Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2022

Η νέα κανονικότητα δεν μπορεί να είναι μεταπολιτευτική, άρθρο στην Ηuffingtonpost



Η κόπωση της ελληνικής κοινωνίας είναι δεδομένη. Και αν επρόκειτο μόνον για κόπωση, θα ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όμως εδώ έχουμε μια σχεδόν δεκαπενταετία - σχηματικά από το 2007- που ανατράπηκε η μεταπολιτευτική κανονικότητα.

Η περιδίνηση της ελληνικής οικονομίας συμπαρέσυρε όπως ήταν αναμενόμενο την κοινωνία σε ένα καθοδικό σπιράλ με μεγάλο κόστος. Η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαγνώσει και να υπερβεί άμεσα και αποφασιστικά τις δομικές αδυναμίες που οδήγησαν στη χρεοκοπία επέτεινε χρονικά την κρίση και πολλαπλασίασε το κόστος. Βέβαια για να είμαστε δίκαιοι υπήρξαν κυβερνήσεις και περίοδοι που τα πράγματα συμμαζεύτηκαν ή διορθώθηκαν, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να ισχυριστούμε σήμερα πως αφήσαμε πίσω μας οριστικά και αμετάκλητα τις εγγενείς παθογένειες.

Η εμφάνιση της πανδημίας ήρθε σωρευτικά να προσθέσει νέα βάρη και νέες προκλήσεις σε έναν αδύναμο και γραφειοκρατικό κρατικό μηχανισμό, έφερε νέες οικονομικές επιβαρύνσεις και κατέστησε ορισμένα ζητήματα που χρόνιζαν επιτακτικά. Σε αυτή τη συγκυρία – για να είμαστε επίσης δίκαιοι με τις καταβληθείσες προσπάθειες – έγιναν σημαντικά βήματα λειτουργικού εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους όμως δεν κατέστη δυνατό να ξεπεραστεί η μόνιμη οργανωσιακή υστέρηση και οι χρόνιες ανεπάρκειες. Η φέρουσα ικανότητα του κράτους είναι συγκεκριμένη ακόμη και αν αποδεχθούμε ότι κινηθήκαμε στα άνω όριά της για να ανταπεξέλθουμε στην υγειονομική κρίση.

Σε αυτήν την δεύτερη χρονικά υγειονομική κρίση, σημαντική παράμετρος που έχει συγκρατήσει σε διαχειρίσιμο για την ώρα επίπεδο την κατάσταση είναι η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η δυνατότητα χρηματοδότησης ελλειμμάτων κάθε κράτους μέλους – συνθήκη όμως που έχει έναν απολύτως ορατό χρονικό ορίζοντα πέραν του οποίου κάθε κοινωνία θα αναμετρηθεί με τις δικές της πραγματικότητες και αδυναμίες.

Το μόνιμο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας από το 2010 και μετά είναι να η επαναφορά της κανονικότητας. Να βγούμε επιτέλους από την αέναη κρίση και να πάρουμε τις ζωές μας πίσω. Είτε αυτή είναι η οικονομική και κοινωνική ζωή μέχρι το 2010 είτε αυτή είναι η ζωή προ πανδημίας. Εύλογο αίτημα απολύτως λογικό για μια κοινωνία που απώλεσε 30% του ΑΕΠ και για 2 χρόνια τώρα μετρά απώλειες ζωών και ζει υπό περιορισμούς.

Εδώ όμως κρύβεται ο τεράστιος κίνδυνος. Για την Ελλάδα επιστροφή σε αυτό που εκτιμάται και ονοματίζεται κανονικότητα δεν υπάρχει. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προ του 2010 κατάσταση με κανένα υπαρκτό σενάριο – ακόμα και αν επιχειρηθεί μια τέτοια επιστροφή στο τέλος του δρόμου θα μας περιμένει μια νέα χρεοκοπία. Επίσης πρέπει να συνηθίσουμε πως το μέλλον που μας επιφυλάσσει ο 21ος αιώνας είναι γεμάτος κρίσεις και όχι κανονικότητες όπως το τελευταίο τέταρτο του 20ου.

Ειδικά εμείς έχουμε μπροστά μας πληθώρα κρίσεων.

Πρώτα και κύρια την οικονομική έως ότου ξεπεράσουμε την οικονομική υστέρηση μέσα από ένα πλέγμα αλλαγών σε κράτος και οικονομία. Ελλείμματα, δημόσιο χρέος και ασθενική ανάπτυξη δεν είναι συνταγή επιτυχίας.

Η δημογραφική κρίση είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο και συμπαρασύρει όλα τα πεδία κράτους και οικονομίας – ακόμη και αυτά της ασφάλειας και την άμυνας. Λιγοστεύουμε και γερνάμε τάχιστα.

Περιβαλλοντική κρίση καθώς φαίνεται να βρισκόμαστε στην πρώτη ζώνη χωρών που τις επόμενες δεκαετίες θα κληθούμε να πληρώσουμε τεράστιο κόστος λόγω κλιματικής αλλαγής.

Ενεργειακή κρίση καθώς η αλλαγή του ενεργειακού μείγματος αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι κολοσσιαίο project άμεσα συνδεδεμένο με παγκόσμιες εξελίξεις και δυνατότητες κάθε χώρας να εντάξει την τεχνολογική εξέλιξη στην δική της παραγωγή ενέργειας.

Γεωπολιτική κρίση καθώς γειτνιάζουμε με μια αναθεωρητική δύναμη που διάκειται εχθρικά προς εμάς σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που μεταβάλλεται και απουσιάζουν οι μεταπολεμικές σταθερές.

Άρα λοιπόν τι μένει; Τι μπορούμε να κάνουμε; Είμαστε χαμένοι από χέρι; Είναι το μέλλον μας δυσοίωνο; Η απάντηση εδώ εξαρτάται από πολλές παραμέτρους.

Πρώτη παράμετρος είναι να αναλύσουμε σε βάθος και ρεαλιστικά το σημείο που βρισκόμαστε. Δεν θα λύσουμε και δεν θα απαντήσουμε πειστικά σε καμία πρόκληση εάν δεν την αναγνωρίσουμε ως τέτοια. Αν ο δημόσιος διάλογος συνεχίσει να περιστρέφεται γύρω από επιδόματα, συντάξεις και μεταπολιτευτικές διευθετήσεις, έξεις και δομές δεν έχουμε μέλλον. Η νέα κανονικότητα είναι η αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων από το κράτος όχι η ένταξη και ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων και χαριστικών ρυθμίσεων σε ομάδες πίεσης στο κράτος.

Δεύτερο, ας ξεχάσουμε την μεταπολιτευτική κανονικότητα και ας αναζητήσουμε ιστορικά ανάλογα σε άλλες ιστορικές περιόδους. Η ήττα, η υποχώρηση, η υστέρηση δεν είναι νομοτέλεια αρκεί να προετοιμαστούμε. Υπάρχουν περίοδοι που η χώρα προόδευσε αισθητά. Πώς το πέτυχε; Με ποιες ελίτ; Με πιο πολιτικό πρόγραμμα; Με ποια ανάλυση διεθνών συγκυριών; Μια συνοπτική ματιά στη νεοελληνική ιστορία έχει αξιόλογα παραδείγματα.

Τρίτο, μεταφορά πόρων σε άλλα πεδία – αν συνεχίσουμε να χρηματοδοτούμε άπατα βαρέλια χωρίς καμία μετρήσιμη ανταπόδοση επειδή συγκυριακά έχουμε πρόσβαση σε φθηνό χρήμα δίνουμε παράταση ζωής σε ένα νεκρό μοντέλο και σε 10 με 15 χρόνια θα βρεθούμε σε ακόμη πιο δυσμενή θέση. Αυτή η μεταφορά πόρων θα συναντήσει αντιστάσεις από την κοινωνία είναι όμως μονόδρομος.

Κάθε κόμμα που κυβερνά είτε φιλοδοξεί να κυβερνήσει τη χώρα οφείλει να τοποθετηθεί σε αυτά τα ζητήματα γιατί αυτά συγκροτούν την ατζέντα της επόμενης πενηντακονταετίας. Εάν θέλουμε η Ελλάδα του 2060 να είναι χώρα εύρωστη, πληθυσμιακά μετρήσιμη, οικονομικά δυνατή, ενταγμένη σε όλα τα δίκτυα ισχύος, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες πρέπει να δράσουμε σήμερα.

Το μέλλον σίγουρα δεν θα είναι γραμμικό – ίσως υπάρξουν περίοδοι που η παλίρροια θα μας σηκώσει και άλλες που η άμπωτη μπορεί να μας τσακίσει. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε με κάθε τρόπο είναι να είμαστε καρυδότσουφλο όπως στο ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Είναι απολύτως εφικτό να μην είμαστε εμείς εκ νέου ο αδύναμος κρίκος αλλά παράγοντας σταθερότητας.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε ΕΔΩ

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Αξίζει η Θεσσαλονίκη να επενδύσει στα Χριστούγεννα; άρθρο στην Voria


 

Η αρχική ιδέα

Είναι γεγονός πως από την πρώτη χρονιά δημαρχίας του Κωνσταντίνου Ζέρβα έχει δοθεί βαρύτητα στην προετοιμασία της πόλης για τον εορταστικό χριστουγεννιάτικο στολισμό της πόλης, παρά το γεγονός της ανάληψης καθηκόντων το μήνα Σεπτέμβριο. Και βέβαια αυτή η επιλογή δεν ήταν τυχαία, ούτε συνιστούσε έκπληξη καθώς όλα τα προηγούμενα χρόνια ο ίδιος από το βήμα του Δημοτικού Συμβουλίου παρενέβαινε στο ζήτημα δείχνοντας ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Την πρώτη χρονιά λοιπόν «Οι Μαγεμένες Γιορτές» εντυπωσίασαν αναμφίβολα κατοίκους και επισκέπτες γιατί έγινε φανερή μια διαφορετική προσέγγιση που βασίζονταν σε ορισμένους άξονες. Φιλόδοξο σχέδιο, πρωτοτυπία, καλύτερη οργάνωση, ευρωπαϊκή αισθητική, παραδοσιακός προσανατολισμός και κινητοποίηση πολλών παικτών, πέραν του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Τη διαφορά έκανε η χριστουγεννιάτικη αγορά που οργανώθηκε στα πρότυπα αντίστοιχων κεντροευρωπαϊκών πόλεων και προσέδωσε στο εγχείρημα ζηλευτά χαρακτηριστικά. Έδωσε το μήνυμα στην πόλη αλλά και στους δυνητικούς επισκέπτες ότι «εδώ πάει να γίνει κάτι σοβαρό». Το στοίχημα κερδήθηκε κατά κοινή ομολογία και η πόλη δειλά αλλά σταθερά μπήκε στα ραντάρ όσων παρακολουθούν συστηματικά αυτές τις εξελίξεις. Μετά ήρθε η πανδημία και μοιραία όλα άλλαξαν. Ο δύσκολος χειμώνας του 2020 δεν άφηνε περιθώρια για πολλές εκδηλώσεις – επιλέχθηκε η πόλη να στολιστεί αλλά η καρδιά της χτυπούσε στα νοσοκομεία που ήταν στην πρώτη γραμμή της μάχη κατά του κορωνοϊού.



Η φετινή προσπάθεια

Φέτος, χωρίς να έχουμε αφήσει πίσω μας την πανδημία αλλά με το εμβόλιο να δίνει στην κοινωνία περιθώρια ελευθερίας προετοιμαστήκαμε για ένα μεγάλο come back των γιορτών. Η σκέψη να μεταφερθεί η χριστουγεννιάτικη αγορά από την Πλατεία Δικαστηρίων στο Πάρκο Ξαρχάκου – ως μια άκρως πετυχημένη πρακτική, έμεινε στα χαρτιά παρά την απόλυτη οργανωτικά ετοιμότητα για το εγχείρημα. Τα επιδημιολογικά δεδομένα οδήγησαν σε δεύτερες σκέψεις και κρατάμε την ιδέα για μια επόμενη χρονιά. Αξίζει να σημειωθεί πως η επιλογή χώρου γίνεται πάντοτε με ορισμένα κριτήρια. Το 2019 θελήσαμε να δώσουμε ζωή σε ένα σημείο επιβαρυμένο και με «καλές χρήσεις» να δείξουμε πως για καμία περιοχή, καμία γειτονιά δεν υπάρχει νομοτέλεια εγκατάλειψης.

Πάμε όμως στα υπόλοιπα. Φέτος λοιπόν χωρίς τη δυνατότητα πολλών και μεγάλων εορταστικών εκδηλώσεων, χωρίς τη χριστουγεννιάτικη αγορά και παρά το γεγονός πως όλα είχαν σχεδιαστεί και προετοιμαστεί, δόθηκε βαρύτητα στον στολισμό και τον φωτισμό. Κατά κοινή ομολογία πολλών – αν όχι όλων – η πόλη είναι για πρώτη φορά τόσο φωτεινή. Για πρώτη φορά φτάνουμε σε γειτονιές με τόσο έντονη και δυνατή παρουσία καθώς πέραν του κέντρου και του άξονα της Αριστοτέλους που αυτονόητα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, όλοι έχουμε δικαίωμα στη χαρά.


Ποια είναι τα οφέλη;

Στόχος μας είναι να μετατρέψουμε τη Θεσσαλονίκη την περίοδο των γιορτών αφενός σε προορισμό για επισκέπτες από Ελλάδα και εξωτερικό και αφετέρου να την ομορφύνουμε, να προσδώσουμε εκείνη την εορταστική ατμόσφαιρα που αναλογεί σε φιλόδοξα, αισιόδοξα, δυναμικά ευρωπαϊκά αστικά κέντρα. Τα οφέλη είναι πολλαπλά τόσο για την τοπική οικονομία όσο όμως και για την ποιότητα ζωής, για την διασκέδαση και την ψυχολογική ανάταση.

Υπόθεση όλης της πόλης: Ο στολισμός, ο φωτισμός, οι εκδηλώσεις είναι project που έχουν κόστος. Είναι σημαντικό πως αυτό το όραμα, αυτόν τον στόχο πλέον τον μοιράζονται πλέον πολλοί μέσα στην πόλη. Η «συμμαχία του καλού» φορά τα γιορτινά της και συνεισφέρει έμπρακτα. Φορείς, σύλλογοι, επιμελητήρια, μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, επαγγελματίες αντιλαμβάνονται τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές ως μία συλλογική υπόθεση. Κερδίζουμε το στοίχημα – κερδίζει όλη η πόλη. Το κόστος λοιπόν καλύπτεται με χορηγίες και χρόνο με το χρόνο ο στολισμός αυξάνεται. Τα χρήματα και τα υλικά πιάνουν τόπο και όλοι αντιλαμβάνονται ότι η προσπάθεια που γίνεται είναι συστηματική και πως υπάρχει σχέδιο. Ο προϋπολογισμός του Δήμου δεν επιβαρύνεται και η πόλη βρίσκει ένα πεδίο που μπορεί να την ενώσει – σημαντικό για τη Θεσσαλονίκη των διχασμών.

Κάθε χρόνο περισσότερα και καλύτερα: Με τον τρόπο που οργανώνονται τα Χριστούγεννα της πόλης, κάθε χρόνο σωρεύουμε στολισμό και φωτισμό. Ό,τι αγοράστηκε πρόπερσι, πέρυσι και φέτος αθροίζεται με τα μελλοντικά και πολύ σύντομα θα μας δώσει τη δυνατότητα να φτάσουμε παντού.

Αφύπνιση της χειμερινής τουριστικής βιομηχανίας: Παγκοσμίως η βιομηχανία των Χριστουγέννων είναι δραστηριότητα πολλών δισεκατομμυρίων και η Ελλάδα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι απούσα. Διακηρυκτικά στοχεύουμε σε τουρισμό 4 εποχών αλλά κάπου εκεί στα τέλη Οκτωβρίου τα μαζεύουμε και αναμένουμε το επόμενο καλοκαίρι. Αυτό μπορεί να αλλάξει αν αντιμετωπίσουμε τα Χριστούγεννα όπως το καλοκαίρι – ως ένα τουριστικό προϊόν. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι ακατόρθωτο. Η χρονική διεύρυνση της τουριστικής δραστηριότητας, η καλύτερη γεωγραφική κατανομή της τουριστικής ζήτησης και η αύξηση της μέσης δαπάνης και της διάρκειας παραμονής των επισκεπτών θα φέρουν θέσεις εργασίας, εισόδημα και ανάπτυξη σε πολλούς κλάδους.

Σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: Υπάρχουν πόλεις που έχουν παράδοση στον τομέα αυτό και είναι λογικό. Ας μη συγκριθούμε άμεσα με αυτές. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις πόλεων πιο κοντά στα δικά μας πολιτισμικά, κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά που τα καταφέρνουν πάρα πολύ καλά έχοντας κλείσει το χάσμα με τις πρώτες. Να δούμε λοιπόν τις συνταγές τους, τις ιδέες τους, τα επιτεύγματά τους

Ενίσχυση παράλληλων δραστηριοτήτων – κεντρικότητα του brand της πόλης: Ερχόμενος κανείς στη Θεσσαλονίκη για τις γιορτές, πέραν της διαμονής σε κάποιο κατάλυμα θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τη γαστρονομία της – πρωτεύουσα πλέον με τη σφραγίδα της UNSECO. Ίσως ενδιαφερθεί για κάποια απόδραση σε κάποιο κοντινό προορισμό, σε κάποιο χειμερινό θέρετρο. Προσθέτοντας τα Χριστούγεννα ως λόγο επίσκεψης και κατανάλωσης στην πόλη είναι δεδομένο ότι ενισχύεται το brand της. Πλάι στα παραδοσιακά πλεονεκτήματά της, ιστορία, κοσμοπολιτισμός, μουσεία θάλασσα, αρχιτεκτονική, γαστρονομία, εγγύτητα με περιοχές αυξημένου ενδιαφέροντος, βάζουμε έναν ακόμη λόγο, μία ακόμη πινελιά.

Πέραν αυτών όμως αξίζει να δούμε αν η Θεσσαλονίκη εναρμονίζεται με τα ζητούμενα της νέας εποχής σε ό,τι αφορά στον τουρισμό. «Η πορεία του ελληνικού τουρισμού προς το 2030 προϋποθέτει τη μετάβαση από την αυθόρμητη στη στοχευμένη ανάπτυξη μέσα από ένα μεθοδικό, ουσιαστικό και ολοκληρωμένο σχεδιασμό σε ένα πλαίσιο βιωσιμότητας, λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμους πόρους, στόχους και αναδυόμενες τάσεις» αναφέρει η μελέτη με θέμα: «Ελληνικός Τουρισμός 2030|Σχέδια Δράσης» που εκπονήθηκε από την κοινοπραξία εταιρειών Deloitte-Remaco για λογαριασμό του ΙΝΣΕΤΕ.

Σε αυτήν τα προσδιορίζονται 5 άξονες για την ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού:

   -Η βελτίωση και ανάπτυξη των δημοσίων -κυρίως- υποδομών

   -Η αναβάθμιση, καινοτομία και προώθηση του τουριστικού προϊόντος

   -Η ψηφιακή αναβάθμιση και ο μετασχηματισμός του τουριστικού οικοσυστήματος

   -Η προστασία του περιβάλλοντος και η αειφορία, και

   -Η ενίσχυση των δεξιοτήτων και η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας.



Για όποιον παρακολουθεί τον πυρήνα της πολιτικής και προγραμματικής προσέγγισης του Δήμου Θεσσαλονίκης, είναι σίγουρο ότι θα εντοπίσει σίγουρα την βαρύτητα και την κεντρικότητα των υποδομών, τη συστηματική δουλειά στην ψηφιακή αναβάθμιση και την επένδυση στη δημιουργία ενός ψηφιοποιημένου περιβάλλοντος καθώς και στην σημασία που δίνεται στη στήριξη και ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών και επιλογών σε όλο το φάσμα των αρμοδιοτήτων του.

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας δεκαετίας που φαίνεται πως συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις για ανοδική πορεία. Υπάρχει βούληση, υπάρχει σχέδιο, έχουν ωριμάσει πολιτικά - κοινωνικά αλλά και τεχνικά οι συνθήκες, υπάρχει δημοσιονομικός χώρος και το κυριότερο όλων, έχει εμπεδωθεί η πεποίθηση πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Το πετυχαίνουμε με τα Χριστούγεννα, με τις υποδομές, με την προσέλκυση μεγάλων πολυεθνικών, με τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια και τη διεκδίκηση κάθε διαθέσιμου πόρου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε ΕΔΩ  

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Κεντρικότητα, το πλεονέκτημα Ανδρουλάκη

 


Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του νικητή του Α' γύρου ήταν ότι η υποψηφιότητά του είχε κεντρικότητα στις εσωκομματικές εκλογές. Κεντρικότητα που του έδινε – δίνει- το απόλυτο πολιτικό πλεονέκτημα σε κάθε πιθανό δεύτερο γύρο. Κεντρικότητα που τον κατέστησε την πιο λογική κομματική επιλογή για μερίδες του κομματικού εκλογικού σώματος που παλαιότερα δεν τον επέλεξαν, αλλά τώρα - πριμοδοτώντας την προσωπική πολιτική του αξιοπιστία - πήγαν στην κάλπη υπέρ του.

