της κυβέρνησης, κατάρρευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, θεσμική αναβάθμιση σε αξιωματική αντιπολίτευση - δεν έχει καταφέρει να αυξήσει αποφασιστικά την πολιτική του επιρροή. Από το 8,1% του ΚΙΝ.ΑΛ. το 2019 κινείται σήμερα, επτά χρόνια μετά, σε ένα εκλογικό και δημοσκοπικό εύρος που δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Από την άλλη, ο Τσίπρας ως επικεφαλής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ηττήθηκε το 2019 διατηρώντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο 31,5%, και ακολούθως, όντας αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατρακύλησε στο 17,8%, παραιτήθηκε και επανακάμπτει τώρα με νέα σύμβολα, νέο όνομα και νέα ομάδα. Η τωρινή του προσπάθεια μοιάζει σαν να επιχειρεί να κάνει τώρα αυτό που έπρεπε να κάνει το 2019 από το 31,5%.

Zoom out

Αν ξεφύγουμε για λίγο από τις στρατηγικές, τις τακτικές, τις πρωτοβουλίες και τις παραλείψεις των κομμάτων και των προσώπων που συναποτελούν το οικοσύστημα της Κεντροαριστεράς, είτε στην πασοκική είτε στη νεοτσιπρική του εκδοχή, θα αντιληφθούμε τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι δύο αυτές εκδοχές είναι πανομοιότυπες. Έχουν διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά φορτία, διαφορετικές δυνατότητες. Έχουν όμως και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και ισχυρίζομαι ότι όποιος καταφέρει να τα υπερβεί, δεν θα κερδίσει μόνο τη μάχη στα κεντροαριστερά μαρμαρένια αλώνια, αλλά θα βάλει και τις βάσεις για μια εκλογική νίκη σε εθνικές κάλπες.

Αν δει κανείς κοινωνιολογικά τα στελέχη αυτών των δύο κομμάτων, αν δει ποιοι «τρέχουν» και ποιοι «τα τρέχουν», ποιοι ασχολούνται και ποιοι φιλοδοξούν, ποιοι προσπαθούν με αξιώσεις και ποιοι κατέχουν τις ηγετικές θέσεις, θα παρατηρήσει κάτι απλό. Είναι άνθρωποι αξιόλογοι, δυναμικοί, «μέσα στα πράγματα», πολιτικά προοδευτικοί. Όμως λείπει ο λαός – όχι με δική τους ευθύνη. Λείπουν όμως τα πιο λαϊκά στρώματα, τα χαμηλά και κάτω-μεσαία στρώματα. Υφολογικά, πολιτισμικά, ταξικά αλλά και πολιτικά, τα δύο αυτά κόμματα της Κεντροαριστεράς έχουν μια απόσταση από τον κόσμο που ιδεοτυπικά θα έπρεπε να εκπροσωπούν. Τον κόσμο της εργασίας, τους μικρούς, αυτούς που πιέζονται, αυτούς που πληρώνουν νοίκι, δόση, σούπερ μάρκετ, καύσιμα, φροντιστήρια, αυτούς που βλέπουν τον μήνα να τελειώνει πριν τελειώσει το εισόδημα. Δεν υποστηρίζω ότι δεν θέλουν να το πετύχουν – υποστηρίζω ότι είναι δύσκολο και πρέπει να προσπαθήσουν πολύ και με διαφορετικό ίσως τρόπο.

