Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Μύλος των Ξωτικών: Το freemium χριστουγεννιάτικο πάρκο που άλλαξε ολόκληρη την οικονομία των Τρικάλων, άρθρο στη VORIA στις 10/01/2025



Με το τέλος των γιορτών και την επιστροφή στην καθημερινότητα, η επίσκεψη στα Τρίκαλα και στον Μύλο των Ξωτικών αφήνει πίσω της σκέψεις που αξίζει να καταγραφούν. Φαντάζομαι οι περισσότεροι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται και πολύ πιθανόν να έχετε και εσείς επισκεφθεί τον «Μύλο» και τα Τρίκαλα σε περίοδο Χριστουγέννων. Ένα πρώτο σχόλιο και ταυτόχρονα η αφορμή αυτού του σημειώματος είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό και απολύτως επιτυχημένο project που έχει επηρεάσει θετικά την ευρύτερη περιοχή. Ο Μύλος των Ξωτικών είναι ένα case study τοπικής ανάπτυξης - ένα χριστουγεννιάτικο προϊόν που έχει εξελιχθεί σε μηχανή επισκεψιμότητας, κατανάλωσης και εποχικής απασχόλησης.

Τι είναι ο Μύλος των Ξωτικών;

Αρχικά, να το παρουσιάσουμε σε λίγες γραμμές. Στα Τρίκαλα είχαν έναν πολύ ωραίο και καλά διατηρημένο μύλο – τον Μύλο Ματσόπουλου. Ένα μνημειώδες βιομηχανικό κτήριο που λειτούργησε από το 1884 μέχρι το 1984, ως ο πρώτος βιομηχανικός αλευρόμυλος στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος στα Βαλκάνια. Άξιο λόγου το γεγονός ότι διατηρεί όλον τον μηχανολογικό εξοπλισμό του ακέραιο στη θέση του, γεγονός που προστίθεται στην μοναδική αξία του καλοδιατηρημένου κελύφους. 

Το 1977, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Τρικκαίων με γενναιόδωρη δωρεά του ιδιοκτήτη του. Το 1995 με σχετική απόφαση του ΥΠΠΟ χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο το κτιριακό συγκρότημα «Μύλος Ματσόπουλου» με τα βοηθητικά κτίσματα, τον μανδρότοιχο και τον περιβάλλοντα χώρο. Ακολούθησαν εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης του κτηριακού συγκροτήματος. 

Κάπου εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η πολιτική ηγεσία της πόλης, βλέποντας την επιτυχία του Χριστουγεννιάτικου Χωριού στη Δράμα «Ονειρούπολη» καλεί τους συντελεστές του να κάνουν το ίδιο και στα Τρίκαλα. Ο τότε δήμαρχος Τρικκαίων, Χρήστος Λάππας (2010-2014), κινητοποιεί πόρους και δυνάμεις και ο Μύλος των Ξωτικών ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του ως χριστουγεννιάτικο πάρκο τον Δεκέμβριο του 2011. Οργανωτικά το πάρκο αυτό το λειτουργεί ο Δήμος Τρικκαίων και η δημοτική αναπτυξιακή e-Trikala Α.Ε. (διοργάνωση/λειτουργία), όπως προκύπτει και από επίσημες δημοτικές αναρτήσεις και ανακοινώσεις.

Επιτυχημένο παράδειγμα θεματικού τουρισμού πόλης

Για το αισθητικό κομμάτι του Μύλου, για το πόσο άρτια στημένος είναι, πόσο όμορφοι και φιλικοί είναι οι χώροι του, ενδιαφέρουσες οι δραστηριότητες εντός του, η δομή και η φιλοσοφία του, αλλά και οι διάφορες πρόνοιες που το καθιστούν μια κορυφαία επιλογή εντός Ελλάδας για χριστουγεννιάτικη εξόρμηση, ο καθείς μπορεί να έχει μια υποκειμενική άποψη. Οι αριθμοί όμως και η ίδια η οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί είναι αντικειμενική και λέει πολλά. 

