Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Η αυτοδύναμη παρουσία της προοδευτικής παράταξης περνά μέσα από τη σύνθεση



Οι πολιτικές, ιδεολογικές διαφορές και ρεύματα είναι ένα εγγενές θα έλεγα χαρακτηριστικό του ευρύτερου πολιτικού χώρου μας. Θα έπρεπε να είναι πλούτος, υλικό για διάλογο και πολιτική ζύμωση που θα κατέληγε σε ένα συνθετικό προγραμματικό κείμενο.
Δεν είναι τόσο απίθανο, δεν είναι ανέφικτο αλλά δεν είναι και εύκολο. Είναι δύσκολο αλλά ταυτόχρονα εφικτό. Βέβαια η κρίση - χρεωκοπία μας έχει φέρει σε ένα σημείο όπου οι παλιές ( σχετικά) εύκολες συνταγές δεν είναι πλέον επίκαιρες. Κράτος και δανεισμός εξυπηρετούσαν τις ανάγκες και τις απαιτήσεις. Μέσω μεγάλων δαπανών και η κατανάλωση ήταν υψηλή αλλά και κάποιοι εκσυγχρονισμοί λάμβαναν χώρα ( όχι όσοι θα έπρεπε αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα).
Αυτή η σύνθεση είναι ίσως η βασική προϋπόθεση ανασύνταξης του χώρου και ταυτόχρονα η αναγκαία συνθήκη για μια αυτοδύναμη παρουσία του και πορεία. Εάν η σύνθεση δεν επιτευχθεί τότε οι συμπληγάδες του νέου δικομματισμούς και της πόλωσης θα τερματίσουν την όποια προσπάθεια επί της ουσίας. Είτε ο χώρος θα διασπαστεί και οι πόλοι εντός του θα μετακινηθούν όπου υπάρχει εγγύτητα, είτε θα επιβιώσει ένας κομματικός σχηματισμός που εκ των προτέρων θα είναι τσόντα σε ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ.
Η σύνθεση λοιπόν είναι το μυστικό.
Δεν είναι εύκολη.
Δεν είναι όμως και ανέφικτη.
Ανέφικτη καθίσταται όταν τις πολιτικές αντικαθιστουν οι προσωπικές διαφορές και πικρίες, οι προσπάθειες δικαίωσης, τα άσβεστα μίση και πάθη.
Όσοι όμως πιστεύουν στη σύνθεση και στην αυτοδύναμη παρουσιά του χώρου πρέπει να παλέψουμε. Παντού, σταθερά, με μετριοπάθεια, με ωριμότητα απέναντι στο εγχείρημα. Εφόσον ιεραρχούμε ως σημαντικότερη την επιτυχία του εγχειρήματος ενός ελληνικού Επινέ οφείλουμε να ξεπεράσουμε διαχωρισμούς και να επιδιώξουμε υπερβάσεις.
Όλοι ή οι περισσότεροι έχουμε κάνει λάθη και αστοχίες.
Αν είναι όμως να προχωρήσουμε παρακάτω οφείλουμε να επιδιώξουμε υπερβάσεις και να πιέσουμε για συνθέσεις.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Πότε θα βάλουμε μυαλό; ( άρθρο για την Karfitsa.gr της 7/11/2015 )


Η κρίση με τη μορφή που την ξέρουμε ξέσπασε το 2010 όταν ο δανεισμός κατέστη απαγορευτική επιλογή για την Ελλάδα. Σήμερα τελειώνει το έκτο κατά σειρά έτος που βρισκόμαστε σε καθεστώς μνημονικών πολιτικών, έχοντας μπροστά μας την εφαρμογή ενός τρίτου πιθανά αχρείαστου προ ενός έτους μνημονίου, ιδιαιτέρως σκληρού, διάρκειας τριών ετών. Βέβαια αξίζει να θυμόμαστε πως σε ύφεση η οικονομία βρέθηκε το 2008 αλλά και το 2009, οπότε αν ορίσουμε το σημείο εκκίνησης της προβληματικής κατάστασης τότε θα μετρήσουμε οκτώ χρόνια δυσπραγίας.

Σε αυτά τα δεδομένα αν προσθέσουμε την εκτίμηση της εταιρείας Prognos AG, τις μελέτες της οποίας δημοσιεύει κατά αποκλειστικότητα η γερμανική εφημερίδα Die Welt, πως το 2034 θα επιστρέψει το ΑΕΠ της χώρας στο επίπεδο προ της κρίσης και το ποσοστό ανεργίας θα κατέβει στο 10% μετά από 25 χρόνια, τότε καταλαβαίνουν οι πάντες πως το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο. Θα αντιτείνει κανείς πως τέτοιες εκτιμήσεις και προβλέψεις είναι ιδιαιτέρως επισφαλείς καθώς κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει επακριβώς τις εξελίξεις όμως δεν παύουν να σκιαγραφούν ενδεχόμενα και δυνατότητες.


Με αυτά ως δεδομένα, αν δούμε τον δημόσιο διάλογο και τα ζητήματα τα οποία κυριαρχούν, αν παρατηρήσουμε την φτώχεια των επιχειρημάτων, την απουσία σχεδίου, την πολιτικολογία, την ανακύκλωση προσώπων και ιδεοληψιών που επουδενί δεν μπορούν να κινητοποιήσουν πολίτες και πόρους προς μια κατεύθυνση τότε διαπιστώνουμε πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δραματικό αδιέξοδο.


Πολίτες και ελίτ πρέπει άμεσα να κατανοήσουν πως η εξίσωση δεν λύνεται αν δεν αλλαχθούν οι όροι της. Η πολιτική πλατφόρμα του αντιμνημονίου εκτόνωσε την πολιτική και κοινωνική πίεση για ένα πολύ σύντομο, όπως θα αποδειχθεί, διάστημα μεν αλλά επιβάρυνε δυσανάλογα όλα τα υπόλοιπα πεδία. Το γεγονός πως τα προτάγματά της διαψεύστηκαν στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα πέραν της σοβαρότατης ζημιάς στην οικονομία μπορεί να οδηγήσουν σε έναν κυνισμό άνευ προηγουμένου. Αυτή η βίαιη απομάγευση και η ματαίωση μπορεί να τροφοδοτήσει τα άκρα, μπορεί να απαξιώσει ακόμη περισσότερο θεσμούς και πολιτικό σύστημα και εν τέλει να οδηγήσει σε μία συνολική κατάρρευση καθώς ο συγχρονισμός όλων των πιθανών αρνητικών εκφάνσεων δεν είναι διαχειρίσιμος.

Η συλλογική συνειδητοποίηση της κατάστασής μας είναι το πρώτο και σταθερό βήμα για μια προσπάθεια ανασυγκρότησης. Το παιχνίδι αυτό δεν είναι εύκολο αλλά δεν είναι και χαμένο. Η έκβασή του είναι ανοιχτή. Σε κάθε επίπεδο και σε κάθε πεδίο υπάρχει χώρος και υποχρέωση διαρκούς προσπάθειας. Σε επίπεδο κοινωνίας, στο εσωτερικό των κομμάτων, εντός της κρατικής μηχανής και της δημόσιας διοίκησης, εντός των οικογενειών αλλά και άλλων συλλογικοτήτων οφείλουν όσοι συμμερίζονται τέτοιες ανησυχίες να πείσουν. Να συγκρατήσουν την απογοήτευση και την διογκούμενη οργή και να την διοχετεύσουν σε κανάλια επωφελή. Αυτή η προσπάθεια είναι πέρα και πάνω από το μνημόνιο καθώς το τελευταίο είναι μια οριακή – ίσως και ατελής- συνθήκη παραμονής μας στον δυτικό κόσμο. Χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα και μόνον από ίδιες δυνάμεις θα επέλθει η αντιστροφή της παρακμιακής πορείας μας.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Το ζήτημα των ισοδυνάμων (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 28/10/2015)

Από την αρχή της κρίσης αλλά κυρίως από το 2012 ο όρος “ισοδύναμα” έχει εγκατασταθεί στο δημόσιο λόγο. Μόνον η είσοδος αυτού του όρου, μόνον η σκέψη πως είναι αναγκαία μία στοιχειωδώς συγκεκριμένη και επεξεργασμένη πρόταση προς ταυτόχρονη επίλυση του δημοσιονομικού προβλήματος και ανακούφιση των πιο αδύναμων συνιστά πρόοδο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατέφευγε σε δανεισμό προς ικανοποίηση δημοσιονομικών αναγκών και διαρκή ενσωμάτωση στο κράτος διαφόρων αιτημάτων συντεχνιακής φύσης. Εξυπηρετούσε τη μερικότητα συμφερόντων έναντι του δημοσίου συμφέροντος, καθώς ήταν κεντρικός ο ρόλος των ομάδων συμφερόντων και των ομάδων πίεσης στην οικονομική μηχανική της μεταπολίτευσης και τις κοινωνικές λειτουργίες αυτής. Η ευκολία πρόσβασης σε φθηνό δανεισμό ήρε κάθε εξωτερικό και εσωτερικό καταναγκασμό και έδωσε την ευχέρεια αλόγιστων δαπανών σε κάθε κυβέρνηση παρά τους χαλαρούς περιορισμούς του συμφώνου σταθερότητας. Η ικανοποίηση αιτημάτων με ρυθμίσεις που αφορούσαν ολόκληρες ομάδες συνέβαλε σε αυτό, που δίκαια ονομάστηκε κατακερματισμένο θεσμικό συνονθύλευμα και αφορά το κράτος και τη μειωμένη ικανότητά του να σχεδιάσει στρατηγικά δημόσιες πολιτικές.
Η άκριτη ενσωμάτωση πληθώρας αιτημάτων στο κράτος με τη μορφή προνομιακής μεταχείρισης και ευνοϊκών ρυθμίσεων διαμόρφωσε σχεδόν ένα αδιαπέραστο πλέγμα συμφερόντων, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το πολιτικό κόστος αλλαγής πολλαπλάσιο αυτού της στασιμότητας.
Η απώλεια αυτής της ευχέρειας εντός του μνημονίου, όπου η δημοσιονομική πολιτική είναι σφιχτή και σχεδιάζεται με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, έφερε την έννοια των ισοδυνάμων. Τα περισσότερα κόμματα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού εισήγαγαν αυτή τη διάσταση στα προγράμματά τους προσπαθώντας να προτείνουν εναλλακτικά μέτρα, δικαιότερα και αποτελεσματικότερα, έναντι αυτών του μνημονίου. Βέβαια τα αντιμνημονιακά κόμματα δεν μπήκαν καθόλου ούτε σε αυτή τη βάσανο, μιας και εκτιμούσαν πως με το πλεόνασμα του πολιτικού βολονταρισμού τους και το ηθικό πλεονέκτημά τους έναντι των “προδοτών” θα γέμιζαν τα δημόσια ταμεία και ως άλλοι Ναζωραίοι θα τάιζαν με τρία ψωμιά και πέντε ψάρια όλη την κοινωνία. Σήμερα όλοι πλέον αποδέχονται επί της αρχής τη λογική των ισοδυνάμων και κόπτονται για την εύρεση των καταλληλότερων.
Θα περίμενε κανείς, εφόσον η λογική των ισοδυνάμων είναι κοινά αποδεκτή σχεδόν από το σύνολο του δημοκρατικού κομματικού τόξου, έστω και τώρα -με καθυστέρηση τεσσάρων ετών- να προωθηθούν ορισμένα προς αντικατάσταση άλλων καταφανώς άδικων ρυθμίσεων. Εδώ όμως βρίσκονται ο πυρήνας του προβλήματος και η γενεσιουργός αιτία της ακινησίας.
Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά, εάν εφαρμοστούν, θα ανατρέψουν τις προνομιακές ρυθμίσεις ομάδων πίεσης, ομάδων συμφερόντων και συντεχνιών. Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά ξηλώνουν όλο το άδικο κοινωνικό πλέγμα και επιβαρύνουν όσους μέχρι σήμερα κατάφερναν να προστατευτούν μέσω της αυξημένης πολιτικής επιρροής. Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά, εάν εφαρμοστούν, θα συμπαρασύρουν τον τρόπο με τον οποίο δομούνται και συνέχονται τα κόμματα εξουσίας, θα αλλάξουν συθέμελα το πολιτικό σύστημα και ενδεχομένως και τη δημόσια διοίκηση.
Υποσύνολο των αναγκαίων μεγάλων αλλαγών σε κράτος και οικονομία είναι η εφαρμογή των ισοδυνάμων που κατανέμουν δικαιότερα τα βάρη αλλά και τα όποια μελλοντικά οφέλη. Η αέναη συζήτηση που γίνεται για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων είναι πλην εξαιρέσεων προσχηματική. Κανείς δεν θέλει να πάρει ξεκάθαρη θέση υπέρ τους, διότι θα μεταβάλει παγιωμένες καταστάσεις. Πόσο δε μάλλον όταν σήμερα πλειοψηφούν δυνάμεις ιδεοληπτικές, αποκομμένες από κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα, πιστές σε σχήματα και δόγματα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Παράδειγμα για τα ανωτέρω η επιβολή ΦΠΑ στην εκπαίδευση και η παρωδία επιβολής και κατάργησής του. Οι επιλογές, όπως αυτές σχηματοποιήθηκαν μέσα από τη διαπραγμάτευση, ήταν δύο, με την εναλλακτική να αφορά την επιβολή ΦΠΑ στο μοσχαρίσιο κρέας. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο προτιμήθηκε η επιβάρυνση της εκπαίδευσης, παρότι η εκπαίδευση εν γένει αποτελεί το καλύτερο εργαλείο ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, το αποτελεσματικότερο μονοπάτι αποφυγής της φτώχειας. Αντί αυτής μοσχαρίσιο κρέας.