Αν δούμε –και πάλι– τα μπλόκα των αγροτών ως στοιχεία ενός εσωτερικού παιγνίου κατανομής πόρων, ως καταλύτη επηρεασμού του εκλογικού κύκλου και ως μια αναγκαιότητα διευθετήσεων σε έναν τομέα της ελληνικής οικονομίας, θα χάσουμε ξανά την ευκαιρία να δούμε το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις.
Κοινός παρονομαστής η αδυναμία προσαρμογής
Γιατί οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε ως χώρα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση ή σε κοινωνική εμβέλεια, έχουν όμως μια κοινή συνισταμένη - τη διαχρονική αδυναμία μας να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες ή να διαμορφώσουμε διαφοροποιημένα συστήματα διαχείρισης, πιο κοντά στα δικά μας δεδομένα, πλήρως όμως ενταγμένα στην παγκόσμια ροή των πραγμάτων. Είτε μιλήσουμε για το αγροτικό ζήτημα, είτε για τη βιομηχανία, είτε για την ενέργεια, είτε για την ανθεκτικότητα, το ερώτημα είναι πάντοτε το ίδιο. Με ποιον τρόπο καταφέρνουμε –ή προσπαθούμε– να προσαρμοστούμε. Η προσαρμογή είναι η λέξη κλειδί. Εναλλακτικά, η δημιουργία ενός δικού μας μοντέλου που θα «κουμπώνει» αρμονικά στα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα, υπερβαίνοντάς τα θετικά. Μια «προσαρμοσμένη εξαίρεση» θα ήταν το ιδανικό. Είναι όμως πολύ μακριά από τις σημερινές διανοητικές, οργανωσιακές, διοικητικές, πολιτικές και πολιτισμικές μας δυνατότητες. Ακολουθούμε ασθμαίνοντας, εξαναγκαζόμενοι και πληρώνοντας υψηλό κοινωνικό, οικονομικό και αναπτυξιακό κόστος. Ενίοτε αποτυγχάνουμε, μετακυλίοντας το κόστος της αποτυχίας λίγο πιο πέρα, στο μέλλον. Αυτή η αλυσίδα όμως πρέπει να σπάσει, γιατί το μέλλον έχει φτάσει. Σύντομα θα γίνει η σούμα.
Αγρότες στα μπλόκα – δεν είναι συγκυριακό, είναι δομικό
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις που εκδηλώνονται σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα πολυετές σίριαλ που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Δεν είναι απλώς μια συγκυριακή αντίδραση στο αυξημένο κόστος παραγωγής ή στις τιμές του πετρελαίου, αλλά η ορατή κορυφή ενός παγόβουνου που σχηματίζεται εδώ και δεκαετίες.
Πρόκειται για μια κρίση βαθιά διαρθρωτική και, στην ελληνική περίπτωση, και πολιτισμική. Μια κρίση που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιληφθήκαμε την ανάπτυξη, το κράτος, την Ευρώπη και –τελικά– την ίδια την παραγωγή.
Η ελληνική γεωργία δεν μπορεί να λειτουργεί ως κλειστό, εθνοκρατικό σύστημα, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις του 20ού αιώνα. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτέλεσαν αντικειμενικά μια ιστορική ευκαιρία. Οι ενισχύσεις βελτίωσαν το εισόδημα και σταθεροποίησαν κοινωνικά την ύπαιθρο – γεγονός που συνέβαλε στη συνοχή και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των αγροτών. Δεν οδήγησαν όμως στις αναγκαίες παραγωγικές και οργανωτικές αναδιαρθρώσεις. Η ευκαιρία αξιοποιήθηκε κυρίως ως μηχανισμός αναπλήρωσης εισοδήματος και όχι ως εργαλείο μετασχηματισμού.