Το project Μύλος των Ξωτικών μπορεί να χαρακτηριστεί freemium (free + premium) που σημαίνει ότι λειτουργεί με ένα μεικτό μοντέλο πρόσβασης. Η βασική εμπειρία είναι δωρεάν ενώ οι επιπλέον υπηρεσίες και εμπειρίες επί πληρωμή. Το γεγονός ότι δεν έχει εισιτήριο είναι κομβικό σημείο όχι μόνο για την επιτυχία και την επισκεψιμότητα αλλά για όλη την τοπική οικονομία. 

Η πραγματική του επιτυχία δεν αποτυπώνεται μόνο στη δημοφιλία του ή στις εντυπώσεις των επισκεπτών, αλλά κυρίως στα μετρήσιμα οικονομικά του αποτελέσματα για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Πέρυσι (2024–2025), ο Μύλος των Ξωτικών υποδέχθηκε πάνω από 1.200.000 επισκέπτες σε διάστημα περίπου 40 ημερών. Πρόκειται για έναν αριθμό εξαιρετικά υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα, που μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες ημερησίως, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα και τις περιόδους αιχμής. Η επισκεψιμότητα αυτή δεν περιορίζεται σε κατοίκους της Θεσσαλίας, αλλά αφορά επισκέπτες από όλη την Ελλάδα, γεγονός που αλλάζει ποιοτικά το αποτύπωμα της διοργάνωσης. Πρόκειται για εθνικής εμβέλειας τουριστικό προϊόν. 

Διαμονή – εστίαση – τοπική αγορά

Κατά την περίοδο λειτουργίας του Μύλου οι πληρότητες των ξενοδοχειακών μονάδων στα Τρίκαλα κινούνται σταθερά άνω του 90–95%, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα. Ταυτόχρονα παρατηρείται αύξηση των τιμών διανυκτέρευσης σε σχέση με άλλες περιόδους του έτους, χωρίς να επηρεάζεται η ζήτηση. Η έλλειψη διαθέσιμων κλινών οδηγεί μέρος της ζήτησης σε όμορους δήμους και περιοχές, επεκτείνοντας το οικονομικό αποτύπωμα πέρα από τα στενά όρια της πόλης. Με δυο λόγια, ο Μύλος μετατρέπει τα Τρίκαλα σε χειμερινό προορισμό πλήρους πληρότητας, κάτι που ελάχιστες ελληνικές πόλεις καταφέρνουν εκτός θερινής περιόδου.

Η αυξημένη επισκεψιμότητα βέβαια αποτυπώνεται άμεσα στην εστίαση (καφέ, εστιατόρια, ταχυφαγεία), στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες μετακίνησης και αναψυχής. Καταστήματα που σε άλλες περιόδους κινούνται σε χαμηλούς ρυθμούς, την περίοδο του Μύλου καταγράφουν πολλαπλάσιους ημερήσιους τζίρους, με αυξημένη κατανάλωση από επισκέπτες που παραμένουν στην πόλη για μία ή περισσότερες ημέρες. Η λειτουργία του Μύλου δεν απορροφά την κατανάλωση εντός του χώρου του - αντίθετα, λειτουργεί ως μηχανισμός διάχυσης της ζήτησης στην τοπική αγορά.

Θέσεις εργασίας και οικονομικό όφελος

Σε επίπεδο απασχόλησης είναι δεδομένο ότι δημιουργούνται εκατοντάδες άμεσες θέσεις εποχικής εργασίας (διοργάνωση, λειτουργία, φύλαξη, τεχνική υποστήριξη, δραστηριότητες) ενώ παράλληλα, ενισχύεται σημαντικά η έμμεση απασχόληση σε ξενοδοχεία, εστίαση, εμπόριο και μεταφορές. Οι συνολικές αμοιβές προσωπικού για τη διοργάνωση ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, που διοχετεύονται άμεσα στην τοπική οικονομία. Όλα αυτά για μια πόλη μεσαίου μεγέθους, σημαίνουν πραγματικό εισόδημα, όχι θεωρητικό όφελος. 

Το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα σύμφωνα με τους επίσημους απολογισμούς της διοργάνωσης, στην τοπική οικονομία εκτιμάται σε περίπου 3 εκατ. ευρώ ετησίως, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία της διοργάνωσης, την κατανάλωση επισκεπτών, τις διανυκτερεύσεις, τη διεύρυνση της εμπορικής δραστηριότητας. Ακόμη κι αν κάποιος κρατήσει επιφυλάξεις για τον ακριβή υπολογισμό του συνολικού τζίρου, το βασικό συμπέρασμα δεν αλλάζει -  το όφελος είναι πολλαπλάσιο του κόστους και αφορά ολόκληρη την τοπική οικονομία. Το όφελος μάλιστα διαχέεται και αρκετά χιλιόμετρα έξω από τα Τρίκαλα καθώς γύρω περιοχές και επιχειρήσεις υποδέχονται επισκέπτες. 

