Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Η τέλεια καταιγίδα, οι δυσκολίες και το στοίχημα, άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/12/2020


 

Δε χωρά καμία αμφιβολία ότι η πανδημία θα φέρει μεγάλες ανακατατάξεις  στην πορεία των πραγμάτων και σίγουρα μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Η Ελλάδα σε αυτό το πλαίσιο είναι δεδομένο ότι θα αντιμετωπίσει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα καθώς  η ήδη δυσχερής της θέση με το μεγάλο δημόσιο χρέος και η διάρθρωση της σχετικά (μη) ανταγωνιστικής και διεθνώς (μη) εμπορεύσιμης οικονομίας της είναι βραχνάς που ίσως αποδειχθεί βρόγχος. Οι οικονομικές επιπτώσεις προδιαγράφονται ήδη στον ορίζοντα και αναθεωρούνται επί τα χείρω οι προβλέψεις της ύφεσης και της μελλοντικής ανάκαμψης.

Σε αυτή τη συνθήκη που βρισκόμαστε έχουμε στοιχεία που μας κάνουν απαισιόδοξους και κάποια λιγότερα αισιόδοξους. Απαισιοδοξία για το μέλλον φέρνει η αδυναμία του πολιτικού συστήματος -πλην ορισμένων θυλάκων- να επεξεργαστούν ένα σχέδιο ανάταξης της οικονομίας και της χώρας. Πολλές φορές κατά την ιστορία μας κατατέθηκαν σχέδια στη δημόσια σφαίρα. Το «σχέδιο Πισσαρίδη» σήμερα, όπως παλιότερα το «Μνημόνιο» είναι ολοκληρωμένες δέσμες δημόσιων πολιτικών, με δομή, στόχευση, συμπεράσματα και προτάσεις. Κάποιοι συμφωνούν, άλλοι διαφωνούν - ιδεολογικές παράμετροι πάντα υπάρχουν σε τέτοια κείμενα, όμως το μείζον είναι αλλού. Γιατί το πολιτικό σύστημα - τα κόμματα κυρίως -δεν καταθέτουν δικό τους σχέδιο. Σχέδιο την ιδιοκτησία του οποίου θα έχουν τα ίδια, όπως και τη δέσμευση εφαρμογής.

Η συγκρατημένη αισιοδοξία εδράζεται στην ευχή και εκτίμηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντιδράσει με τρόπο πιο αποτελεσματικό συγκριτικά με την κρίση χρέους και δανεισμού της προηγούμενης δεκαετίας, ότι ο λαϊκισμός ως μοντέλο διαχείρισης βρίσκεται σε κάμψη και ότι μία κρίσιμη κοινωνική μάζα έχει μετατοπιστεί προς πιο ορθολογικές θέσεις. Η συναίνεση της ακινησίας ήταν πρόβλημα και το 2010 είναι και το 2020. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Αλλάζουμε λίγο -τόσο όσο να μην μας εκπαραθυρώσουν από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Αυτή τη φορά όμως δεν μπορούμε και δεν πρέπει να συνεχίζουμε έτσι. Η στρατηγική του «κουτσά – στραβά κάτι κάνουμε, κάπως σώζουμε την παρτίδα» έχει εξαντλήσει τα καύσιμά της.

Η «τέλεια καταιγίδα» που ζούμε, οι επάλληλες και εφαπτόμενες κρίσεις, οι προκλήσεις του μέλλοντος, οι παγκόσμιες ανακατατάξεις, η ανάδυση ενός νέου κόσμου πραγματικά πολυπολικού και σίγουρα όχι δυτικοκεντρικού πρέπει να μας αφυπνίσει. Στα υπαρκτά και πλήρως εντοπισμένα δικά μας προβλήματα, στις δικές μας χρόνιες υστερήσεις έρχονται να προστεθούν νέες προκλήσεις. Το μείγμα μπορεί να γίνει εκρηκτικό για μία μικρή χώρα με αδυναμίες όπως η Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως θα ήταν ψέμα να αποκρύψουμε το παράθυρο ευκαιρίας που έχουμε.

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας στην αυγή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, τα big data, το πλεόνασμα επιστημονικού προσωπικού, η δυνατότητά μας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αμφισβήτηση λόγω πανδημίας των μεγάλων μονάδων παραγωγής φορντικού τύπου και έντασης εργασίας έναντι της αποκεντρωμένης παραγωγής μικρότερης κλίμακας ίσως είναι στοιχεία που μπορεί να μας ευνοήσουν. 

Η αμφισβήτηση των πλανητικών εφοδιαστικών αλυσίδων ίσως αναδείξει τη σημασία της τοπικότητας. Ακόμη και οι εμφανώς μικρότερες πόλεις μας αν και υστερούν σε υποδομές μπορούν με μία νέα πολεοδομική και χωροτακτική προσέγγιση μετασχηματιστούν σε προορισμούς τηλε-εργαζομένων, σε τόπους εγκατάστασης μικρών επιχειρήσεων καινοτομίας και παραγωγής προϊόντων προστιθέμενης αξίας. Το παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας είναι παρόν εδώ και μία δεκαετία και χρειαζόμαστε νέες και έξυπνες ιδέες για να το καλύψουμε.

Αν μπορέσουμε να μετατρέψουμε τον ιδιόμορφο ελληνικό καπιταλισμό από μειονέκτημα σε πλεονέκτημα ίσως κερδίσουμε το στοίχημα. Δεν είναι εύκολο, θα υπάρξουν αντιστάσεις. Οι insiders δεν θα παραδώσουν τα προνόμιά τους ιδιαίτερα σε μία εποχή αβεβαιότητας, manual διακυβέρνησης που οδηγούν σε ασφαλή ύδατα δεν υπάρχουν καθώς η καταιγίδα μαίνεται και δεν είναι όλες οι ιδιομορφίες του συστήματός μας αξιοποιήσιμες στη νέα εποχή. 

Ίσως ο πιο κρίσιμος παράγοντας σε αυτή την προσπάθεια είναι τα κόμματα. Πρέπει από κόμματα των 70s να φτιάξουμε κόμματα του 21ου αιώνα γιατί το κράτος θα έχει σίγουρα μεγαλύτερο ρόλο στις δεκαετίες που έρχονται.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Κίνδυνοι και προκλήσεις για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11/10/2020

 


Εκ πρώτης παράδοξο να αναφερθεί κανείς σε κινδύνους για το κυβερνών κόμμα τη στιγμή που έναν χρόνο μετά τις εκλογές συνεχίζει να απολαμβάνει μεγάλη δημοσκοπική διαφορά από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η αντικειμενικά θετική διαχείριση τριών μείζονος σημασίας κρίσεων, του Έβρου, της πανδημίας και της παρουσίας της χώρας στη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου είναι αναμφίβολα ένα ισχυρό χαρτί για την εικόνα της κυβέρνησης. Της δίνει «καύσιμα» και παγιώνει μία αίσθηση στιβαρής ηγεσίας. Εγκαθιδρύει μία σχέση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που είχε να παρατηρηθεί από τους προ κρίσης καιρούς. Η καλή στάθμιση, η αμεσότητα στη δράση, η αξιοποίηση επιστημόνων στα ζητήματα της πανδημίας και οι ενεργές πρωτοβουλίες εξωτερικής πολιτικής δημιουργούν μία αίσθηση επάρκειας και σοβαρότητας.

Αυτή η αίσθηση οφείλεται και στην αδυναμία μετεξέλιξης του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ καθώς ο τελευταίος συνεχίζει να είναι εγκλωβισμένος στα στρατηγικά του αδιέξοδα και στις δομικές του αδυναμίες. Η Νέα Δημοκρατία παίζει στο γήπεδο χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο και οι υστερήσεις της κρύβονται κάτω από το χαλί λόγω της ευθείας σύγκρισης.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ή για να το θέσουμε με άλλα λόγια, αρκεί αυτή η κατάσταση για να φτάσουμε μέσα από μία καλή κυβέρνηση στον σημαντικότερο εθνικό στόχο επίλυσης των δομικών αδυναμιών της χώρας;

Εδώ αρχίζουν άλλης φύσεως ερωτήματα, πιο σύνθετα και πιο ουσιώδη. Ερωτήματα που σχετίζονται με το κράτος, τη δημόσια διοίκηση, τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, και τον σχεδιασμό δημοσίων πολιτικών με γνώμονα την ανάταξη της οικονομίας. Η Νέα Δημοκρατία σε αυτά τα ζητήματα, πλην ηχηρών εξαιρέσεων και υπουργείων που παράγουν έργο μετρήσιμο, αντιληπτό και χρήσιμο δεν φαίνεται να επιθυμεί μεγάλες αλλαγές. Σε πολλά μέτωπα προχωρά με την πεπατημένη και υπακούει κατά κάποιο τρόπο στη συναίνεση της ακινησίας. Στο εσωτερικό της διεξάγεται μία «μάχη» όχι τόσο εμφανής ούτε τόσο ξεκάθαρη - καθώς το κόμμα δεν έχει τάσεις ούτε σχηματοποιημένα ρεύματα – υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφοροποίηση. Η ηγετική ομάδα προεξάρχοντος του πρωθυπουργού, το επιτελείο του και ορισμένοι υπουργοί φαίνεται να αντιλαμβάνονται τις προκλήσεις. Για παράδειγμα η ανάθεση κατάρτισης σχεδίου για την οικονομία και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων στην επιτροπή Πισσαρίδη είναι μία μεταρρυθμιστικής λογικής κατεύθυνση. Στην Ελλάδα όμως δεν υστερούμε σε κείμενα και σχέδια αλλά στην εφαρμογή τους διότι το πολιτικό προσωπικό δεν τα πιστεύει, δεν τα υιοθετεί και άρα δεν τα εφαρμόζει. Είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που κυβερνήσεις προχώρησαν τολμηρές μεταρρυθμίσεις χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό – μνημόνια, επιτροπίες κοκ.