Έτσι, η ελληνική γεωργία μπήκε στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά με χαμηλή παραγωγικότητα, μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, αδύναμα συλλογικά σχήματα και περιορισμένη σύνδεση με τη μεταποίηση και την εξωστρέφεια. Το πρόβλημα δεν ήταν συγκυριακό ούτε κυκλικό. Ήταν –και παραμένει– δομικό. Όπως συνολικά η ελληνική κρίση, έτσι και το αγροτικό ζήτημα είναι προϊόν μακράς επώασης και όχι στιγμιαίας αστοχίας πολιτικής.
Έχει αξία να δούμε γιατί αποτύχαμε;
Η εξήγηση αυτής της αποτυχίας είναι δευτερευόντως θεσμική ή τεχνική. Είναι πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική. Η Μεταπολίτευση υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία, για ιστορικούς λόγους, υπερεκτιμήθηκαν οι δυνατότητες της πολιτικής και υποτιμήθηκαν οι περιορισμοί της οικονομίας. Το κράτος νοήθηκε ως μόνιμος μηχανισμός αναπλήρωσης απωλειών και όχι ως στρατηγικός σχεδιαστής. Η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα υποχώρησαν μπροστά στη διεύρυνση δικαιωμάτων και παροχών, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για τη βιωσιμότητα του μοντέλου. Ανάγκες μεταπολεμικές καλύφθηκαν μεταπολιτευτικά, με υψηλό οικονομικό κόστος.
Στον αγροτικό τομέα, αυτή η κουλτούρα μεταφράστηκε σε μια ιδιότυπη σχέση με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Οι ενισχύσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός εξορθολογισμού και αναδιάρθρωσης, αλλά ενσωματώθηκαν στο συλλογικό φαντασιακό ως κεκτημένο. Δημιουργήθηκαν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις σε κάθε απόπειρα αλλαγής. Το ευρώ και η ευρωπαϊκή ένταξη, αντί να λειτουργήσουν ως σταθεροποιητές, επιτάχυναν τις ανισορροπίες ενός ήδη εύθραυστου παραγωγικού οικοδομήματος.
Η διεθνής συγκυρία ή προϋπάρχουσα τάση;
Τα τελευταία χρόνια, η διεθνής συγκυρία επιτάχυνε την προϋπάρχουσα τάση. Η πανδημία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η κλιματική κρίση ανέδειξαν την επισιτιστική ασφάλεια ως παράγοντα ισχύος και ανθεκτικότητας. Η αγροτική παραγωγή επανήλθε στο κέντρο της παγκόσμιας ατζέντας, όχι απλώς ως πεδίο εκσυγχρονισμού, αλλά ως στρατηγικό πεδίο που θα καθορίσει τον 21ο αιώνα. Αναδεικνύεται με τον τρόπο αυτό ένας σκληρός μηχανισμός - η στρατηγική συγκέντρωσης γης, παραγωγής και επιδοτήσεων. Πρόκειται για μια παγκόσμια αναδιάρθρωση.
Αν πρέπει να τραφούν δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι με λογικό κόστος και χωρίς την πλήρη καταστροφή του πλανήτη, η συγκέντρωση, η εκβιομηχάνιση και οι μεγάλες κλίμακες αναδεικνύονται ως μία λύση και επιλογή.
Οι επιλογές είναι πολιτικές (και το ανάποδο)
Η θεσμική αρχιτεκτονική έχει διαμορφωθεί εκ των πραγμάτων με τρόπο που ανταμείβει τη μεγάλη κλίμακα, τη διαχειριστική επάρκεια και την πρόσβαση σε κεφάλαιο. Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ιδίως μετά το 2019, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Οι επιδοτήσεις ανά στρέμμα και τα οικολογικά προτάγματα προϋποθέτουν οικονομική αντοχή και οργανωμένη διαχείριση, στοιχεία που ο μικρός αγρότης συχνά δεν διαθέτει.