Πολιτική οραματική αλλά και ρεαλιστική

Το πραγματικά ενδιαφέρον αυτού του case study είναι πως μια πόλη, χωρίς καμία χριστουγεννιάτικη παράδοση, κατάφερε να αναδειχθεί σε κορυφαίο προορισμό με πολλαπλά οφέλη. Πως από την σύλληψη μιας ιδέας πέρασε στην αξιοποίηση ενός ιστορικού κελύφους και κατάφερε να είναι συνεπής σε υψηλά λειτουργικά standards για 15 συναπτά έτη, δημιουργώντας παράδοση.

Και βέβαια, όποιος έχει επισκεφθεί τα Τρίκαλα θα καταλάβει ότι δεν είναι μόνον ο Μύλος των Ξωτικών αξιόλογος αλλά μια συλλογική (μάλλον) κουλτούρα που διαπερνά οριζόντια τους πάντες εκεί. Η πόλη στα κεντρικά της σημεία είναι καθαρή, στολισμένη, φωτισμένη. Τα γεφυράκια που ενώνουν τις δυο πλευρές της και ο Ληθαίος ποταμός που τη διαπερνά, προσδίδουν έναν ευρωπαϊκό αέρα και αναδεικνύουν την αρετή της ευταξίας, της φροντίδας και της συλλογικής προσπάθειας. Ακόμη και αυτή η οδηγική συμπεριφορά διαφέρει – προτεραιότητα εκεί έχει ο πεζός.

Ιδέες που εφαρμόζονται

Επιστρέφω πολλά χρόνια πίσω και ανασύρω από την μνήμη μου ένα βιβλίο που είχε γράψει η Άννα Διαμαντοπούλου το μακρινό 2006, «Η Έξυπνη Ελλάδα». Σε εκείνο λοιπόν το βιβλίο – εάν δεν κάνω λάθος- η συγγραφέας μεταξύ άλλων πρότεινε την δημιουργία θεματικών πάρκων ως ένα σχετικά εφικτό για τις οικονομικές και οργανωσιακές μας δεξιότητες και δυνατότητες εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης. Εάν επίσης θυμάμαι καλά, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές της συνεντεύξεις αναφέρονταν για παράδειγμα στην Αρχαία Ολυμπία και στη δυνατότητα πάρκου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή στην Πιερία, στους πρόποδες του Ολύμπου για το παγκοσμίως γνωστό Δωδεκάθεο κ.ο.κ. 

Ψάχνοντας λίγο το πολιτικό προφίλ του τότε δημάρχου Τρικκαίων Χρήστου Λάππα, είδα ότι πολιτικά προέρχονταν ή απολάμβανε τη στήριξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ και μάλιστα στις τελευταίες εσωκομματικές εκλογές του κόμματος αυτού, στήριξε ο ίδιος την υποψηφιότητα της Άννας Διαμαντοπούλου. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί τα γράφω αυτά και τι σχέση έχουν με το θέμα μας. Έχουν σχέση απόλυτη. Οφείλω βέβαια να πω ότι ειδικά για τα Τρίκαλα, λέγεται ότι και ο προκάτοχος του κ. Λάππα, ο κ. Ταμήλος ήταν ένας καλός δήμαρχος και ο κ. Παπαστεργίου μετά, επίσης καλός. Η επιτυχία των Τρικάλων δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν δήμαρχο ούτε σε μία μόνη θητεία. 

Εάν όμως υπάρχει κάποια συσχέτιση όλων όσων με 2-3 απλές αναζητήσεις στην Google ανέσυρα και όσων θυμάμαι από τον πολιτικό λόγο προσώπων, καταλήγω στο συμπέρασμα πως υπάρχουν πολλές, ώριμες και ρεαλιστικές ιδέες στο δημόσιο διάλογο. Ιδέες που μπορούν σχετικά εύκολα να μετασχηματιστούν από όραμα σε πράξη και να αλλάξουν την μοίρα ενός τόπου. Ο προϋπολογισμός του Μύλου των Ξωτικών δεν ξεπερνά το 1,5 εκ ευρώ ετησίως - δεν είναι απαγορευτικός. Υπό κανονικές συνθήκες θα πρότεινα σε κάθε δήμαρχο να αναζητήσει την τεχνογνωσία αυτή και αύριο το πρωί να τη μεταφέρει στον τόπο του. 

Παράδειγμα προς μίμηση 

Κάθε γωνιά της χώρας μας έχει μια δική της ιστορία να διηγηθεί. Ιστορία που πολλές φορές ξεπερνά και τα σύνορά μας – με λίγη βοήθεια μπορεί να καταστεί παγκόσμια (Ολυμπιακοί, δωδεκάθεο, Μέγας Αλέξανδρος, Ελληνική Μυθολογία, Σπάρτη, Δημοκρατία, Περσικοί Πόλεμοι κ.ο.κ). Κάθε γωνιά και πόλη έχει επίσης σημαντικό κτηριακό απόθεμα – ανενεργό. Αρκεί να σκεφτούμε έξυπνα, να κινητοποιήσουμε τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, να φροντίσουμε τα project να ωφελούν τους πολλούς – τα οφέλη να διαχέονται και να μην συγκεντρώνονται σε λίγους. Αρκεί να μείνουμε συνεπείς σε ορισμένες επιχειρηματικές αρχές – υπερβαίνοντας την τσαπατσουλιά της δημόσιας διαχείρισης. 

Το μαράζωμα δεν είναι νομοτέλεια. Είναι αποτέλεσμα απουσίας ιδεών ή –συχνότερα– απουσίας πίστης ότι μπορούν να εφαρμοστούν. Ο Μύλος των Ξωτικών δείχνει ότι όταν μια ιδέα πατά στην ταυτότητα του τόπου, οργανώνεται σοβαρά και υπηρετεί τους πολλούς, μπορεί να αλλάξει την οικονομία μιας ολόκληρης περιοχής. Το ερώτημα δεν είναι αν γίνεται. Είναι γιατί δεν γίνεται συχνότερα.

Πρέπει να γίνει κάτι με τα άδεια κτήρια εκτός πόλεων; άρθρο στη VORIA στις 3/1/2026



Είμαι σίγουρος ότι όλοι το έχετε παρατηρήσει και πολλοί από εσάς ίσως να το έχετε σκεφτεί κάθε φορά που με αυτοκίνητο διατρέχετε την ελληνική επικράτεια. Μόλις βγούμε από τις πόλεις μας, από τις παρυφές του σχεδόν, ξεκινά μια πραγματικότητα που είναι τουλάχιστον άσχημηΔεκάδεςεκατοντάδες ίσως χιλιάδες άδεια κτίσματα – κτήρια διάσπαρτα παντού. Εγκαταλελειμμένα ή απλά κλειστά, λεηλατημένα, άλλα σφραγισμένα, πάντως εμφανώς χωρίς να φιλοξενούν κάποια λειτουργία. Κτήρια παλιά και νεότερα, μικρά μεσαία και μεγάλα, βιομηχανικά, εμπορικά, κτήρια εμπορικά, εκθέσεων, αποθήκες, συνεργεία, κτήρια αγροτικών εκμεταλλεύσεων κ.ο.κ. Λίγο έξω και λίγο μέσα από χωριά και επαρχιακές πόλεις, υποδέχονται τον επισκέπτη ή τον ταξιδευτή με ένα ίδιο και απαράλλακτο μοτίβο - μια εικόνα δυστοπική, περιβαλλοντικά επίφοβη, λειτουργικά απαράδεκτη και αισθητικά τριτοκοσμική. Εικόνα που είναι τόσο διαδεδομένη που την έχουμε σχεδόν αποδεχθεί. Την θεωρούμε φυσικό στοιχείο της ελληνικής περιφέρειας, φυσικό background των αυτοκινητοδρόμων μας, της περιφέρειας, της υπαίθρου. 

Το οξύμωρο βέβαια είναι ότι όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «αναπτυξιακό όραμα» και την απαραίτητη από δεκαετίες «αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου», τόσο αυτή η σκιά μεγαλώνει. Δεν φταίνε μόνο οι οικονομικοί κύκλοι ή οι κρίσεις που άδειασαν βίαια δεκάδες κτήρια. Φταίει και κάτι βαθύτερο κατά την άποψή μου - η αδράνεια. Ένα είδος θεσμικής κόπωσης που μας κάνει να βλέπουμε μπροστά μας εγκαταλελειμμένα ακίνητα και να τα θεωρούμε… τοπίο. Σαν να ήταν πάντα εκεί, σαν να μην χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.

Τρία μικρά συμπεράσματα

Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι πως η χώρα «αποβιομηχανοποιήθηκε» αν δεχθούμε καταχρηστικά ότι οι λειτουργίες που φιλοξενούσαν τα κτήρια αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο «βιομηχανία» της. Τόσα πολλά κτίρια κουφάρια παντού, μαρτυρούν μια μεγάλη σταδιακή αποδιάρθρωση. Χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα κτηριακού αποθέματος έμειναν πίσω, έξω από το ρεύμα της οικονομίας, έξω από τις ζωές των ανθρώπων. Εργοστάσια που κάποτε δούλευαν σε τρεις βάρδιες, αποθήκες που άδειαζαν νταλίκες σαν χείμαρροι, μικρά κτίρια που γεννήθηκαν για να στεγάσουν επαγγέλματα που σήμερα δεν υπάρχουν. Όταν τα προσπερνώ και τα καταμετρώ από τη θέση του οδηγού, σκέφτομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να ήταν στη Σοβιετική Ένωση στα τέλη των 80s, με τη διαφορά ότι εκεί είχαν πραγματικά εργοστασιακές μονάδες θηριώδους κλίμακας. Η άλλη αναλογία που ήρθε στο μυαλό είναι αυτή με ορισμένες μετα-αποκαλυπτικές ταινίες του Χόλιγουντ που δείχνουν την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους και μερικούς επιζώντες μέσα σε νεκρά ημιαστικά τοπία. Υπερβολικό; Το παραδέχομαι.

Δεύτερο συμπέρασμα - η χώρα μας κάποτε είχε παραγωγική ζωή στην περιφέρεια. Δεν εξετάζω με αυστηρή οικονομική σκοπιά , ούτε με μακροοικονομικούς δείκτες την βιωσιμότητα αυτής της «παραγωγικής ζωής». Δεν εξετάζω καθόλου αν παράγονταν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες – λέω κάτι πιο απλό. Εκεί γύρω από τα εγκαταλελειμμένα σήμερα κτήρια και κουφάρια, κάποτε εργάζονταν δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Σκεφτείτε μόνο το εξής – πόσα «επιπλάδικα» βλέπετε σήμερα άδεια, παρατημένα, δίπλα από τον δρόμο; Πόσα συνεργεία αυτοκινήτων, πόσα παρατημένα μικρά εμπορικά, πόσες αποθήκες; Όλα αυτά φιλοξενούσαν την εργασία και έβγαζαν το μεροκάματο χιλιάδων εργαζομένων που κατά κανόνα δεν διέμεναν στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Σήμερα στέκουν εκεί, σφραγισμένα στο καλό σενάριο – στο κακό λεηλατημένα ή μίσογκρεμισμένα, να μας θυμίζουν το παρελθόν.

Τρίτο συμπέρασμα, όλα χτίστηκαν μάλλον χωρίς κάποιο σχεδιασμό. Αν δει κανείς από ψηλά - με zoom out-  ολόκληρες περιοχές, θα δει κτήρια όπου μπορεί να φανταστεί. Μέσα σε χωράφια, δίπλα ή μακριά από δρόμους, χωρίς άλλες υποδομές, άναρχα. Φύρδην μίγδην, ατάκτως ειρημένα, εμφανώς χωρίς κανένα χωροταξικό σχέδιο, χωρίς μάλλον αυστηρές χρήσεις γης. Ό,τι βόλευε, όπως βόλευε μάλλον. 

Είναι πρόβλημα; Μόνο αν το παραδεχθούμε θα το λύσουμε

Πιστεύω ότι αν φτάσατε σε αυτές τις γραμμές του σημειώματος αυτού, λογικά θα συμφωνείτε λιγότερο ή περισσότερο με τις περιγραφές και τα πρώτα απλά συμπεράσματά μου. Είναι σημαντικό να συμφωνούμε σε κάτι αρχικό – είναι προϋπόθεση να δούμε το «παρακάτω». Παρατηρώντας λοιπόν από χρόνια αυτήν την πραγματικότητα θυμήθηκα ότι πριν από 15 χρόνια είχα ακούσει από καθηγητή πανεπιστημίου σε ιδιωτική συνάντηση ότι κάποιες προηγμένες χώρες της Δύσης για να αντιμετωπίσουν το ίδιο πρόβλημα, οργάνωσαν σχέδια, σκέφτηκαν διαδικασίες και τις μετασχημάτισαν σε δημόσιες πολιτικές. 

Επειδή προσωπικά πιστεύω ότι η σημερινή πραγματικότητα είναι προβληματική είπα να ψάξω περισσότερα στοιχεία. Στη βάση αυτών των σχεδίων υπάρχει μια κεντρική παραδοχή. Το εγκαταλειμμένο κτήριο δεν είναι μια ουδέτερη κατάσταση – είναι αδρανές κεφάλαιο, είναι πόρος, είναι δεσμευμένος χώρος και δυνητικά κίνδυνος και επιβάρυνση για την περιοχή.

Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το πρόβλημα των άδειων και εγκαταλελειμμένων κτηρίων δεν αντιμετωπίστηκε ως μια θλιβερή παρενέργεια της ανάπτυξης και των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, αλλά ως δομικό ζήτημα χωρικής και οικονομικής πολιτικής. Οι τοπικές αρχές, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, προχώρησαν σε συστηματική χαρτογράφηση του αδρανούς κτηριακού αποθέματος. Υποχρεώθηκαν να τηρούν Brownfield Land Registers, δημόσια μητρώα αναξιοποίητης γης και κτιρίων, ενώ σε πολλές περιοχές εφαρμόστηκαν Empty Property Strategies, δηλαδή ολοκληρωμένες πολιτικές χαρτογράφησης και επανάχρησης αδρανών κελυφών. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σκωτίας, όπου από το 1993 λειτουργεί το Vacant and Derelict Land Survey (VDLS), μια ετήσια, επίσημη απογραφή εγκαταλελειμμένης γης και κτηρίων, που δίνει στο κράτος και στους δήμους σαφή εικόνα του τι είναι κενό, πού βρίσκεται και για πόσο παραμένει ανενεργό. 

Σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, τα άδεια κελύφη αντιμετωπίστηκαν ως πρώτη ύλη για αστική αναγέννηση, πολιτιστικές χρήσεις, νέες μορφές παραγωγής και κατοίκησης. Μεγάλοι δήμοι του εξωτερικού έχουν κανονικά «βιβλία ευκαιριών», portfolios έτοιμα για επενδυτές. Κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν κάτι απλό αλλά κρίσιμο. Πριν μιλήσουν για ανάπτυξη, φρόντισαν να ξέρουν τι έχουν ήδη στα χέρια τους. 

Με δυο λόγια δηλαδή ποια κτήρια είναι κενά, ποια εγκαταλελειμμένα, ποια μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν και με ποιους όρους. Δημιούργησαν δημόσια μητρώα, ψηφιακά αρχεία και «χαρτοφυλάκια ευκαιριών» που παρουσίαζαν συγκεντρωμένα αυτά τα κελύφη σε επενδυτές, φορείς και επιχειρήσεις. Η λογική ήταν απλή αλλά ριζοσπαστική για τα ελληνικά δεδομένα - πριν χτίσεις κάτι καινούργιο, οφείλεις να ξέρεις τι έχεις ήδη αφήσει να ρημάζει

«Και η Ελλάδα κύριε»; 

Ο μεσότιτλος αυτός προέρχεται από το διαφημιστικό spot της Νέας Δημοκρατίας του 2012, τότε που ένα κοριτσάκι ρωτούσε τον δάσκαλό της γιατί η Ελλάδα ήταν εκτός ευρώ ως συνέπεια πιθανής νίκης του τότε ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το δανείζομαι εισαγωγικά για να δούμε τι συμβαίνει στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν εργαλεία που μοιάζουν με τα ανωτέρω, αλλά είναι διάσπαρτα και με διαφορετικούς σκοπούς. Δεν υπάρχει (ακόμη) ένα ενιαίο «UK-style» χαρτοφυλάκιο για όλο το αδρανές/άδειο κτηριακό απόθεμα (βιομηχανικά κελύφη, αποθήκες, κουφάρια εκτός πόλεων κ.λπ.) με λογική «το δείχνω σε επενδυτή και ξεμπλοκάρω την επανάχρηση». 

Η ΑΑΔΕ δρομολογεί την ηλεκτρονική απογραφή/ταυτοποίηση στοιχείων (χρήση ακινήτου, αντιστοίχιση με Κτηματολόγιο κ.λπ.) ως βάση για το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ). Όμως το ΜΙΔΑ δεν είναι «vacant buildings register» τύπου επανάχρησης. Κυριολεκτικά είναι μητρώο για ποιος έχει τι και πώς χρησιμοποιείται (φορολογικά/διοικητικά). Αλλά μπορεί να γεννήσει στατιστικά για τα «κενά» (π.χ. κατοικίες) και να τροφοδοτήσει πολιτικές. 
Παράλληλα «τρέχει» ως έργο το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων (Ε.Μ.Α.), με κεντρικό αναγνωριστικό τον ΚΑΕΚ και στόχο να συγκεντρώνει/διασταυρώνει δεδομένα από φορείς (νομικά, γεωχωρικά κ.ά.). Αυτό είναι επίσημα ανακοινωμένο από το Ελληνικό Κτηματολόγιο. Και εδώ όμως δεν έχουμε «book επενδυτικών κελυφών», αλλά υποδομή που δυνητικά μπορεί να υποστηρίξει τέτοιες πολιτικές στο μέλλον. 

Στην Ελλάδα έχουμε και το Μητρώο Αδρανών Βιομηχανικών Κτιρίων (ΜΑΒΚ) - το πιο κοντινό σε «UK industrial shells book», αλλά με στενό πεδίο. Αυτό αφορά βιομηχανικές εγκαταστάσεις εντός Οργανωμένων Υποδοχέων/Επιχειρηματικών Πάρκων που έχουν παύσει για χρόνια — όχι το χαοτικό σύμπαν των «κουφαριών» εκτός σχεδίου.
Τέλος, υπάρχουν δημοσιεύματα που αναφέρονται σε πρόθεση/σχεδιασμό για μητρώα εγκαταλελειμμένων ακινήτων σε κάθε δήμο, ώστε το ΥΠΕΝ να έχει εικόνα ανά περιοχή

Συμπέρασμα

Στην Ελλάδα δεν έχουμε έναν μηχανισμό με καθολική, οριζόντια μορφή «national registry» που θα έλεγες «ναι, έχουμε κάτι σαν αυτά τα προηγμένα των άλλων (ούτε ενιαίο interface, ούτε υποχρεωτική περιοδική επικαιροποίηση για όλους τους δήμους). Όμως στην Ελλάδα τώρα γεννιούνται υποδομές καταγραφής που μπορούν να παράγουν πολιτική για κενά ακίνητα. Η Ελλάδα τώρα φτιάχνει το «μητρώο του ποιος έχει τι» — δεν έχει ακόμα το μητρώο του «τι σαπίζει πού». Τα εργαλεία που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα δεν σχεδιάστηκαν για πολιτική επανάχρησης• σχεδιάστηκαν για διοίκηση, φορολογία και έλεγχο. Αυτό είναι η βασική διαφορά. Το στοίχημα είναι αυτά τα βήματα να μην μείνουν απλή καταγραφή της παρακμής αλλά να γίνουν αφετηρία επανάχρησης.

Σε κάθε περίπτωση – προσωπική μου εκτίμηση είναι πως – ακόμη και όταν φτιάξουμε τα εργαλεία αυτά, δεν θα είναι εφικτό να φτάσουν σε όλη την περιφέρεια. Το πρόβλημά μας είναι τόσο απλωμένο στο χώρο και πολλά από τα κουφάρια σχετικής χρηστικής αξίας που δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε κεντρικά να τα βάλουμε και πάλι στο παιχνίδι. Εδώ πρέπει να μπει στο παιχνίδι πιο αποφασιστικά η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου σημειώματος.

