Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

«Κοινωνικός κανιβαλισμός»: η συνταγή της ακινησίας


 Σάμι Γαράιμπε
πολιτικός επιστήμονας

Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, μαζί με τις ραγδαίες μεταβολές που επιφέρει στη ζωή των Ελλήνων η προσπάθεια της χώρας να ορθοποδήσει οικονομικά, παρατηρείται στον δημόσιο λόγο η εμφάνιση του ιδεολογήματος περί «κοινωνικού αυτοματισμού» ή «κοινωνικού κανιβαλισμού». Διαφόρων ειδών δημοσιολογούντες, από πολιτικούς και δημοσιογράφους έως παρουσιαστές πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών, ομνύουν υπέρ της ανάγκης για «κοινωνική ενότητα» και εξορκίζουν το κακό του «κοινωνικού κανιβαλισμού», ώστε να μην στραφεί, λένε, το ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά του άλλου. Το πραγματικό όμως δίλημμα για τη χώρα δεν βρίσκεται μεταξύ κοινωνικής ειρήνης και κοινωνικού αλληλοσπαραγμού, αλλά μεταξύ εθνικής ανασυγκρότησης και εθνικής παρακμής. Τι σημαίνει εθνική ανασυγκρότηση και ποιές οι προϋποθέσεις της;

Αν δεχτούμε ότι ο ρους της ιστορίας κυλάει βάσει του διαλεκτικού τριπτύχου Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση, τότε είναι βέβαιο ότι στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια της επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας καταργήσαμε τον δεύτερο όρο αυτού του τριπτύχου, την Αντίθεση, για να κατασκευάσουμε μία εξίσου τεχνητή αίσθηση «κοινωνικής αρμονίας». Ήταν η «κοινωνική αρμονία» των ελλειμμάτων  του υπερβολικού δανεισμού, της μίζας, της διαφθοράς, της ανύπαρκτης παραγωγικότητας, του τεράστιου δημόσιου τομέα. Ήταν η «κοινωνική ειρήνη» της δαιμονοποίησης της επιχειρηματικότητας, του εκθειασμού της μετριότητας, του εξοστρακισμού της αριστείας και της εκδίωξης των αρίστων. Ήταν η «κοινωνική ομαλότητα» της καταστρατήγησης κάθε έννοιας κοινού καλού προς όφελος της ικανοποίησης κάθε παράλογου μερικού-συντεχνιακού συμφέροντος. Αυτό ήταν το δικό τους πανάκριβο κοινωνικό συμβόλαιο που μας κόστισε πικρά πολύτιμους υλικούς και ανθρώπινους πόρους, που στέρησε από τις επόμενες γενιές των Ελλήνων την ελπίδα να παραμείνουν για να δημιουργήσουν στον τόπο τους.

 Αντί να ενθαρρυνθούν οι γόνιμες εκείνες αντιθέσεις που παράγουν ιστορία, καθιερώθηκε η αποχαύνωση του συμβιβασμού με κάθε παθογένεια, κάθε λάθος, κάθε παράλογο. Εθνική ανασυγκρότηση λοιπόν σημαίνει υγιής διαφοροποίηση συμφερόντων, άμιλλα ιδεών, σύγκρουση προτάσεων και στρατηγικών σχεδιασμών για το μέλλον της χώρας. Δεν είναι πλέον δυνατό όλοι να είναι με όλους. Δεν γίνεται να υπάρξει «αλληλεγγύη» του εμπόρου προς τον κουκουλοφόρο που του καταστρέφει την περιουσία  του φοιτητή που θέλει να σπουδάσει προς την ακροαριστερή μειοψηφία που επιτίθεται στο πανεπιστήμιο, του πολίτη που θέλει να μετακινηθεί ομαλά προς τον ταξιτζή που φράζει νευραλγικά σημεία της χώρας για να μην του ανοίξουν το επάγγελμα, του εργαζομένου που θέλει να δουλέψει προς τον απεργό των μέσων μαζικής μεταφοράς που θέλει να εξασφαλίσει για τον εαυτό του μία ακόμη άδικη αυτοεξαίρεση σε βάρος των υπολοίπων. Το κοινωνικό συμβόλαιο που θέλει τον ιδιωτικό τομέα να συντηρεί δημοσίους υπαλλήλους-ανέργους-συνταξιούχους σε αναλογία 1 προς 3 καταρρέει.

Ο ιστορικός χωροχρόνος τρεμοπαίζει. Είναι τώρα η ώρα να εγκύψουμε ως συλλογικό υποκείμενο πάνω στην κατάσταση μας και να προωθήσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα θεραπεύσουν τις χρόνιες δομικές μας ανωμαλίες, θα απελευθερώσουν τις δυνάμεις τις αγοράς, θα ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εφευρετικότητα και θα δημιουργήσουν επιτέλους τις προϋποθέσεις παραγωγής πλούτου. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει έξοδο από την εξω-ιστορική μας καραντίνα και επανένταξη μας στην ιστορία με πλήρη αποδοχή του συγκρουσιακού της χαρακτήρα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορευτεί στον 21ο αιώνα με όρους συγκαταβατικού χτυπήματος στην πλάτη και ανατολίτικων μικρο-διακανονισμών. 

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Μεταμνημονιακή Ελλάδα (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 28/1/2013)


Η Ελλάδα μετά το μνημόνιο δεν έχει περιγραφεί επαρκώς από καμία πολιτική δύναμη. Η σφοδρότητα της αντιπαράθεσης με επίκεντρο το μνημόνιο καθώς και η επίπτωση της εφαρμογής του στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών δεν άφησαν και εν πολλοίς δεν αφήνουν χώρο για τέτοιες συζητήσεις. Το σκηνικό περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς βασικοί σχεδιαστές του μνημονίου παραδέχονται πως βάσισαν το πρόγραμμα σε λάθος παραδοχές και ταυτόχρονα έχει εδραιωθεί η πεποίθηση πως το διαρθρωτικό του σκέλος δεν εφαρμόστηκε και οδηγηθήκαμε σε αλλεπάλληλες οριζόντιες περικοπές και αύξηση των φορολογικών βαρών. 

Βέβαια να ξεκαθαρίσουμε εδώ πως οι λανθασμένες αρχικές παραδοχές δεν οφείλονται σε κάποιο συνωμοσιολογικό σχέδιο καταστροφής της χώρας, αλλά σε υποεκτίμηση των στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας. Στρεβλώσεις που δεν στάθηκε ικανό, για πολλούς λόγους, να αντιμετωπιστούν με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο από τις κυβερνήσεις.

Σήμερα, ο έντονος διχασμός στο δημόσιο λόγο περί του μνημονίου φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Το δίλημμα μνημόνιο – αντιμνημόνιο έχει ατονήσει. Παραμένει όμως στο κοινωνικό πεδίο μια εικόνα που διαμορφώθηκε από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Οι τρεις επάλληλες πολώσεις σκιαγραφούν μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη σε διαφορετικά επίπεδα. Ταξικότητα της ψήφου, ηλικιακός διαχωρισμός και γεωγραφικός διαχωρισμός διαμορφώνουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να παραβλεφθεί από κανέναν.

Σε αυτή την πραγματικότητα θα περίμενε κανείς να υπάρξει μια ποιοτική διαφοροποίηση και να γίνουν οι πρώτες απόπειρες των πολιτικών δυνάμεων να προσδώσουν περιεχόμενο και να περιγράψουν την μεταμνημονιακή Ελλάδα με βάση το πολιτικό τους σχέδιο. Αντ’ αυτού γινόμαστε μάρτυρες μιας τεχνητής πόλωσης χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο με ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι δε τόσο εξόφθαλμα τεχνητή, που σε κάνει να απορείς εάν αυτά που λέγονται ένθεν κακείθεν γίνονται πιστευτά από τους ίδιους που τα εκστομίζουν. Δυστυχώς φαίνεται πως πρόκειται για μία πολιτική στρατηγική των δύο κομμάτων ώστε και να διατηρήσουν τη συνοχή των στρατοπέδων τους.

Η Νέα Δημοκρατία μεταχειριζόμενη δια στόματος κυβερνητικού εκπροσώπου μετεμφυλιακό λόγο προσπαθεί να αποκρύψει την απουσία ενός πολιτικού σχεδίου για τη χώρα, συγκρατώντας παράλληλα τις λαϊκές μάζες ψηφοφόρων της που πλήττονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη προσπαθεί να αποκρύψει τον διπλό λόγο που εκφέρεται εντός και εκτός συνόρων. Ένταση, πόλωση, αλληλοκατηγορίες, περιττή οξύτητα σε μία ήδη βαθιά διαιρεμένη κοινωνία.

Πώς θα στηθούν νέες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες; Ποιοι θα συμμαχήσουν ώστε να προχωρήσει η χώρα. Ποιος θα αναλάβει να περιγράψει την μεταμνημονιακή Ελλάδα και τι περιεχόμενο θα της δώσει; Μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς και αυτές τις στρατηγικές; Η απάντηση είναι πως όχι.

Καταλληλότερος ιδεολογικοπολιτικός χώρος για αυτή την αποστολή είναι η κεντροαριστερά. Το πολιτικό σχέδιο της κεντροαριστεράς που δεν θα ταυτίζεται με αυτό της Δεξιάς και θα επιχειρεί συνθέσεις και συμμαχίες είναι το προσφορότερο για να περιγραφεί η νέα Ελλάδα Είναι ο χώρος της κεντροαριστεράς που παρά τον κατακερματισμό του συζητά, ψάχνει και ψάχνεται, προτείνει. Και ορθά η Δημοκρατική Αριστερά και το ΠΑ.ΣΟ.Κ επιχειρούν να διαφοροποιηθούν από αυτό το σκηνικό. Διαφοροποίηση που δεν θέτει εν αμφιβόλω την κυβέρνηση συνεργασίας και τον βασικό στόχο που αυτή υπηρετεί αλλά βάζει όρια.

Τα κεντροαριστερά κόμματα εάν συνδεθούν με ορισμένες επί μέρους επιτυχίες και πρωτοβουλίες που θα αλλάξουν το παράδειγμα και περιγράψουν πώς θέλουν την Ελλάδα το 2020 έχουν ρόλο. Στο χέρι τους είναι εάν αυτός θα είναι πρωταγωνιστικός.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία


Του Θεοδωρου Κουλουμπη*

Με γεωπολιτικά κριτήρια παγκόσμιας τάξης/αταξίας, ο 19ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί σχετικά ειρηνικός και ο 20ός απόλυτα συγκρουσιακός. Το ερώτημα, καθώς μπαίνουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος τελικά θα τον βαφτίσουν;

Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους οι νικήτριες δυνάμεις συμφώνησαν, στο Κογκρέσο της Βιέννης (1814-15), να υιοθετήσουν μια άτυπη, αλλά ουσιαστική, συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων που αποκλήθηκε «Ευρωπαϊκή Συμφωνία». Αναγνώρισαν ότι μελλοντικές συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών (Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία) μόνο σε συλλογική ζημιά θα μπορούσαν να καταλήξουν. Ετσι δεσμεύτηκαν να ρυθμίζουν από κοινού (σε πολυμερείς διασκέψεις) περιφερειακές διενέξεις που από καιρού εις καιρόν θα ξεπηδούσαν στην περίμετρο του «ευρωκεντρικού» διεθνούς συστήματος. Βασικός κανόνας για τη διαιώνιση της ειρήνης θα ήταν ότι οι «μεγάλοι» δεν θα επιχειρούσαν να διεκδικήσουν την παγκόσμια ηγεμονία και θα αναγνώριζαν ίσα δικαιώματα στα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου των ισχυρών.

Ο κανόνας της συλλογικής διαβούλευσης παραβιάστηκε απόλυτα στον 20ό αιώνα. Τα κυριότερα αίτια της ιστορικής αυτής παράβασης ήταν ο άκρατος ανταγωνισμός ανάμεσα σε αποικιοκρατικές και ποιοτικά ελλειμματικές ηγεσίες, καθώς και η σταδιακή ανάπτυξη επεκτατικών και πολωτικών ιδεολογιών που στόχο είχαν την επαναστατική αναδιάρθρωση του διεθνούς συστήματος. Το κόστος για την ανθρωπότητα αποδείχθηκε τρομακτικό: δύο φονικοί παγκόσμιοι πόλεμοι (με πάνω από 100 εκατομμύρια νεκρούς) που ακολουθήθηκαν από τα 45 χρόνια Ψυχρού Πολέμου. Ο τελευταίος δεν εξελίχθηκε σε έναν τρίτο (ίσως και τελευταίο) παγκόσμιο πόλεμο, «χάρη» στη μακάβρια εξίσωση της ισορροπίας του πυρηνικού τρόμου. Αλλά ο κανόνας της συλλογικής ευθύνης για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος παρέμεινε ανενεργός σε ένα διπολικό κόσμο όπου η μία πλευρά προσπαθούσε να «θάψει» την άλλη.

Μετά τον αυτοχειριασμό του σοβιετικού συστήματος και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρκετοί αναλυτές μίλησαν για την επανίδρυση μιας «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων». Μάλιστα, ένας υπεραισιόδοξος Αμερικανός στοχαστής, ο Φράνσις Φουκουγιάμα, δημοσίευσε βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο «Το τέλος της Ιστορίας», στο οποίο διακήρυσσε ότι η ειρήνη θα παγιωνόταν σε ένα κόσμο βιώσιμης δημοκρατίας και ελεύθερης αγοράς. Η Ρωσία πέρασε σε μεταβατική περίοδο εσωστρέφειας και προσαρμογής στο άναρχο καπιταλιστικό μοντέλο. Το κέντρο του γεωπολιτικού βάρους μετακινήθηκε στον Περσικό Κόλπο (εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ) και στα δυτικά Βαλκάνια (πόλεμοι διαδοχής στην πρώην Γιουγκοσλαβία). Και σοβαροί αναλυτές, ιδίως οι νεοσυντηρητικοί της Ουάσιγκτον, έκαναν υπεραισιόδοξες προβλέψεις για τον επερχόμενο «αμερικανικό αιώνα», με τις ΗΠΑ στον ρόλο της «μοναδικής υπερδύναμης».

Η αυγή του 21ου αιώνα σημαδεύτηκε από την τρομοκρατική επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε αμέσως τον πόλεμο στην τρομοκρατία και υιοθέτησε -άκριτα- τα δόγματα του μονομερισμού, του προληπτικού πολέμου και της συμμαχίας των προθύμων. Οι αποφάσεις του, που ενέπλεξαν τη Δύση στους πολυετείς πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προκάλεσαν σοβαρές τριβές στις σχέσεις των Αμερικανών με παραδοσιακούς συμμάχους, όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Σήμερα, με πρόεδρο τον Μπαράκ Ομπάμα, οι Αμερικανοί προσπαθούν να βρουν τον δρόμο απεμπλοκής από τα θέατρα του πολέμου χωρίς να ξαναζήσει η χώρα τους την ταπεινωτική εμπειρία μιας άτακτης υποχώρησης τύπου Βιετνάμ.

Στην αυγή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μπορούμε να προβλέψουμε την «επιστροφή» σε ένα σύστημα «παγκόσμιας συμφωνίας μεγάλων δυνάμεων» που θα εξασφαλίσει μακροχρόνια την ειρήνη ανάμεσα στους ισχυρούς του πλανήτη. Ως άτυπη οντότητα συντονισμού των δράσεων των μεγάλων δυνάμεων, προσφέρεται η Ομάδα των Είκοσι (G-20), καθώς και μια αναζωογονημένη συστάδα διεθνών θεσμών, όπως ο ΟΗΕ, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου κ.ά. Σε μια κρίσιμη εποχή που η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία, θα ήταν κρίμα για την ανθρωπότητα να κατρακυλήσει και πάλι σε βιβλικές αντιπαραθέσεις και θρησκευτικούς πολέμους.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.