Παράλληλα, το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί δραστικά – ιδίως λόγω ενέργειας, λιπασμάτων και ζωοτροφών – με εκτιμήσεις που φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις το 30% έως 50%. Η αστάθεια των τιμών παραγωγού, τα χρέη και τα κόκκινα δάνεια επιτείνουν την πίεση, οδηγώντας σε απώλεια γης και σε μια αθόρυβη αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην ύπαιθρο. Σε όλα αυτά προστίθεται η κλιματική κρίση και η απουσία σοβαρών υποδομών πρόληψης, ασφάλισης και αποκατάστασης ζημιών. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες και τα σούπερ μάρκετ επιβάλλουν όρους που ευνοούν λίγους, μεγάλους και τυποποιημένους προμηθευτές. Ο μικρός παραγωγός είτε μετατρέπεται σε εξαρτημένο υπεργολάβο είτε εγκαταλείπει την παραγωγή. Και μαζί του αποδιαρθρώνεται κοινωνικά και οικονομικά η ύπαιθρος.
Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια σοβιετική στρατηγική και επιλογή 100 χρόνια μετά. Εκμηχάνιση, διάλυση του μικρού κλήρου, μεγάλες κλίμακες και προλεταριοποίηση του αγρότη. Τότε απέτυχε. Το αν πετύχει τώρα, δεν το γνωρίζουμε. Τότε ήταν κομμουνιστική συνταγή· σήμερα καπιταλιστική.
Το ελληνικό ερώτημα και οι ιδιαιτερότητες
Αν ξεφύγουμε λίγο από τα μεγάλα και δούμε τα δεδομένα στη χώρα μας, θα πρέπει και εδώ, να παραθέσουμε μια σειρά σημείων που συναρθρωμένα μας δίνουν ένα σημαντικό πλαίσιο κατανόησης. Η ελληνική γεωργία παραμένει αντιμέτωπη με βαθιά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας, μικρό κλήρο και απουσία συνεργατισμού. Αυτές είναι διαρθρωτικές πληγές και παραμένουν ανοικτές. Κάθε τέτοια επιλογή απλώς αναπαράγει την ίδια πολιτική κουλτούρα που μας οδήγησε εδώ. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η αλλαγή παραγωγικού και πολιτισμικού υποδείγματος.
Στοιχεία που χειροτερεύουν τη δική μας περίπτωση είναι η δημογραφία, η περιφερειακή ανισότητα, η χαμηλή εξειδίκευση των αγροτών, η απουσία δομών και διαδικασιών εκπαίδευσής τους, η υστέρηση των βασικών υποδομών και δικτύων, ο υπαρκτός πελατειασμός και η διαφθορά πολλών συστημάτων, η έντονη ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς και βέβαια το γεγονός ότι βρισκόμαστε λόγω γεωγραφικής θέσης στην προμετωπίδα των κρατών που θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Το ερώτημα είναι ένα. Αν η τάση παγκοσμίως είναι συγκεκριμένη τότε μπορούμε εμείς να κινηθούμε στην αντίθετη κατεύθυνση; Αν οι κλίμακες πρέπει να είναι μεγάλες, μπορούμε εμείς να διατηρήσουμε μια ελληνική εξαίρεση μικρού και πολυτεμαχισμένου κλήρου; Με άλλα λόγια μπορεί ένας Έλληνας αγρότης των 100 ή και λιγότερων στρεμμάτων να έχει μέλλον;
Ας δούμε πετυχημένα παραδείγματα
Εδώ υπάρχει ζουμί – εδώ πρέπει να σταθούμε. Υπάρχουν επιτυχημένα παραδείγματα που μπορούμε να αντιγράψουμε ή να ενσωματώσουμε πρακτικές τους στα δικά μας δεδομένα; Ναι, αλλά είναι δύσκολο. Δύσκολο, γιατί τα καλά αυτά παραδείγματα που είναι κοντά στα δικά μας πληθυσμιακά και χωρικά δεδομένα, πατούν σε άλλες πολιτικές και παραγωγικές κουλτούρες. Δείτε το Ισραήλ, τη Δανία ( κτηνοτροφικά), την Ολλανδία, και την πολύ κοντινή μας Πορτογαλία. Έχουν γίνει μικρά θαύματα – άρα είναι εφικτό να το κάνουμε και εμείς. Στη Δανία, οι συνεταιρισμοί (π.χ. στην κτηνοτροφία) ελέγχουν τη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα, εξασφαλίζοντας την υπεραξία για τον παραγωγό. Στο Ισραήλ, η παραγωγή βασίζεται στην υψηλή τεχνολογία (στάγδην άρδευση, έξυπνες λύσεις) ως στρατηγική επιβίωσης, ανεξαρτήτως μεγέθους κλήρου. Στην Ολλανδία, η εξειδίκευση σε προϊόντα υψηλής αξίας (π.χ. θερμοκήπια) και η εξωστρέφεια αποτελούν τον κανόνα, ενώ στην Πορτογαλία η επιτυχία βασίστηκε σε στοχευμένες θεσμικές παρεμβάσεις για τη συγκέντρωση και τον εκσυγχρονισμό. Αυτός ο παραγωγικός και πολιτισμικός κώδικας είναι που μας λείπει.
Μην κοιτάτε τώρα συγκριτικά τις στρεμματικές αποδόσεις – κοιτάξτε να βελτιώσουμε άμεσα τα βασικά. Τα πολύ βασικά. Να ενισχύσουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα επιτυχημένα παραδείγματα. Να στήσουμε εκπαιδευτικές δομές για τον αγρότη του 21ου αιώνα. Να επενδύσουμε στις υποδομές – νερό, ενέργεια, δίκτυα. Αν μπορέσουμε να στήσουμε και μια κάποια μεταποίηση ακόμα καλύτερα. Είμαστε τόσο πίσω που οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια θα δείξει γρήγορα τα θετικά αποτελέσματα. Τα μεγέθη μας δεν μας επιτρέπουν να γίνουμε ούτε ουκρανικός σιτοβολώνας, ούτε κινεζικός ορυζώνας, ούτε σοβιετικός στρεμματικός γίγαντας, ούτε καλιφορνέζικο τεχνολογικά πρωτοπόρο καλλιεργητικό υπόδειγμα. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε τον μικρό κλήρο και τον μικρό παραγωγό ενεργό, να μένει στον τόπο του, να κάνει εκεί οικογένεια και να αξιοποιεί τα χωράφια του πρέπει η ελληνική γεωργία να γίνει ξανά κεντρικό ζήτημα εθνικής σημασίας. Όχι μόνο για λόγους εισοδήματος, αλλά και για λόγους επισιτιστικής ασφάλειας, η οποία είναι πλέον παγκόσμιος παράγοντας ισχύος. Η αλλαγή δεν είναι υπόθεση μόνο μιας κυβέρνησης, αλλά αποτέλεσμα κοινωνικών συσχετισμών, συλλογικών συνηθειών και της ανοχής στο πελατειακό σύστημα.
Ο παλιός κύκλος πρέπει να σπάσει. Αυτό απαιτεί ριζική ρήξη με την κουλτούρα της εύκολης ανάπτυξης και μετάβαση σε ένα μοντέλο που θα δίνει προτεραιότητα στη βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την ανεξαρτησία του μικρού και μεσαίου παραγωγού, αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στην κοινωνική συνοχή και την εθνική επάρκεια. Ο 21ος αιώνας δεν θα μας ρωτήσει αν «μας βγαίνει» η αλλαγή. Θα μας ρωτήσει αν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτήν. Αν απαντήσουμε πάλι με τον γνωστό τρόπο – με αναβολές, εύκολες λύσεις και μικρές διευθετήσεις – τότε το ερώτημα που θέτουμε σήμερα («μπορεί ένας Έλληνας αγρότης των 100 στρεμμάτων να έχει μέλλον;») θα απαντηθεί μόνο του. Και δεν θα μας αρέσει η απάντηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου