Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Τι σημαίνει σήμερα να «πηγαίνουν καλά» τα πράγματα; Η σιωπηλή διάρρηξη της μεσαίας ζωής, άρθρο στη VORIA στις 20/12/2025


 

Όταν το «πάμε καλά» δεν γίνεται βίωμα

Σίγουρα, αν κοιτάξει κανείς τα δεδομένα, τους δείκτες, τους σκληρούς αριθμούς, θα διαπιστώσει ότι ορισμένοι εξ αυτών είναι σήμερα καλύτεροι σε σχέση με τα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Η οικονομία δεν βρίσκεται πια σε κατάσταση κατάρρευσης και η χώρα δεν κινείται στο χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση αυτή, καταγράφεται ένα φαινόμενο που για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα έντονο και πολιτικά κρίσιμο - η λεγόμενη υποκειμενική φτώχεια. Σε σχετικές έρευνες, πάνω από το 60% των πολιτών απαντά ότι τα χρήματα δεν του φτάνουν, ότι αισθάνεται οικονομικά στρυμωγμένο. Το στοιχείο αυτό δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα επίσημα όρια της φτώχειας, όπως κι αν αυτά οριστούν, αποτυπώνει όμως μια βαθύτερη, συλλογική αίσθηση επισφάλειας. 

Μια ψυχική και κοινωνική αντίληψη της πραγματικότητας που δεν διαψεύδεται εύκολα από στατιστικούς πίνακες. Και αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στους δείκτες και στο βίωμα είναι βαθιά πολιτική. Τροφοδοτεί τον δημόσιο διάλογο, επηρεάζει τον πολιτικό ανταγωνισμό και ζητά ερμηνεία. Δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το τραύμα της ελληνικής χρεοκοπίας. Πριν από δεκαπέντε χρόνια το ελληνικό κράτος κατέρρευσε οικονομικά, οι απώλειες ήταν μεγάλες και η επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Αυτή η εμπειρία άφησε πίσω της όχι μόνο χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά και παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις που εξακολουθούν να καθορίζουν το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη θέση τους σήμερα.

Η μεσαία ζωή που δεν καταρρέει, αλλά πιέζεται αθόρυβα

Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απόλυτη φτώχεια ούτε στην κατάρρευση. Βρίσκεται στη μεσαία ζωή. Σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που εργάζεται, πληρώνει, προσαρμόζεται, δεν καταρρέει – αλλά ούτε και προχωρά. Ή τουλάχιστον έτσι νιώθει. Μια ζωή που δεν θρυμματίζεται θεαματικά, αλλά φθείρεται αθόρυβα. Χωρίς κραυγές, χωρίς ρήξεις, χωρίς ορατές εκρήξεις. Μόνο με μια μόνιμη αίσθηση ότι «κάτι δεν κουμπώνει», ακόμη κι όταν όλα φαίνονται, στα χαρτιά, εντάξει. Αυτή η σιωπηλή διάρρηξη δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης παραμένουν αριθμητικά παρόντα αλλά κοινωνικά αποσταθεροποιημένα. Είναι και νιώθουν απομακρυσμένα από τα δυναμικά οικονομικά κέντρα, από τις θέσεις που παράγουν αξία, από την αίσθηση συμμετοχής σε ένα συλλογικό σχέδιο. Δεν εξαφανίζονται – απλώς γίνονται λιγότερο ορατά και λιγότερο καθοριστικά.

Από την προσδοκία στην αντοχή

Ιστορικά, η μεσαία ζωή υπήρξε ο χώρος της προσδοκίας. Όχι της υπερβολής, αλλά της προόδου. Η υπόσχεση μεταπολεμικά ήταν απλή για αυτό και τόσο σταθερή, όσο τηρούνταν. Αν κάνεις όσα πρέπει –σπουδάσεις, δουλέψεις, είσαι συνεπής– τότε κάτι θα χτιστεί. Σήμερα, αυτή η υπόσχεση έχει αποδυναμωθεί. Δεν αντικαταστάθηκε από οργή, αλλά από μια μόνιμη διαχείριση ρίσκου. Το ζητούμενο δεν είναι πια να πας καλύτερα, αλλά να μη σου συμβεί κάτι κακό. Να μη χαθεί η δουλειά. Να μη στραβώσει ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Να μην προκύψει ένα απρόβλεπτο που δεν αντέχεις να απορροφήσεις. Η μεσαία ζωή έπαψε να ονειρεύεται – αντέχει. Κάπως έτσι, χάθηκε και η αίσθηση του «αρκετού». Όχι επειδή οι άνθρωποι έγιναν πιο απαιτητικοί, αλλά επειδή έμαθαν να περιορίζονται. Το «αρκετό» έπαψε να σημαίνει αξιοπρεπή ζωή και άρχισε να σημαίνει διαχειρίσιμη καθημερινότητα. Μήνας που βγαίνει. Χρονιά χωρίς σοβαρά απρόοπτα. Μια κανονικότητα που δεν εμπνέει, αλλά τουλάχιστον δεν τρομάζει. Όταν όμως ο πήχης χαμηλώνει τόσο, ακόμη και η πρόοδος –αν υπάρξει– δυσκολεύεται να αναγνωριστεί. Και τότε το «πάμε καλά» ακούγεται ξένο.

Δείκτες από τη μία, εμπειρία από την άλλη

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του δημόσιου λόγου. Από τη μία, δείκτες, συγκρίσεις, μακροοικονομικές αφηγήσεις. Από την άλλη, η καθημερινή εμπειρία μιας κοινωνίας που δεν αισθάνεται ότι κερδίζει έδαφος. Δεν πρόκειται για άρνηση της πραγματικότητας ούτε για συλλογική κακοπιστία. Πρόκειται για δύο διαφορετικά μέτρα αξιολόγησης. Το ένα μετρά οικονομικούς δείκτες και μετριέται από οικονομολόγους, πολιτικούς, τεχνοκράτες και δημοσιολογούντες. Το άλλο αναμετριέται με τη διαβρωτική καθημερινότητα, βιώνεται, παράγει συναισθήματα. Ίσως και μη αναλογικά, ίσως πάλι όχι. Παράγει όμως μια κοινωνική πραγματικότητα. Όταν αυτά τα δύο απομακρύνονται, γεννιέται δυσπιστία. Όχι απαραίτητα πολιτική, αλλά υπαρξιακή. Αν ήταν απλό τότε θα διαφαίνονται στην ελληνική περίπτωση ορατή μια αλλαγή πολιτικών συσχετισμών. Είναι πιο δύσκολο και πιο μεγάλο από αυτό.

Η πολιτική ως ερώτημα κατεύθυνσης

Και εδώ η πολιτική εμφανίζεται όχι ως κομματικός ανταγωνισμός ή επικαιρότητα της εβδομάδας, αλλά ως ερώτημα κατεύθυνσης. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ελληνικά. Στην ελληνική περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οξύνονται επειδή μεσολάβησε η χρεοκοπία και μια μακρά περίοδος απωλειών, στασιμότητας και ανασφάλειας. Ωστόσο, η μεγάλη τάση είναι ευρύτερη και αφορά συνολικά τη Δύση ως αξιακή, πολιτική και πολιτισμική επικράτεια. Έναν κόσμο που για δεκαετίες ομογενοποίησε έναν τρόπο ζωής, ένα καταναλωτικό πρότυπο, ένα πολιτισμικό υπόδειγμα και σήμερα φαίνεται να κινείται στις ίδιες ράγες, με διαφορετικές ταχύτητες ανά χώρα, ανάλογα με τη φέρουσα ικανότητα, την παραγωγικότητα και τη θεσμική της ανθεκτικότητα.

Η τάση, ωστόσο, είναι κοινή. Η μεσαία τάξη στη Δύση συμπιέζεται και αυτή η συμπίεση παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Αναδιατάσσει συμπεριφορές, προσδοκίες, ταυτίσεις. Τροφοδοτεί τον δημόσιο λόγο και τον πολιτικό ανταγωνισμό όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, το ερώτημα είναι για εμάς ταυτόχρονα μεγαλύτερο και οξύτερο. Και αν χρειάζεται να το απαντήσουμε μία φορά ως Έλληνες, πρέπει να το σκεφτούμε με πολλαπλάσια σοβαρότητα, γιατί το 2035 και το 2040 δεν θα μοιάζουν ούτε με το 2000 ούτε με το 2010.

Εάν η παγκόσμια μετατόπιση προς την Ανατολή και η ανάδυση νέων μεσαίων στρωμάτων στην Κίνα, την Ινδία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική μεταβάλουν τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και το υπόδειγμα κατανάλωσης, τότε τα διλήμματα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες –και για την Ελλάδα ειδικότερα– θα γίνουν ακόμη πιο κομβικά. Και μαζί τους θα τεθούν αναπόφευκτα ερωτήματα για την ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Θα προχωρήσει η Ευρώπη με ένα ενιαίο σχέδιο που θα προστατεύει συνολικά τη μεσαία τάξη ή θα θυσιαστούν οι μεσαίες τάξεις της περιφέρειας για να διασωθούν εκείνες των κεντρικών κρατών; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Και σίγουρα αυτή η συζήτηση δεν εξαντλείται στον εγχώριο κομματικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για ζητήματα μεγάλα, δομικά, σχεδόν πλανητικά, που απαιτούν κάτι περισσότερο από πολιτική τακτική: απαιτούν αυτογνωσία.

Το παραγωγικό μοντέλο και η μοίρα της μεσαίας τάξης

Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Θα κινηθούμε προς ένα εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, με διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, εξαγωγές, αντικατάσταση εισαγωγών και πραγματική δημιουργία υπεραξίας ή θα παραμείνουμε σε ένα μοντέλο εσωστρεφούς κορπορατισμού, όπου τα προνόμια των «εντός», τα κλειστά επαγγέλματα και η εξάρτηση από το κράτος καθορίζουν τη δομή της οικονομίας;

Ο ιστορικά ιδιόμορφος ελληνικός καπιταλισμός παρήγαγε και μια ιδιόμορφη μεσαία τάξη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Λιγότερο συνδεδεμένη με την παραγωγικότητα και περισσότερο με τη ρύθμιση, τη συναλλαγή και την πολιτική προστασία. Θα αναρωτηθεί τότε κανείς δικαίως: « Γιατί η μεσαία τάξη παραμένει κεντρική υπόθεση»; Η ύπαρξη μιας εύρωστης μεσαίας τάξης είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα μιας υγιούς οικονομίας και μιας λειτουργικής δημοκρατίας. Είναι εκείνη που διαμορφώνει τον τρόπο ζωής, τις αξίες, τις προσδοκίες και τη συλλογική αυτοπεποίθηση. Και κυρίως, είναι εκείνη που, έχοντας ξεφύγει από την αγωνία της επιβίωσης, μπορεί να συμμετέχει ενεργά, να ελέγχει την εξουσία και να διεκδικεί περισσότερα. Μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών μπορεί να αντέξει, δύσκολα όμως μπορεί να προχωρήσει. Για να το πούμε και αλλιώς. Αν η (όποια) μεσαία τάξη δεν ξεφεύγει από την αγωνία της επιβίωσης αλλά νιώθει την καυτή ανάσα της κοινωνικής και βιοτικής έκπτωσης, τότε ποιος μένει να το κάνει; Ποιος μπορεί να στηρίξει επιλογές ή να επιβάλλει αλλαγές; 

Το ερώτημα της προσαρμογής

Όπως γίνεται αντιληπτό, κάθε ζήτημα που απασχολεί την ελληνική επικαιρότητα μπορεί να ιδωθεί και να αναλυθεί με δύο τρόπους. Είτε ως ένα ακόμη επίκαιρο θέμα, που εξαντλείται στο εθνοκρατικό πεδίο, στη διαχείρισή του ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, στις ομάδες πίεσης και στις επιμέρους ομάδες συμφερόντων. Αυτή είναι μια παλιά και γνώριμη συνταγή, χρήσιμη ενδεχομένως για την πολιτική καθημερινότητα, αλλά ανεπαρκής για τις προκλήσεις που έρχονται. Ο δεύτερος τρόπος ανάγνωσης είναι πιο απαιτητικός. Βλέπει τα επιμέρους ζητήματα ως εκφάνσεις μιας κοινής συνισταμένης, αυτή της ανάγκης προσαρμογής. Προσαρμογής σε νέες οικονομικές, κοινωνικές, γεωπολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, που δεν είναι παροδικές αλλά δομικές. Και εδώ το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν διαφωνούμε στις λύσεις, αλλά αν μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ανάλυση. Αν μπορούμε να διαβάσουμε τις μεγάλες πλανητικές τάσεις, να αποδεχθούμε τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να καταλήξουμε σε ορισμένα κοινά συμπεράσματα. Γιατί χωρίς κοινή διάγνωση, καμία θεραπεία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική.

Είτε μιλάμε για το αγροτικό ζήτημα, είτε για τη μεσαία τάξη, είτε για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, είτε για την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση, το ερώτημα επανέρχεται με διαφορετικές μορφές αλλά με το ίδιο περιεχόμενο. Ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας, βρίσκεται στην προμετωπίδα των χωρών που θα βιώσουν έντονα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, μαζί με όλες τις δευτερογενείς κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχουν εύκολες λύσεις – δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο που, αν ακολουθηθεί πιστά, οδηγεί σε ήρεμα νερά. Η προσαρμογή, εκ των πραγμάτων, θα είναι δύσκολη και ενδεχομένως επώδυνη. Και επιπλέον, δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Δεν μιλάμε για δεκαετίες σταδιακών μετατοπίσεων, αλλά για αποφάσεις και επιλογές που θα κριθούν σε ορίζοντα λίγων ετών. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Αν η χώρα μπορεί να σταθεί στον 21ο αιώνα υπό αυτές τις συνθήκες και με αυτές τις προϋποθέσεις. Αν μπορεί να προσαρμοστεί εγκαίρως, συνειδητά και με σχέδιο. Αυτά είναι τα κεντρικά ερωτήματα της εποχής μας. Και με αυτά –είτε το θέλουμε είτε όχι– πορευόμαστε.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου