Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Η βασική προϋπόθεση και τα ψιλά γράμματα (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 2/2/2015)

Η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα γεγονός με μεγάλη σημασία. Ένα κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, σαφώς κατά της λιτότητας και των αντίστοιχων προγραμμάτων είναι πλέον κυβέρνηση σε χώρα μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Είναι σημαντική και για την πολιτική ιστορία της Ελλάδας καθώς για πρώτη φορά ανέρχεται στην εξουσία αριστερό κόμμα, σπάζοντας την αλληλουχία εναλλαγών των κομμάτων - παρατάξεων ( δεξιά – κεντροαριστερά) από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 – τότε που διαμορφώθηκαν οι βασικές παράμετροι του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Η εκτίναξη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτη φάση και ακολούθως η εκλογική επικράτησή του κατέστησαν δυνατές λόγω αφενός της χρεοκοπίας και αφετέρου της αδυναμίας εφαρμογής πολιτικών που θα επιμέριζαν δίκαια τα βάρη. Το μνημόνιο βέβαια δεν ήταν η αιτία της κρίσης αλλά το αποτέλεσμα αυτής, ασχέτως της πολιτικής ρητορικής των νικητών των εκλογών. Ήταν ένα πρόγραμμα που εμπεριείχε δομικές μεταρρυθμίσεις αλλά και δυσβάσταχτους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Θα μπορούσε να είναι καλύτερο, ηπιότερο, αποτελεσματικότερο και ταυτόχρονα οι ελληνικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εφαρμόσουν γρηγορότερα και αυθεντικότερα το διαρθρωτικό σκέλος, επιδρώντας σημαντικά προς θετική κατεύθυνση στο δημοσιονομικό. Δεν το έπραξαν και τελικά επιβάρυναν δυσανάλογα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις και καλείται πολύ σύντομα να λάβει μεγάλες αποφάσεις. Η βασική προϋπόθεση μιας επιτυχημένης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι η συμφωνία με τους εταίρους και η αποφυγή της ολομέτωπης σύγκρουσης. Με ποιον τρόπο αυτή θα επιτευχθεί, με ποια τακτική, ποιους ελιγμούς, ποια διαπραγματευτικά χαρτιά, ποιες διεκδικήσεις και ποιες υποχωρήσεις είναι ζήτημα ανοιχτό. Οι παράμετροι της συμφωνίας δεν είναι ασήμαντοι αλλά σήμερα το μείζον είναι η επίτευξη της συμφωνίας. Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού που διαβεβαιώνουν πως η Ελλάδα θα προχωρήσει μαζί με τους εταίρους φανερώνουν την κατεύθυνση, παρά την θεατρικότητα του υπουργού οικονομικών στη συνέντευξη Τύπου με τον κ. Ντάισελμπλουμ.
 
Οι προεκλογικές και μετεκλογικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλές και προϋποθέτουν μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία που θα απελευθερώνει πόρους μειώνοντας τις επιβαρύνσεις του χρέους. Στην ευκταία περίπτωση που αυτό συμβεί, η νέα κυβέρνηση θα έχει την δημοσιονομική δυνατότητα υλοποίησης μέρους των δεσμεύσεών της. Όμως οι προκλήσεις δεν σταματούν εκεί. Για να μπορέσει να το πράξει αυτό δεν πρέπει να καταρρεύσουν τα φορολογικά έσοδα διότι η όποια ελάφρυνση θα πάει χαμένη ή θα ψαλιδιστεί καλύπτοντας τις υστερήσεις.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ο βασικός κορμός της κυβέρνησης, έχει υποσχεθεί πολλά περισσότερα. Μετεκλογικά μιλάει για ένα μεγάλο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα επιδράσει θετικά στην οικονομία και θα παραγάγει ισοδύναμο αποτέλεσμα αντί των δημοσιονομικών μέτρων, εξαγγελία ολόσωστη διακηρυκτικά αλλά απαιτεί χρόνο και αυστηρό σχέδιο που δεν παρουσίασε. Αναμφίβολα υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που μπορούν να επιδράσουν θετικά στο δημοσιονομικό ζήτημα αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Εξάλλου οι εταίροι αυτές τις εξαγγελίες δεν τις λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους καθώς είναι επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες από πλευράς μας.

Τέλος ένα ακόμη σημείο που πρέπει να προσεχθεί είναι αυτό των πεδίων που δεν σχετίζονται άμεσα με το δημοσιονομικό. Στα δημοσιονομικά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υπάρχει εξωτερικός καταναγκασμός, συγκεκριμένο πλαίσιο, υπαρκτές αλλά ταυτόχρονα πεπερασμένες δυνατότητες. Σε όλα τα υπόλοιπα πεδία όπως η δημόσια διοίκηση, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι αναπτυξιακές επιλογές, οι δημόσιες επενδύσεις, οι θεσμικές αλλαγές, ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού συστήματος υπάρχουν ακόμη πολλά ερωτηματικά. Τα αποτελέσματα παρεμβάσεων σε αυτά τα πεδία θα φανούν μεσοπρόθεσμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα της Αριστεράς και είναι λογικό να κινηθεί με βάση το ιδεολογικό και πολιτικό του φορτίο. Προεκλογικά υποσχέθηκε επιστροφή στα προ κρίσης σχήματα, εσωστρεφή κορπορατισμό με επαναφορά  εθνικών πρωταθλητών, ενσωμάτωση όλων σχεδόν των αιτημάτων στο κράτος, κάπως μεγαλύτερο κράτος, αυξημένη κατανάλωση. Αυτό το μοντέλο είναι δύσκολα διατηρήσιμο. Είναι αυτό άλλωστε που οδήγησε στη χρεοκοπία. Εκεί θα πρέπει να επιδείξει ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Μακροπρόθεσμα εκεί θα κριθεί.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Πολλές εκλογές, λίγες αλλαγές (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 22/12/2014)

Αν ορίσουμε συμβατικά το έτος 2007 ως το απόγειο της προηγούμενης – προ χρεωκοπίας – κατάστασης αλλά και το πρώτο έτος σαφών ενδείξεων δημοσιονομικών προβλημάτων θα θυμηθούμε ότι ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής κατέφυγε σε πρόωρες εκλογές με αφορμή και αιτία το επιδεινούμενο κλίμα στην οικονομία. Ζήτησε νέα εντολή για τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων που θα συγκρατούσαν τα ασυγκράτητα. Από το 2007 φτάσαμε στο 2015 και  οι εκλογικές αναμετρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των πολύ πιθανών στις αρχές του νέου έτους φτάνουν τις 5 τον αριθμό (2007, 2009, 2012/2012, 2015). Δηλαδή σε 8 χρόνια 5 εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή η συχνότητα προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία είναι από μόνη της προβληματική καθώς φανερώνει μια αδυναμία εφαρμογής πολιτικών προτάσεων που να απαντούν στοιχειωδώς στο δομικό πρόβλημα της χώρας.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια φαίνεται πως οδηγούμαστε και πάλι σε πρόωρες εκλογές. Σήμερα μετά από 7 περίπου χρόνια ύφεσης, με ανεργία στο 30%, με πτώση του ΑΕΠ κατά 25%  θα συζητήσουμε για χρηματισμούς, για πολώσεις, για στρατηγικές έντασης, για παραγοντισμούς αλλά ποτέ για λύσεις. Θα συζητήσουμε για νέα κόμματα, συμπράξεις, αποχωρήσεις, μεταγραφές αλλά καθόλου για ρεαλιστικές προτάσεις. Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Γιατί δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις ή πρόσωπα που θα υποδείξουν ένα σκαρίφημα πρότασης διεξόδου από την κρίση; Γιατί δεν έγιναν και δεν γίνονται οι απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται;

Οποιαδήποτε συζήτηση περί αλλαγών στην Ελλάδα έχει αξία να ξεκινά από τους λόγους για τους οποίους αυτές δεν υλοποιούνται. Έχει αξία να ειπωθεί γιατί συνεχώς αναβάλλονται, ακυρώνονται, μετατίθενται για το μέλλον, αποσιωπούνται ή εκφυλίζονται.

Δύο είναι κατά τη γνώμη μου οι αιτίες αυτής της αέναης ελληνικής πραγματικότητας και αυτής της κακοδαιμονίας. Πρώτη, ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που σχεδόν καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η αυξημένη ισχύς των ομάδων συμφερόντων περά από γενεσιουργός αιτία κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων είναι ταυτόχρονα και βασικός παράγοντας αδυναμίας προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα. Δεύτερη αιτία είναι αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού. Η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα κατέστησε την ανάγκη ων μεταρρυθμίσεων βραχυπρόθεσμα περιττή. Ελλείψει εξωτερικών καταναγκασμών και πληθώρα εσωτερικών εναλλακτικών διαρκούς χρηματοδότησης ελλειμμάτων, οι μεταρρυθμίσεις κατέστησαν φιλολογική συζήτηση. Η μη έγκαιρη υλοποίησή τους δεν είχε άμεσα ορατά αποτελέσματα. Άλλοτε το πολιτικό κόστος και οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, άλλοτε ο μετεωρισμός ανάμεσα σε μεταρρυθμιστική βούληση και πελατειακές εξαρτήσεις και άλλοτε η επικράτηση ενός αλόγιστου κυβερνάν ματαίωσαν την υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων.

Σήμερα, σε μια ριζικά διαφορετική συγκυρία όπου οι κεντρικοί δημοσιονομικοί καταναγκασμοί είναι ισχυροί, οι συνέπειες της αλόγιστης απραξίας, της μετάθεσης των μεταρρυθμίσεων λόγω πολιτικού κόστους είναι εμφανείς, οφείλουμε να ξαναπιάσουμε το θέμα από την αρχή και να διεκδικήσουμε την υλοποίησή τους. Εντός της κρίσης η αντιμετώπιση των μεταρρυθμίσεων με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο δεν είναι ανεκτή. Η μεταρρυθμιστική αβελτηρία πέραν του ότι οδήγησε στην κρίση, έχει μεγιστοποιήσει το κόστος εξόδου από αυτήν. Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν έχουν επίπτωση στην προσπάθεια προσαρμογής και αυξάνουν το δημοσιονομικό κόστος. Εάν υλοποιούνταν είναι σίγουρο πως θα επιδρούσαν θετικά, θα ελάφρυναν τα βάρη και θα μετασχημάτιζαν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Δυστυχώς, η έννοια της μεταρρύθμισης όμως στην Ελλάδα της κρίσης έχει αλλοιωθεί από την παρατεταμένη και συνεχόμενη χρήση αλλά και από την αναντιστοιχία στόχων και αποτελεσμάτων. Η εννοιολογική διαστολή της λέξης «μεταρρύθμιση» αλλοίωσε τα νοήματα. Πίσω από την ταμπέλα της μεταρρύθμισης και την ιδιότητα του μεταρρυθμιστή βρέθηκαν ιδέες και πρακτικές που άφηναν αναλλοίωτα τα αίτια των παθογενειών, πολιτικοί και πολιτικές που προστάτευσαν λογής συμφέροντα μικρά ή μεγαλύτερα αλλά και συντεχνιακές αντιλήψεις.

Αντί όμως οι αλλαγές αυτές να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον των συζητήσεων, της προεκλογικής περιόδου μπορούμε να αναλωθούμε συλλογικά σε μια αναζήτηση χρηματισμών, αργυρώνητων, λωποδυτών, νταουλιών. Όσες εκλογές και αν κάνουμε το μείζον είναι πάντα θα είναι οι αλλαγές. 

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Λίγα λόγια για την σειράρα True Detective

Μπαίνω στον κόπο να γράψω ένα κειμενάκι χωρίς να έχω από την αρχή στο μυαλό μου τι θέλω να τονίσω. Χωρίς να έχω στο μυαλό μου τι θέλω να αναδείξω και να σημειώσω. Το κάνω μόνο και μόνο επειδή η σειρά αυτή μου άρεσε πάρα πολύ – κάτι σαν φόρο τιμής.

Είναι γεγονός πως εμείς – οι γύρω στα 30 ( συν πλην 5) – δεν βλέπουμε πλέον τηλεόραση καθώς όλο το πρόγραμμά της είναι στημένο πάνω στις συνήθειες των γονιών μας. Η ανυπόφορη κυριαρχία των baby boomers  - γενιά του Πολυτεχνείου στα καθ’ ημάς- αποτυπώνεται ακόμη και στα τηλεοπτικά προγράμματα.

Όπως όμως η φύση απεχθάνεται το κενό, έτσι και ο θεός της ψυχαγωγίας φρόντισε για εμάς. Εδώ και λίγα χρόνια έχουμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε σε πραγματικό χρόνο – ελάχιστα λεπτά μετά την πρώτη προβολή στα αμερικάνικα τηλεοπτικά δίκτυα- παραγωγές κινηματογραφικού επιπέδου απλωμένες σε σίριαλ. Αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές για όλα τα γούστα.
Μην τα πολυλογώ, το True Detective είναι μία από αυτές τις σειρές και για αυτήν θέλω να γράψω δυο λογάκια.

Ξεχάστε κοστούμια, εφέ, σκηνικά. Ξεχάστε παράλληλες ιστορίες που συμφύονται και διαμορφώνουν μία κεντρική. Ξεχάστε κομπάρσους, στρατούς, μεσαιωνικά κάστρα, κρυσταλλικές μεθαδόνες, συμμορίες και άλλα τέτοια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με πούρο αστυνομικό.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε δύο χρόνους. Εξιστορεί, αρχικά, την προσπάθεια δύο ντετέκτιβ να επιλύσουν μια ανθρωποκτονία προ εικοσαετίας μέσα από τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών. Στα πλαίσια μιας παροντικής έρευνας, οι δύο πρωταγωνιστές ερωτούνται για εκείνη την υπόθεση. Προς τα τελευταία επεισόδια στης σεζόν  η δράση μεταφέρεται αποκλειστικά στο παρόν και οι δύο πρωταγωνιστές ξαναπιάνουν το νήμα της έρευνας από εκεί που το άφησαν τότε.

Ο Matthew McConaughey και ο Woody Harrelson στους κεντρικούς ρόλους των δύο αστυνομικών – ντετέκτιβ  έχουν εμφανείς διαφορές. Ο πρώτος, μοναχικός, σκοτεινός και κατά κάποιο τρόπο εσωστρεφής μετά το θάνατο της κόρης του και τη διάλυση της οικογένειάς του, φιλοσοφημένος με ευρύ γνωστικό πεδίο, είναι παρατηρητικός και εργάζεται υπέρ του δέοντος συστηματικά.

Ο δεύτερος πιο ανθρώπινος, με απλά καθημερινά πάθη – σαρκικά κυρίως- οικογενειάρχης με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι πιο προσγειωμένος και αποδέχεται τις κοινωνικές συμβάσεις. Ενταγμένος πλήρως στο κοινωνικό περιβάλλον, δεν τα σκαλίζει και διεκδικεί μια μικροαστική ευζωία έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται στον τόπο και τον χρόνο.

Η σχέση ανάμεσά τους είναι μετρημένα συγκρουσιακή. Διαφέρουν. Αυτό τους φέρνει στα πρόθυρα της ρήξης όμως άρρητα ο ένας αναγνωρίζει στον άλλο θετικά στοιχεία που τους κρατάνε ομάδα. Είναι σαν ο ένας να αποδέχεται τις ιδιαιτερότητες του άλλου – τις ενσωματώνει στην τελική του κρίση και αποφασίζει να συνεχίσει με τον συνάδελφο. Το όλο στήσιμο της σειράς θα έλεγες πως πατάει πάνω στη σχέση των δύο αντρών παρά σε αυτή καθ’ αυτή την υπόθεση.

Στο σημείο αυτό ξαναδιαβάζω όσα έγραψα. Λοιπόν δεν έχω φτάσει ούτε στο 30% όσων μου έρχονται στο κεφάλι από όλες τις πάντες. Αν τα γράψω όλα όμως θα φτάσουμε το πεντασέλιδο και δεν θα το διαβάσει άνθρωπος. Από δω και πέρα κωδικοποιημένα 2-3 πραγματάκια ακόμη και τέλος.

Τόπος : Λουιζιάνα. Ομίχλη και καταχνιά. Χωριατίλα. Υγρασία. Τίποτε κοσμοπολίτικο. Πυκνή βλάστηση, χοντροκομμένοι άνθρωποι. Country πανηγύρια, βυζαρούδες βλαχογκόμενες πρόθυμες για όλα και άντρες που τα έχουν όλα απλά και λυμένα στο κεφάλι τους.

Πολιτικό μήνυμα : Ψηφίζουμε Δημοκρατικούς και ποτέ Ρεπουμπλικάνους. Η κυριαρχία των τελευταίων σε όλη τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές του 1990 μεταφράστηκε σε υποχώρηση των κρατικών δομών υπέρ διάφορων ιδιωτικών. Στη σειρά γίνεται λόγος για αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τόπους για την κάλυψη της οποίας δραστηριοποιήθηκαν θρησκευτικά και παραθρησκευτικά ιδρύματα με ανάλογα σχολεία. Αυτά όλα τα ιδρύματα που δραστηριοποιούνταν από το επίπεδο ενός σχολείου μέχρι ψευδοεπιστημονικών ινστιτούτων ( σχολεία- κατηχητικά – εκκλησίες – χορωδίες- λέσχες) και όλως τυχαίως υποστηρίζουν ότι πιο αντινεωτερικό μπορείς να φανταστείς. Δεν υπάρχει υπερθέρμανση, δεν χρειάζεται προφύλαξη η ερωτική πράξη, δεν πρέπει να γίνονται αμβλώσεις, το AIDS δεν αφορά του ετεροφυλόφιλους, η οπλοκατοχή είναι αναφαίρετο δικαίωμα κλπ κλπ. Χρηματοδοτούνται από μεγιστάνες του πετρελαίου, της οπλοβιομηχανίας και εκτείνονται μέχρι εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα. Όλοι Ρεπουμπλικάνοι υπερσυντηρητικοί -  μην ρωτάς το γιατί.


Σιριαλ κίλερ – αποκρυφισμός : Είναι γεγονός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μία περίπτωση ανθρωποκτονίας με έντονα αποκρυφιστικά στοιχεία που όμως δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Ερεθίζουν την περιέργεια του θεατή καθώς όπως και να το κάνουμε ο αποκρυφισμός είναι μαγνήτης. Σύμβολα, κέρατα, τελετές, μάσκες ζώων δένουν και διαμορφώνουν ένα αγωνιώδες μπακράουντ. Προσωπικά όμως μου άρεσε πως αυτή η διάσταση συμφύεται με μια υπαρκτή πολιτική –κοινωνική πραγματικότητα ( βλέπε ανωτέρω : πολιτικό μήνυμα).