Θα αναρωτηθεί κανείς: «Πάντοτε έτσι δεν ήταν»; Και όμως δεν ήταν. Γιατί, για παράδειγμα, το μεγάλο μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ ήταν ένα κόμμα βαθιά λαϊκό, που έφτανε - στις περιόδους του οργανωτικού γιγαντισμού του - σε κάθε ραχούλα της ελληνικής επικράτειας. Μπορεί τα ηγετικά του στελέχη να μην ήταν «λαός» με στενούς κοινωνιολογικούς όρους, είχαν όμως πολιτική αντίληψη και βαθιά κατανόηση του ποιους εκπροσωπούσαν. Ο πολιτικός και προγραμματικός λόγος έφτανε στις εσχατιές της εργατιάς, κυρίαρχα στον ωκεανό των μικρομεσαίων Ελλήνων. «Για όλους, τέταρτη εβδομάδα πληρωμένων διακοπών — για όλους δημόσια δωρεάν παιδεία» φώναζε -σχεδόν- ο Ανδρέας Παπανδρέου από την εξέδρα στην πλατεία Συντάγματος. Σήμερα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ, μόλις διατύπωσε μια θέση για την πιλοτική, υπό αίρεση, με συναίνεση και διαβούλευση τετραήμερη εργασία, έγινε συζήτηση. Συζήτηση στις παρέες, στην πιτσιρικαρία, στους 35άρηδες που ακούν ΠΑ.ΣΟ.Κ και μειδιούν. Και όμως άγγιξε αρκετό κόσμο στις γειτονιές. Την άκουσαν την πρόταση. Γιατί; Μα γιατί τους αγγίζει. Την νιώθουν. Αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι βιώσιμο να εργάζεται κανείς 50 και 60 ώρες την εβδομάδα, ακόμη και αν γνωρίζουν ότι δύσκολα το μέτρο θα εφαρμοστεί αύριο το πρωί. Αντί λοιπόν το ΠΑ.ΣΟ.Κ να επενδύσει περισσότερο σε μια τέτοια πολιτική πρακτική, έχει επενδύσει δυσανάλογα στις υποκλοπές και έχει πολλές φορές μετατρέψει την πολιτική σε δικαστικό-ερευνητικό ρεπορτάζ.

Μείζον ζήτημα οι υποκλοπές και το Κράτος Δικαίου. Και από αυτά τα σημειώματα και εγώ προσωπικά έχω αναδείξει τη συσχέτισή τους με ένα καλό και αποδοτικό «κυβερνάν». Όμως μόνο με αυτήν την ατζέντα δεν φτάνει ο λόγος σου στα κοινωνικά στρώματα που θέλεις να εκπροσωπήσεις. Δεν φτιάχνεις κοινωνική συμμαχία μόνο με θεσμική αγανάκτηση. Χρειάζεται και ψωμί και νοίκι και μισθός και πάρκο και παιδικός σταθμός.

Ο μεγάλος ΣΥ.ΡΙΖ.Α του αντιμνημονίου άγγιζε και με ταξικό τρόπο τον λαό. Συντάχθηκαν μαζί του λαϊκά στρώματα, στο δημοψήφισμα με τρόπο σχεδόν εκρηκτικό, στις εκλογές αμέσως μετά με σαφείς ταξικές συντεταγμένες. Σήμερα με τι θα αντικαταστήσει εκείνον τον διαπεραστικό λόγο; Με ποια νέα υπόσχεση; Με ποια κοινωνική αγκύρωση; Με ποια πολιτική αφήγηση που δεν θα είναι απλώς «επιστροφή Τσίπρα», αλλά κάτι μεγαλύτερο από το πρόσωπο Τσίπρα;

Προγραμματικό αλλά και υφολογικό ζήτημα

Το πρόβλημα αυτών των δύο κομμάτων δεν είναι μόνο προγραμματικό. Είναι και υφολογικό. Πρέπει να επανεφεύρουν τρόπους και κώδικες επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα. Με εκείνα που πριν από 20 ή 30 χρόνια έδιναν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ ανά περιοχές 50% και 60% και τώρα του δίνουν 6%. Με εκείνα που στο δημοψήφισμα ψήφιζαν ΟΧΙ κατά 65% και τώρα ψηφίζουν αντισυστημικά, απέχουν ή στρέφονται σε δεξιότερες επιλογές.

Και για να το πετύχουν χρειάζονται και προγραμματικό λόγο αλλά και υφολογική διαφοροποίηση. Δεν αρκεί να έχεις πρόγραμμα αν δεν μπορείς να το πεις. Δεν αρκεί να έχεις θέσεις αν αυτές δεν γίνονται πρόταση ζωής. Δεν αρκεί να μιλάς για θεσμούς, διαφάνεια, ανασυγκρότηση και παραγωγικό μοντέλο, αν ο άλλος δεν καταλαβαίνει πώς αυτό ακουμπά στο δικό του σπίτι, στο δικό του πορτοφόλι, στη δική του βάρδια, στο δικό του παιδί.

Αν δεν το κάνουν, αν στριμωχθούν σε μια κουβέντα για το ποιος μπορεί να εκφράσει καλύτερα τους «κεντρώους» που δυσαρεστήθηκαν από τον Μητσοτάκη, θα παλεύουν για τα εκλογικά ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του πρωθυπουργού. Και άντε τώρα, λόγω της φθοράς της επταετούς διακυβέρνησης, ίσως πέφτουν κάποια παραπάνω. Σε μια νέα στροφή της ιστορίας όμως αυτά ξαναμαζεύονται.

Βλέπετε, το ζήτημα είναι πάντοτε και ταξικό. Όχι μόνο, αλλά και. Και ο δικός τους λαός τι να κάνει; Να μείνει χωρίς εκπροσώπηση; Η άλλοτε γιγαντιαία κοινωνική και πολιτική συμμαχία, που ήταν a priori πλειοψηφική, να στριμώχνεται σε «άλλες» επιλογές; Να γίνεται εκλογική πρώτη ύλη για όποιον φωνάζει πιο δυνατά, πιο θυμωμένα, πιο εύκολα;
Ακόμη και μια εκλογική νίκη για κόμμα της Κεντροαριστεράς, που θα βασίζεται κυρίως σε επικράτηση στα μεσοστρώματα της άνετης ή σχετικά άνετης διαβίωσης, αν ποτέ επιτευχθεί, θα είναι πύρρειος. Θα είναι παροδική και ξέπνοη. Οι προκλήσεις στον 21ο αιώνα είναι τεράστιες και η συνθετότητα των ζητημάτων το ίδιο. Μόνο μια παραταξιακή λογική, με μεροληπτικές πολιτικές που γίνονται αντιληπτές ως τέτοιες, μπορεί να δημιουργήσει στέρεες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για τα κόμματα της Κεντροαριστεράς.

Συνοψίζοντας

Σε αυτό το πεδίο, κάθε κόμμα έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ έχει θεσμική μνήμη, πανελλαδική στελεχιακή διάρθρωση, πολυεπίπεδα δίκτυα και μια προγραμματική ετοιμότητα σε όλο το εύρος των ζητημάτων της διακυβέρνησης. Έχει κυβερνητική μνήμη, έχει στελέχη, έχει οργανώσεις, έχει πρόσβαση στην Αυτοδιοίκηση, έχει ακόμη παραταξιακές θύμισες. Του λείπει όμως εμφατικά η κρουστότητα, η γοητεία, η ένταση εργασίας και, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, η στρατηγική. Εκείνη η εκπεφρασμένη και βαθιά εμπεδωμένη ιδέα του ποιους πρέπει να εκπροσωπήσει.

Ο Τσίπρας έχει προσωπικό χάρισμα, φρέσκια ομάδα, επικοινωνιακή υπεροπλία και το αβαντάζ της επανεκκίνησης, όπως το είχε και ο Ανδρουλάκης τον χειμώνα του 2022. Έχει πολιτικό όγκο, αναγνωρισιμότητα, εμπειρία πρωθυπουργίας και τη δυνατότητα να ανακατέψει την τράπουλα. Του λείπει όμως το κόμμα, η διάρθρωση, η οργανωτική υποδομή και πρέπει να υπερβεί τα ζητήματα αξιοπιστίας που του αποδίδει μέρος του εκλογικού σώματος.

Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, καλούνται να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: μπορούν να ξαναμιλήσουν στον λαό που ιστορικά έδινε πλειοψηφίες στη δημοκρατική προοδευτική παράταξη; Μπορούν να τον ξαναδούν, να τον ακούσουν, να τον εκπροσωπήσουν, να τον οργανώσουν πολιτικά; Μπορούν να μιλήσουν όχι μόνο για τη χώρα γενικά, αλλά για τους ανθρώπους συγκεκριμένα;

Όποιος από τους δύο ξαναβρεί αυτόν τον λαό, θα κερδίσει. Όποιος αρκεστεί στο να διεκδικεί τους απογοητευμένους του Μητσοτάκη, θα μείνει μικρός. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ποιος θα είναι πρώτος στην Κεντροαριστερά. Το ζήτημα είναι αν κάποιος μπορεί να την ξανακάνει πλειοψηφική.

Γιατί ο Τσίπρας ανακατεύει την τράπουλα χωρίς να λέει κάτι καινούργιο, άρθρο στη VORIA στις 30/05/2026

 


Η χώρα έχει κυβέρνηση. Κυβέρνηση που έχει υποστεί φθορά, που έχει μέτριες επιδόσεις σε αρκετά πεδία, που διανύει τον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης και που σταθερά προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις από χαμηλές δημοσκοπικές θέσεις. Η χώρα δεν έχει αντιπολίτευση – ή μάλλον έχει τόσες αντιπολιτεύσεις που δεν μπορεί να μεταβολίσει. Μία όμως που να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά προς τη Νέα Δημοκρατία, με πολιτική επιρροή, με όγκο και δυναμική δεν έχει. Ο αντιπολιτευτικός κατακερματισμός που παρατηρείται είναι απότοκος της εγγενούς αδυναμίας και όχι αίτιό της. Όταν σταθερά οι έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ένα 75% των ερωτώμενων να δυσφορεί ή να απορρίπτει την κυβερνητική διαχείριση και ταυτόχρονα κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης να μην μπορεί να προσεγγίσει σε πρόθεση ψήφου το 20%, τότε τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει κενό – υπάρχει πολιτικός χώρος. Όλη η προσπάθεια επανάκαμψής του στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό τροφοδοτείται από αυτήν την αδυναμία των υπολοίπων. Αυτό είναι το καύσιμο της προσπάθειας Τσίπρα και αυτό το καύσιμο είναι -σε πρώτη φάση- αρκετό. Σε δεύτερη φάση, θα το συζητήσουμε όταν φτάσουμε στη δεύτερη φάση. 

Ο Τσίπρας δεν είναι νέο προϊόν

Το πρόσωπο Αλέξης Τσίπρας ήταν «το νέο» το 2006, στις τότε αυτοδιοικητικές εκλογές. Σήμερα, 2026, είναι ένας πρώην πρωθυπουργός που κατήγαγε σειρά δύσκολων νικών στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και σειρά μεγάλων ηττών στις αρχές αυτής. Ανέδειξε σε κυβερνητική δύναμη ένα μικρό κόμμα με αναφορές όμως σε υπαρκτά πολιτικά ρεύματα, κυβέρνησε σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο τη χώρα με συγκεκριμένα αποτελέσματα και διακριτό όμως στίγμα και απέτυχε να μετεξελίξει το κόμμα του για δεύτερη φορά το 2019. Επανακάμπτει σήμερα όχι ως «το νέο» αλλά ως «το δυνητικά πλειοψηφικό». Δεν λέει «ψηφίστε με – είμαι κάτι νέο». Λέει «ψηφίστε με για να έχετε εναλλακτική επιλογή διακυβέρνησης». Είναι αρκετό; Για να κερδίσει σήμερα και σε 6 μήνες τις εκλογές ίσως όχι. Για να τον φέρει στη δεύτερη θέση του διεκδικητή της, ίσως ναι. 

Ο Τσίπρας συσπειρώνει και αντισυσπειρώνει

Πριν αναλύσουμε τις δυναμικές συσπείρωσης και αντισυσπείρωσης – γιατί από τη σύγκριση αυτών θα προκύψει το τελικό αποτέλεσμα, πρέπει να παραδεχθούμε κάτι. Το πρόσωπο Τσίπρας κάπως επιδρά – κάτι πετυχαίνει – συζητείται και μάλιστα άμα τη εμφανίσει. Μπορεί ένα ποσοστό να μην θέλει να τον δει ούτε ζωγραφιστό, να του ξυπνά δυσάρεστες μνήμες, να τον απεχθάνεται πολιτικά, υφολογικά, πολιτικά κ.ο.κ. Από την άλλη πάλι κάποιοι να τον θεωρούν τη μόνη λύση στο αδιέξοδο, τον πρωθυπουργό που ήταν τίμιος και προσπάθησε, που ήταν και παραμένει η ελπίδα του λαού ή αυτόν που μπορεί -ως ελάχιστο κοινό στόχο- να κερδίσει τον Μητσοτάκη σε δεύτερο χρόνο. Τι σημαίνει όμως αυτό; Ότι δεν είναι αδιάφορος – βάζει σε κίνηση τον τροχό της ιστορίας, ανακατεύει την τράπουλα. 

Όμως αντισυσπειρώνει. Ναι – και αυτό καθιστά δύσκολη την προσπάθειά του για νίκη σε εθνικές εκλογές. Φέρει φορτία – το παραδέχονται όλοι. Αυτή όμως η επίδρασή του ταυτόχρονα σχηματοποιεί τη ρευστότητα. Δυνητικά δημιουργεί ένα κεντρικό δίλλημα. Βάζει τέλος στη χύμα κατάσταση ( αν τα καταφέρει). Δημιουργεί με δυο λόγια συνθήκες σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος (αν τα καταφέρει). 

Ο τρόπος Τσίπρα φωτίζει το κενό

Διαβάζοντας τη διακήρυξη του νέου κομματικού εγχειρήματος δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα – από την άλλη όμως δεν θα μπορούσα να ενθουσιαστώ εύκολα. Είναι ένα καλό πολιτικό κείμενο, αρκούντως ευρύχωρο, με σημαντικές παραλείψεις (Ευρώπη, εκσυγχρονισμός, διεθνής καταμερισμός εργασίας κλπ) αλλά συνεκτικό και ταυτοτικό. Στον ευρύτερο όμως χώρο της κεντροαριστεράς έχουν γραφτεί από το 2011 εξαιρετικά πολιτικά, προγραμματικά και κομματικά κείμενα. Δυσανάλογα πολλά της εκλογικής της επιρροής και εξόχως ποιοτικά, δυσανάλογα της πολιτικής της πρακτικής. 
Τι σημαίνει αυτό στις παρούσες συνθήκες; Σημαίνει ότι το κενό που περιγράψαμε πιο πάνω δεν είναι προγραμματικό, δεν μεταφράζεται σε έλλειμμα κειμένων και επεξεργασιών, δεν είναι έλλειμμα κυβερνητικών προτάσεων. Είναι πρωτίστως έλλειμμα πολιτικό. Λίγοι και με κόπο ταυτίζονται πολιτικά με τα προοδευτικά κόμματα γιατί κυρίως έχουν πειστεί ότι τα τελευταία έπαψαν να είναι «δικά τους», έπαψαν να νοιάζονται για αυτούς. Ο λόγος τους έγινε άνευρος, γραφειοκρατικός, πολλές φορές στείρα καταγγελτικός. Δεν δημιουργεί προσδοκία, δεν θέλγει, δεν «περπατάει», δεν αγγίζει, δεν ξεσηκώνει. 

Για αυτό ο Τσίπρας – και μετά το ιστορικό κάζο της περιόδου 2019 – 2023, έρχεται με λόγο πιο απλό. Δεν αναφέρει τη λέξη «Δεξιά», δεν αναφέρει το όνομα του πρωθυπουργού, δεν μιλά ως αριστερός. Βάζει στο όνομα του κόμματος την Αριστερά για να κατοχυρώσει – όσο μπορεί – έναν χώρο ως βάση, ως σημείο εκκίνησης, αλλά η όλη του παρουσία είναι μια προσπάθεια ταυτόχρονα να τον υπερβεί. Η μάχη στον προοδευτικό χώρο θα κριθεί στο πολιτικό πεδίο. Θα κριθεί υφολογικά, θα κριθεί και από τα πρόσωπα, θα κριθεί και από τα logistics – από τους πόρους κάθε στρατοπέδου αλλά και από την προσδοκία. 

Τα πλεονεκτήματά του

Ο Τσίπρας άλλωστε ιστορικά αν σε κάτι ήταν καλός – ο καλύτερος στη γενιά του – ήταν σε αυτό που θα ονοματίζαμε καταχρηστικά διαισθητική αντίληψη των πραγμάτων. Και ας του καταλόγιζαν ότι δεν μιλούσε καλά αγγλικά ή ότι δεν είχε τη θεωρητική σκεύη των παλαιών αριστερών ή των του μεταπολιτευτικού ΠΑ.ΣΟ.Κ, είχε κάτι άλλο. Τη διαίσθηση, την κοινωνική αντίληψη, τη μικρή απόσταση από τον μέσο όρο του ανθρώπου που διεκδικεί την ψήφο του. Μην κακολογείτε τα αμφιθέατρα, σου δίνουν δεξιότητες που δεν αγοράζονται ντε φάκτο με πτυχίο από καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού. 
Δείτε και κάτι άλλο. Η στρατηγική Τσίπρα από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα μετατοπίστηκε. Τον Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη, στο συνέδριο του Economist προσπάθησε να εμφανιστεί ως ένας Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης, ενώ τις προάλλες από το Θησείο, έβαλε το «Αριστερά» στο όνομα και προσπάθησε να επανασυνδεθεί με τις φωτεινές στιγμές του προοδευτισμού στην Ελλάδα – όπως άλλωστε έκανε και ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Μας προτείνει μια δική του επιλεκτική χρονοσειρά με κληρονόμο τον ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι πιθανά κάποιοι στο επιτελείο του «μετρούν», αναλύουν, σκέπτονται και σχεδιάζουν και αν χρειαστεί αλλάζουν. Λειτουργίες μάλλον σε σπάνη τα τελευταία αρκετά χρόνια στον πέραν της κυβέρνησης χώρο.

Κόμμα προσωποπαγές

Άλλο ένα προσωποπαγές κόμμα ιδρύεται, προηγήθηκε εκείνο της κ. Καρυστιανού, της κ. Λατινοπούλου, της κ. Κωνσταντοπούλου, του κ. Κασσελακη και πιθανά να ακολουθεί του κ. Σαμαρά. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι το συλλογικό υποχωρεί. Η έννοια του κόμματος αμφισβητείται, τουλάχιστον στην ιδεοτυπική της έκφανση. Μπορεί η ΕΛΑΣ να αποκτήσει δομές και υποδομές και λειτουργίες κόμματος, αλλά είναι εμφανές ότι αυτό δε συνιστά προτεραιότητα. Ίσως πάλι να έχουμε μια επιστροφή προς τα πίσω. Η σειρά που γνωρίζαμε ήταν «κόμματα στελεχών» => «κόμματα μαζών» => «πολυσυλλεκτικά κόμματα» και μια εκδοχή των τελευταίων ως «κόμματα του κράτους». Φαίνεται ότι επιστρέφουμε μάλλον σε «κόμματα στελεχών» ή προχωράμε σε κάτι νέο «κόμματα προσώπων» με κάποια δίκτυα μαζί. 

Είναι αυτό πρόοδος; Κατά την προσωπική μου άποψη όχι αλλά ας μη βιαστούμε να κρίνουμε την ιστορία. Πάντως αυτή η τάση αποκαλύπτει και φωτίζει την αδυναμία των θεσμικών κομμάτων να μετεξελιχθούν, τη δυναμική υποχώρησης των συλλογικών υποκειμένων, την αποχή του λαού, τη μετατροπή της πολιτικής διαδικασίας σε τηλεοπτικό ή σοσιαλμιντιακό προϊόν και την τροπή της νέας ατομικότητας που μετατρέπει ακόμη και τις εγγενώς συλλογικές υποθέσεις σε ατομική επιλογή. 

Η μάχη στην κεντροαριστερά

Η μάχη στην κεντροαριστερά δεν έχει κριθεί. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ ακόμα και την ύστατη στιγμή μπορεί και να πατήσει τα σωστά πλήκτρα και να συνθέσει μία έστω μικρής κλίμακας Carmina Burana για να γίνει αυτό ο δυνητικός δεύτερος – προοδευτικός πόλος. Η ορχήστρα μπορεί υπό προϋποθέσεις, έχει θύμισες από μεγάλες συναυλίες, έχει πανελλαδική διάρθρωση – ο μαέστρος πρέπει να αποφασίσει. Από την άλλη ο Τσίπρας είναι ένας μαέστρος που φτιάχνει τώρα τη δική του ορχήστρα. Η μάχη είναι και μάχη χρόνου. Ο χρόνος δεν είναι άπειρος, ούτε σε περιμένει. 

Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει σε άδειο γήπεδο. Επιστρέφει σε ένα γήπεδο γεμάτο κούραση, δυσπιστία και πολιτική ρευστότητα. Δεν είναι το νέο. Δεν είναι άφθαρτος. Δεν είναι χωρίς βαρίδια. Είναι όμως, αυτή τη στιγμή, ένα πρόσωπο που μπορεί να μετατρέψει το διάχυτο κενό σε πολιτικό σχήμα. Και αυτό, στην παρούσα φάση, αρκεί για να τον ξαναβάλει στο κέντρο του παιχνιδιού.