Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Σοσιαλδημοκρατία εξηντάρηδων και περιφέρειας ή ζώσα προοδευτική παράταξη; (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 28/9/2015)


Το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε αυτές τις εκλογές κρίθηκε μερικώς επιτυχημένο. Ανέκοψε την πορεία του χώρου προς την πλήρη εξαφάνιση και εξαέρωση, διέσωσε τη δυνατότητα διατύπωσης διαφορετικού πολιτικού λόγου από εκείνον του ΣΥΡΙΖΑ, συνένωσε δυνάμεις πέραν του ενός κόμματος σε μια αντίστροφη πορεία των συνεχόμενων διασπάσεων και διαφοροποιήσεων, υπερέβη ιστορικής φύσης προφάσεις ακινησίας και έκανε μία αρχή. Μόνον αν αντιμετωπιστεί ως ένα σημείο εκκίνησης υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Ούτε καν σαν βάση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί διότι ο στόχος ( πρέπει να) είναι πολύ μακριά από την παροντική επιρροή στην κοινωνία. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν πως τα σημερινά εκλογικά όρια της κεντροαριστεράς απέχουν παρασάγγας από τα αντίστοιχα της Ευρώπης και από τα εκείνα του πρόσφατου παρελθόντος. Βέβαια τα εκλογικά ποσοστά της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν αναλυθούν στοιχειωδώς θα δείξουν ολοφάνερα τις προκλήσεις, τις προτεραιότητες και την ιεράρχηση των ζητημάτων που πρέπει να γίνει στο χώρο αυτό.

Η πραγματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει με τρόπο αδιαμφισβήτητο πως η Δημοκρατική Συμπαράταξη και ο ευρύτερος χώρος που εκπροσωπεί αυθεντικά, είναι δραματικά μειοψηφικός στις νέες ηλικίες και τρίτη δύναμη στους άνω των 55ετών. Επίσης δείχνει μια γεωγραφική διαφοροποίηση με την περιφέρεια να δίνει την τρίτη θέση αλλά τα αστικά κέντρα να μην ακολουθούν. Ιδιαίτερα δε στις ηλικίες 18-24 η επιρροή του χώρου ανέρχεται περίπου στο 2% και στις ηλικίες 25 – 34 στο 4%.  Στους άνεργους και στους φοιτητές 3% και 1,5% αντίστοιχα. Μόνο με αυτό ως δεδομένο γίνεται αντιληπτή η τεράστια πρόκληση για την κεντροαριστερά.

Δεν χρειάζεται κανείς πολυσύνθετες αναλύσεις για να καταλάβει πως το μέλλον του εγχειρήματος περνά μέσα από τη σχέση του και με αυτές τις κατηγορίες του εκλογικού σώματος. Η στρατηγική που θα επιλεγεί το αμέσως επόμενο διάστημα οφείλει να απαντά σε αυτή την πρόκληση. Εάν το εγχείρημα δημιουργίας ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού προοδευτικού πόλου περιοριστεί στη διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος, στη διάσωση κομματικών μηχανισμών, στην επανεπιβεβαίωση στερεοτύπων, στη δικαίωση προσωπικών επιλογών, το αποτέλεσμα θα φανεί σύντομα και θα είναι απογοητευτικό.

 Οφείλει ο προοδευτικός χώρος να απαλλαγεί από το δικαιολογημένο καημό της δικαίωσης των επιλογών του. «Τα κόμματα που δεν αλλάζουν πεθαίνουν, κι αυτό το κόμμα ( στην περίπτωσή μας - χώρος) είναι ένα ζωντανό κίνημα, όχι ένα ιστορικό μνημείο» όπως είχε πει ο Τόνι Μπλερ το μακρινό 1994 -φράση που θα μπορούσε να έχει πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ακόμη και ο Κώστας Σημίτης αλλά και ο Γιώργος Παπανδρέου σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και στιγμές. Οι κοινωνίες ψηφίζουν με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση σε αυτήν την πρόκληση αγγίζει πολλές πτυχές. Αφορά κυρίως πολιτικές, οργανωτικές δομές και πρόσωπα. Τρία πεδία τα οποία συμφύονται και δεν μπορούν να δώσουν προωθητικές απαντήσεις αν επιχειρηθεί ξεχωριστή αντιμετώπιση. Οι δημόσιες πολιτικές της κεντροαριστεράς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη διαγενεακή διάσταση της κρίσης. Να συνδεθούν με την προσδοκία της νέας γενιάς για εργασία, δημιουργία και ταυτόχρονα μέσω αυτής της διαδικασίας να προχωρήσει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Να προταχθούν λύσεις για το σύνθετο πρόβλημα των αστικών στρωμάτων που επλήγησαν δυσανάλογα από την κρίση λόγω κατάρρευσης του προηγούμενου παραγωγικού μοντέλου. Τα πρόσωπα πρέπει να κομίζουν φρεσκάδα, λεξιλόγιο σύγχρονο κοντά στους νέους και στις παραγωγικές ηλικίες. Να έχουν εικόνα της ζωής και των προκλήσεων των outsiders, να μπορούν να μιλήσουν ξανά σε λαϊκές περιοχές με ομιλίες για τους πολλούς, με ενσυναίσθηση που δεν θα εκφυλίζεται όμως σε λαϊκισμό. Να υπάρξει γενναία ανανέωση της ανθρωπογεωγραφίας με μερικά βήματα προς τα πίσω των παλιών. Τέλος οργανωτικά, δεν μπορεί παρά μέσα από ένα ελληνικό ‘’Επινέ’’ ο χώρος να βαδίσει στο δρόμο της ίδρυσης ενός νέου κόμματος με δημοκρατικές διαδικασίες, ενός κόμματος των μελών. 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σάμι Γαράιμπε - άρθρο στην Κυριακατικη Μακεδονία 27/9/2015 ''Νέα Δημοκρατία: ή αλλάζει ή βουλιάζει''

Παρά την επτάμηνη καταστροφική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά τους ερασιτεχνισμούς και τα φτηνά παιχνίδια της, παρόλη την αποτυχία της διαπραγμάτευσης, του κλεισίματος των τραπεζών και της τεράστιας εκτίναξης του κόστους ενός νέου αχρείαστου μνημονίου, η Νέα Δημοκρατία ηττήθηκε στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου. Όταν χάνεις, είτε κοιτάς κατάματα την ήττα σου γι’ αυτό που πραγματικά είναι και με αμείλικτη ειλικρίνεια εντοπίζεις τα λάθη σου προκειμένου να τα διορθώσεις, είτε αναλώνεσαι σε «πολιτικά ορθές» κοινοτοπίες, οι οποίες μπορεί να είναι καλές για  παρηγοριά, αλλά δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στην προοπτική ανάκαμψής σου.

Δυστυχώς, το δεύτερο φαίνεται να έκανε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την επίσημη ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος να είναι ότι «η Νέα Δημοκρατία διατήρησε τις δυνάμεις της». Η Νέα Δημοκρατία δεν διατήρησε καθόλου τις δυνάμεις της. Το ποσοστό του 28% δεν μπορεί να πιστώνεται ολόκληρο στον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων που θα στήριζαν ανεπιφύλακτα την σημερινή Νέα Δημοκρατία. Το 28% δεν οφείλεται σε ανθρώπους που εμπνεύστηκαν να ψηφίσουν ΝΔ.  Σε αυτό περιλαμβάνεται ένα ισχυρό ρεύμα αντισυριζαϊσμού το οποίο μετακινήθηκε στρατηγικά στη ΝΔ μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από την χειρότερη κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος μεταπολιτευτικά. Οι άνθρωποι που έδωσαν στη ΝΔ την «αξιοπρεπή» της εμφάνιση στις εκλογές δεν είναι στο τσεπάκι κανενός και θα φύγουν πρώτοι, αν δεν δουν το κόμμα αυτό να αλλάζει ριζικά ως προς τη νοοτροπία, την οργάνωση και τη στελέχωσή του. Αν επιτραπεί κάτι τέτοιο να γίνει, τότε πανεύκολα θα δούμε το 28% να μετατρέπεται σε 15%, αλλά τότε θα είναι αργά για δάκρυα.

Σε προηγούμενό μου άρθρο έγραψα ότι η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει ενεργητικά να παρέμβει στα δημόσια πράγματα για να αλλάξει την Ελλάδα, χαράσσοντας και πάλι μεγάλες εθνικές πολιτικές. Η εκλογική της ήττα δείχνει ότι δεν θα μπορέσει να αλλάξει την Ελλάδα, αν δεν αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Δραματικά.

Ο κομματικός μηχανισμός της Νέας Δημοκρατίας στην παρούσα του μορφή είναι απροσπέλαστος για τη συντριπτική πλειοψηφία των φίλα προσκείμενων σε αυτήν πολιτών. Ανεξάντλητες εφεδρείες νέων ανθρώπων, επιστημόνων, στελεχών επιχειρήσεων και άλλων αξιόλογων ατόμων παραμένουν άγνωστες και αναξιοποίητες από τις επίσημες δομές του κόμματος. Τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης για μη εκλεγμένα κομματικά στελέχη είναι μηδαμινά. Οι Τοπικές Οργανώσεις, οργανωτικά απολιθώματα περασμένων δεκαετιών, συγκαλούνται μια φορά το χρόνο για κοπή πίτας με φόντο το κάδρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ οι Νομαρχιακές Διοικήσεις συνεδριάζουν πίσω από κλειστές πόρτες.


Οι ρυθμοί ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας είναι εξαιρετικά αργοί σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία απαιτεί από τα ελληνικά κόμματα μαζική εισροή νέου αίματος. Η ΟΝΝΕΔ, βασικός μηχανισμός ανάδειξης νέων ανθρώπων σε προηγούμενες δεκαετίες, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε αποστακτήριο μετριοτήτων βραδείας καύσης με περιορισμένη δυνατότητα επηρεασμού του ύφους, της στρατηγικής και της πορείας του κόμματος.

Αν θέλει η Νέα Δημοκρατία να παραπέμπει σε σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά και να μη ζήσει ένα déjà vu αυτού που της συνέβη το 1981, θα πρέπει:
 - να ρίξει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τις αποξενωμένες ηλικίες μεταξύ 20 και 35
 - να δώσει βήμα έκφρασης και συμμετοχής σε νέους, άγνωστους στο ευρύ κοινό ανθρώπους
- να εγκαταλείψει τις βαρονίες και τις συνεννοήσεις κλειστών δωματίων που δεν αφορούν κανέναν έξω απ’ αυτά
- να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και ύφος της
- να απεξαρτηθεί από τη νοοτροπία «τήρησης εσωκομματικών ισορροπιών» μεταξύ στελεχών-φεουδαρχών
- να αναδείξει νέα, ως προς την ηλικία και νοοτροπία, ηγεσία με φιλελεύθερη πολιτική ατζέντα που να μπορεί να κάνει πράξη όλα τα παραπάνω

Η εναλλακτική ισοδυναμεί με μακρά πολιτική ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα και του κόμματός του στην πολιτική ζωή του τόπου με απρόβλεπτες για τη χώρα συνέπειες.

Ο Σάμι Γαράιμπε είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Το στοίχημα της κεντροαριστεράς ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 15/9/2015)


Εναλλακτικός τίτλος του άρθρου - γιατί στηρίζω Δημοκρατική Συμπαράταξη και είμαι υποψήφιος.

Τα κυρίαρχα ρεύματα που έρχονται από την νεοελληνική ιστορία είναι δύο – η διατήρηση του προνομιακού δεσμού της χώρας με τη Δύση και από την άλλη, ένα κοινωνικό ρεύμα που, επίσης, έρχεται από μακριά έχει ως επίκεντρο το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τα δύο ρεύματα τα εξέφρασε διαχρονικά η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, η κεντροαριστερά με την ευρεία του όρου έννοια. Όχι το ένα σε βάρος του άλλου. Προνομιακή στάση της κεντροαριστεράς υπέρ του ενός έναντι του άλλου την καθιστά αδύναμη, πολιτικά και κοινωνικά ακροτηριασμένη.

Η παράταξη αυτή, με όλα τα ιστορικά της λάθη, τις αστοχίες πολιτικών και την μειωμένη αξιοπιστία ορισμένων προσώπων, είναι αυτή που κράτησε τη χώρα όρθια, απέτρεψε την άτακτη χρεοκοπία και την καταβύθιση της κοινωνίας σε επίπεδα αδιανόητα. Αποσόβησε την γεωπολιτική περιδίνηση, ιεραρχώντας ως σημαντικότερη την τύχη της Ελλάδας από αυτή της παράταξης, ιεράρχηση όχι αυτονόητη για άλλους πολιτικούς χώρους. Είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό σε κάθε φάση της κρίσης. Οι σχηματισμοί που σήμερα συναπαρτίζουν το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, ο καθένας με το δικό του αξιακό και ιδεολογικό φορτίο, με τις δικές του επεξεργασίες, με τον δικό του ιδιαίτερο πολιτικό λόγο είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό και σήκωσαν βάρη δυσανάλογα των ευθυνών τους.

Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος του λεγόμενου μπλοκ δυνάμεων του αντιμνημονίου. Το αντιμνημόνιο – το μεγαλύτερο και ίσως πιο καταστροφικό πολιτικό ιδεολόγημα- σε καμία φάση της κρίσης δεν μπόρεσε να μετουσιωθεί σε θετική πρόταση διακυβέρνησης. Συνένωνε ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες και αιτήματα, ανέδειξε κόμματα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από το περιθώριο, ποτέ όμως δεν συνιστούσε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ήταν μια ρηχή στρατηγική με στόχο την εξουσία και όχι την υπέρβαση της κρίσης. Η πίεση δε που άσκησε στις προοδευτικές δυνάμεις ήταν τεράστια καθώς απονομιμοποίησε κάθε πρόταση, κάθε εγχείρημα και κάθε μετριοπαθή λόγο των λύσεων και των τεκμηριωμένων προτάσεων υπέρ ενός αβαθούς και στείρου δήθεν ριζοσπαστισμού.

Οι στόχοι που πρέπει να τεθούν και να μετουσιωθούν σε δημόσιες πολιτικές είναι συγκεκριμένοι. Ο δημοκρατικός προοδευτικός χώρος οφείλει να ξαναχτίσει την σχέση του με τη νέα γενιά που τον εγκατέλειψε μαζικά. Η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός πως ταυτίστηκε με τα συμφέροντα της γενιάς του Πολυτεχνείου, των insiders της Μεταπολίτευσης. Αυτή η ταύτιση του τον εμπόδισε να διαχειριστεί την κρίση διαφορετικά. Δεν προχώρησε γρήγορα σε κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν τις παλιές κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες, μη αντιλαμβανόμενος πως με αυτόν τον τρόπο επιβαρύνονται δυσανάλογα οι « εκτός συστήματος» - κυρίαρχη μερίδα των οποίων είναι οι νέοι. Με αυτή την τακτική επιλογή διαχείρισης της κρίσης έχασε τους παλιούς του συμμάχους και δεν κατάφερε μια νέα κοινωνική συμμαχία. Μια νέα κοινωνική αλλά και διαγενεακή συμφωνία είναι μονόδρομος για την υπέρβαση της κρίσης. Οφείλει να παρουσιάσει το δικό του μεταρρυθμιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση αλλά και την δική του πρόταση για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, αφού πρώτα εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους οι μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται. Ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους και η αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμό εμπόδισαν τις μεταρρυθμίσεις. Το μνημόνιο όσο δεσμευτικό και αν είναι διασφαλίζει τη σταθερότητα. Τα επιπλέον πρέπει να τα σχεδιάσουμε και να τα υλοποιήσουμε εμείς.

Τέλος, όταν υποστηρίζεις αυθεντικά πως η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί συνεργασίες είναι ζήτημα αξιοπιστίας να προχωράς σε τέτοιες αφήνοντας πίσω μικροδιαφορές. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι το πρώτο μικρό αλλά σημαντικό βήμα για να ενώσουμε την παράταξη, να επανεφεύρουμε τη σοσιαλδημοκρατία, να συμβάλουμε στην έξοδο από την κρίση, να αφήσουμε στην άκρη τη Χ.Α, να σχεδιάσουμε το μέλλον, να εκφράσουμε τις νέες κοινωνικές δυνάμεις της προόδου και της εργασίας.