Ο κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία είναι υπαρκτός και εξηγούμαι. Προ πανδημίας η οικονομία έδειχνε σημάδια κόπωσης και εν μέσω πανδημίας επανέρχεται παγκοσμίως η τάση διεύρυνσης του ρόλου του κράτους. Οι δαπάνες αυξάνονται, το κράτος αναμενόμενα μεγαλώνει και αναλαμβάνει να διασώσει οικονομία και κοινωνία από τις επιπτώσεις. Το ελληνικό κράτος όμως καθοδηγούμενο από το ελληνικό πολιτικό σύστημα – και σήμερα από τη Νέα Δημοκρατία- δεν διέπεται από ορθολογισμό. Οι δαπάνες δεν συνοδεύονται από στοχοθεσία, δεν ελέγχονται για την απόδοσή τους και οι πόροι δεν κατευθύνονται προς επενδυτικούς σκοπούς παρά ενισχύουν την κατανάλωση. Όσοι διαχρονικά είναι insiders ελπίζουν στη χείρα βοηθείας του, όσοι είναι outsiders δεν ελπίζουν σε τίποτε. Ο ελέφαντας στο δωμάτιο συνεχίζει να είναι το ασφαλιστικό, ο ρυθμιστικός πληθωρισμός παραμένει και οι οικονομικές εξελίξεις – κυρίως η ύφεση – προδιαγράφουν δύσκολο χειμώνα με οξυμένο το κοινωνικό ζήτημα.

Συνοψίζοντας, αν η Νέα Δημοκρατία πιστέψει ότι μπορεί και να ξεπεράσει το σκόπελο των επιπτώσεων της πανδημίας αλλά και να ανατάξει κράτος και οικονομία βασισμένη σε συνταγές παρελθόντος που το κράτος απλά δαπανούσε άκριτα, τότε θα έχει πρόβλημα. Μεσοπρόθεσμα, καθώς αυτή είναι συνταγή αποτυχίας, μακροπρόθεσμα καθώς ακόμη και στο πεδίο των ιδεών θα ενισχύσει την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση στην κοινωνία πως λύση είναι οι κρατικές δαπάνες – λογική που αρχετυπικά πρεσβεύουν κόμματα της Αριστεράς.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη. Μια από τα ίδια, καμία φαντασία, καμία μετεξέλιξη, άρθρο στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27/9/2020

 


Από την εκλογική ήττα στην απαιτούμενη -μη- ωρίμανση

Η εκλογική ήττα στις εκλογές του 2019 και μάλιστα με τη διαφορά που αποτυπώθηκε ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα, ήταν ( και παραμένει) επαρκής αιτία αλλαγών στον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μετά την εντυπωσιακή αποδοκιμασία της κάλπης θα περίμενε κανείς να αναδιοργανωθεί σε πολλά επίπεδα. Η σχετικά καλή πορεία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και η θετική διαχείριση τριών μείζονος σημασίας κρίσεων ( Έβρος, πανδημία, ελληνοτουρκικά και Αν. Μεσόγειος) μετατρέπει την ανάγκη μετεξέλιξης σε ιεραρχικά πρώτο μέλημα. Για να το πούμε αλλιώς, ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ ως έχει δεν μπορεί να σταθεί απέναντι σε μία ανανεωμένη και με αυτοπεποίθηση Νέα Δημοκρατία, παρά τις υπαρκτές αδυναμίες της δεύτερης. Η σύγκριση, στη μεγάλη εικόνα, είναι δραματική.

Χρόνος υπήρχε για μία διαφορετική προσέγγιση, για αλλαγή στρατηγικής, για προγραμματική εμβάθυνση και πολιτική ωρίμανση. Αξιοποιήθηκε αυτός ο χρόνος προς αυτήν την κατεύθυνση;  Η εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο Thessaloniki Helexpo Forum έδωσε μία καθαρή απάντηση – για όποιον μπορεί να προσεγγίσει τα ζητήματα με μία σχετική αυτονομία. Όχι, δεν αξιοποιήθηκε.

Τί είδαμε, τι δεν είδαμε και τί σημαίνουν αυτά που ακούσαμε

Οι ομιλίες των πολιτικών αρχηγών – ειδικά αυτές του Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη - είναι μία ιδανική ευκαιρία για να δοθούν πολλαπλές απαντήσεις και να σκιαγραφηθεί το πολιτικό σχέδιο κάθε κόμματος. Στον λόγο των αρχηγών αποτυπώνονται οι προτεραιότητες, οι αιχμές, η αντιπολιτευτική στρατηγική και ένα περίγραμμα προγραμματικού λόγου.

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε τη δυνατότητα να εμφανιστεί ανανεωμένος. Με νέο πολιτικό λόγο, καλύτερα προετοιμασμένες προτάσεις για την οικονομία, μακριά από τον αναξιόπιστο πληθωρισμό υποσχέσεων της αντιμνημονιακής περιόδου, με σαφή στόχευση τη δημιουργία ενός πιο μετριοπαθούς «κεντροαριστερού» προφίλ κόμματος εξουσίας. Είχε τη δυνατότητα να εκπλήξει θετικά, να πιάσει την παγκόσμια τάση επαναφοράς της κρατικής παρέμβασης και να τη γειώσει στα ελληνικά πράγματα με νέες πολιτικές.

Η προσπάθεια αυτή βέβαια μόνον εύκολη δεν είναι καθώς απαιτεί συστηματική και επίπονη προγραμματική υπέρβαση, μακριά από ιδεοληπτικές βεβαιότητες και αγκυλώσεις που ενδημούν στην Αριστερά, αυτοκριτική διάθεση, συγχρονισμό με πιο νέες αναζητήσεις και επεξεργασίες, σαφή εικόνα προτεραιοτήτων για την ίδια τη χώρα. Απαιτεί αλλαγές στην κομματική δομή, πεπαιδευμένα στελέχη με αντίληψη των νέων ιεραρχήσεων, ηγετική ομάδα με βαθιά γνώση των δεδομένων και με συναντίληψη για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί.

Αντί αυτών παρακολουθήσαμε μία soft παρουσίαση ενός «Προγράμματος Θεσσαλονίκης» δομημένο γύρω από χιλιάδες διορισμούς στο δημόσιο, με μία αβαθή και έωλη επεκτατική πολιτική, έναν παλαιού τύπου κρατισμό και μία υφολογία κομματικών στελεχών εφάμιλλη της αντιμνημονιακής περιόδου. Ο ίδιος ο Τσίπρας πλάτειασε, δεν είχε κέντρο βάρους, δεν άφησε ένα στίγμα.

Αποδεικνύεται περίτρανα λοιπόν ότι το κόμμα ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, ως έχει, αδυνατεί να μετεξελιχθεί σε κάτι άλλο, σε αυτό δηλαδή που έχει ανάγκη η χώρα. Αποδεικνύεται ότι η ηγετική ομάδα, το στελεχιακό δυναμικό και τα μέλη του κόμματος νιώθουν πολύ πιο άνετα όσο κινούνται κοντά στην «αντιμνημονιακή» μήτρα που τους γέννησε. Επειδή δε οι περισσότεροι εξ΄ αυτών πολιτικοποιήθηκαν συγκροτητικά κατά την περίοδο 2010 -2015, έχουν ταυτίσει τη διαμαρτυρία με την κυβερνητική πρόταση για το μέλλον. Αδυνατούν να καταλάβουν τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας, αδυνατούν να προσεγγίσουν και να κατανοήσουν την αναγκαιότητα ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος για το κράτος και την οικονομία - πόσο δε μάλλον να το σχεδιάσουν.

Αντιπολιτεύονται χωρίς να σχεδιάζουν, παρουσιάζουν λύσεις χωρίς να μετράνε, καμώνονται τους έτοιμους όταν δεν άλλαξαν σχεδόν τίποτε από αυτό που αποδοκιμάστηκε. Όσο η κυβέρνηση θα κυριαρχεί στον μετριοπαθή κεντρώο χώρο, τόσο θα επικρατεί εκνευρισμός και ανακύκλωση παλιών συνθημάτων. Βέβαια, όσο δε νιώθουν κάποια πολιτική απειλή από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο (βλ. δομική αδυναμία ΚΙΝΑΛ) έχουν την άνεση του μονοπωλίου.