Με μια πολιτικά μετριοπαθή στρατηγική, αυτήν την κεντρικότητα διαφύλαξε ως κόρη οφθαλμού, αποφεύγοντας την μεγάλη πολιτική και προγραμματική έκθεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπέδειξε ιδεολογικές συντεταγμένες. Έδειξε ότι έχει γνώση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής συζήτησης αλλά δεν μπήκε βαθιά στον προγραμματικό – πολιτικό ανταγωνισμό. Άλλωστε δεν παρατηρήθηκαν κολοσσιαίες πολιτικές διάφορες ανάμεσα στους υποψήφιους, δεν κρίθηκε σε αυτό το πεδίο η μάχη. Αλλά και πέραν αυτού, η κεντροαριστερά ακόμη και τα πέτρινα χρόνια της, επί μία δεκαετία, είναι παραγωγός προγραμματικού και πολιτικού λόγου. Τα κείμενα, οι επεξεργασίες, τα προγράμματα του αστερισμού του ευρύτερου χώρου εάν συγκεντρωθούν και μπούνε σε σειρά μας δίνουν ακόμη και σήμερα μια ποιοτική και ευθέως ανταγωνιστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Η κεντρικότητα της υποψηφιότητάς ταυτίστηκε με τη σημασία της αυτονομίας του χώρου και της σαφούς οριοθέτησης από τον κομματικό ανταγωνισμό. Έμμεσα δηλαδή απευθύνθηκε στους εκλογείς υποδεικνύοντας ιεράρχηση στόχων και αντίστοιχη σειρά βημάτων. Πρώτα ενότητα, αυτονομία, καθαρή ιδεολογική και προγραμματική τοποθέτηση και ακολούθως απεύθυνση στην ευρύτερη κοινωνία – με αυτή τη σειρά. Τα μηνύματά του ήταν απλά και καθαρά.

Επενδύει επίσης στο αίτημα για ανανέωση που όσο και ο,τι και να λέμε είναι ισχυρότατο, ειδικά σε έναν χώρο που λεηλατήθηκε από μια παρέα 40ρηδων, χωρίς καμία προγραμματική ωριμότητα το 2012-2019. Υπόσχεται δε, μια ηγεσία πιο ανταγωνιστική προς τους αντιπάλους - λογικό σε ένα αρχηγοκεντρικό κομματικό σύστημα - αλλά και σταθερές και λιτές κομματικές δομές, μάλλον απότοκος της ευρωπαϊκής του εμπειρίας. Οι αναφορές στο SPD και σε Πορτογάλους και Ισπανούς Σοσιαλιστές ήταν συνεχείς.

Η πιθανή εκλογή του δημιουργεί προϋποθέσεις ανακατατάξεων στον πέραν της κεντροδεξιάς χώρο. Η πρόκληση και το στοίχημα για την επόμενη ημέρα είναι τεραστίων διαστάσεων, αλλά νωρίς να το περιγράψουμε. Αν θα μπορούσα να σκιαγραφήσω τον πυρήνα του ζητήματος «επόμενη ημέρα», αυτό είναι να αντιληφθεί σε βάθος και σε ολόκληρο το εύρος το τι σημαίνει ηγεσία. Ηγεσία σημαίνει αγκαλιά στο όλον, όχι στο μέρος. Σημαίνει πολιτικές και οργανωτικές υπερβάσεις, διαφορετικής ποιότητας από αυτές που – σίγουρα- έκανε ο ίδιος στην πορεία του προς την αρχηγία. Εκτιμώ ότι το γνωρίζει και έχει κατανοήσει τον καταστατικά διαφορετικό ρόλο που καλείται να υπηρετήσει.

Κατά μία περίεργη αναλογία καλείται να κάνει στα κομματικά πράγματα αυτό που δεν έκανε ο Αλέξης Τσίπρας. Καλείται να φτιάξει κόμμα με δομές και διαδικασίες αλλά κυρίως να απευθυνθεί στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο αξιοποιώντας τις ευρύτερες κομματικές δυνάμεις.

Οι ευκαιρίες στην πολιτική είναι σαν τα τρένα. Αν είσαι στο σταθμό την ώρα που περνάνε, ανεβαίνεις και φτάνεις στον προορισμό σου. Ο Τσίπρας από τότε που κατέβηκε από το τρένο δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει που είναι ο επόμενος σταθμός. Ο Νίκος Ανδρουλάκης στο πρώτο του ραντεβού ήταν εκεί.