Το 2025 φεύγει με αντιφάσεις και αφήνει ερωτήματα, το 2026 αναζητά νέο αφήγημα, άρθρο στη VORIA στις 27/12/2025



Οι ημέρες των χριστουγεννιάτικων εορτών, εκεί λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου και την έλευση του νέου έτους, προσφέρονται για μικρούς απολογισμούς, για εκτιμήσεις, για αξιολογήσεις αλλά και σχέδια. Το 2025 που φεύγει ολοκληρώνει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και -εκτιμώ- ότι έφερε μαζί του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.

Εντάσσεται σε μια παράδοση ετών, ειδικά του τρέχοντος αιώνα, που δημιουργούν επισφάλεια, ανασφάλεια, ερωτήματα, αστάθεια και μια αίσθηση γενικευμένης αβεβαιότητας για το τι μέλλει γενέσθαι. Ο μεσο-μακροπρόθεσμος ορίζοντας για πολλές κοινωνίες στη Δύση είναι προβληματικός και αυτό το αντιλαμβάνονται. Οι μεταπολεμικές σταθερές πάνω στις οποίες χτίστηκε ο κόσμος μας, αμφισβητούνται από πολλές πλευρές.

Αμφισβητούνται από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από εσωτερικούς αναθεωρητισμούς – από μεγάλες δημογραφικές τάσεις, από παραγωγικές μετατοπίσεις, από πολεμικές συγκρούσεις σε μήκη και πλάτη του πλανήτη που πιστεύαμε ότι δεν θα βλέπαμε ξανά την ισχύ των όπλων. Αν αυτή η γενικευμένη αβεβαιότητα είναι το διεθνές πλαίσιο, στην ελληνική περίπτωση αποκτά πιο συγκεκριμένα, σχεδόν απτά χαρακτηριστικά. Δεν τη συναντά κανείς μόνο στους δείκτες ή στις γεωπολιτικές αναλύσεις· τη συναντά στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στο βενζινάδικο, στη συζήτηση για το αν «βγαίνει ο μήνας». Και όμως αν δει κανείς – ή θυμηθεί – την προ 15ετίας και προ 10ετίας κατάσταση της χώρας, οφείλει να παραδεχθεί ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Από την άλλη τί να πεις σε αυτόν που σήμερα δυσφορεί; 

Το 2025 ήταν για την Ελλάδα μια χρονιά αντιφάσεων. Μακροοικονομικά, η χώρα κινήθηκε σε τροχιά ομαλότητας, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομική πειθαρχία και ένα διεθνές αφήγημα «επιστροφής στην κανονικότητα». Κοινωνικά όμως, η εικόνα ήταν πιο θολή. Η αγοραστική δύναμη παρέμεινε χαμηλή, το στεγαστικό πρόβλημα οξύνθηκε, οι ανισότητες παγιώθηκαν και η αίσθηση κοινωνικής κινητικότητας –το περίφημο «να πας λίγο παραπάνω από εκεί που ξεκίνησες»– μοιάζει για πολλούς να έχει κολλήσει μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου.

Συλλαλητήρια για τα Τέμπη στην αρχή του χρόνου

Το 2025 ξεκίνησε με ένα μεγάλο – ιστορικού μεγέθους συλλαλητήριο με κεντρικό αίτημα την απόδοση ευθυνών και την απονομή δικαιοσύνης στην υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Αξίζει να σημειωθεί το μοναδικά πολυπληθές της διαμαρτυρίας, η γεωγραφική της εξάπλωση εντός και εκτός συνόρων, η απουσία κομματικών χρωμάτων και συμβόλων αλλά και μια υφολογία σιωπηρής διαμαρτυρίας – όλα στοιχεία διαφορετικά από τη μεταπολιτευτική σκηνογραφία. Η κινητοποίηση και η ενεργή παρουσία του λαϊκού παράγοντα λειτουργεί διαχρονικά ως επιταχυντής των εξελίξεων. Θέτει σε κίνηση μηχανισμούς που σε περιόδους αδράνειας παραμένουν ανενεργοί ή υπολειτουργούν. Αποτέλεσμα αυτής της κινητοποίησης είναι να μην μπορεί κανείς εύκολα να προβλέψει το μέλλον με ακρίβεια καθώς δεν μπορεί να γνωρίζει που θα εκβάλει. Ταυτόχρονα όμως διαφαίνεται πως το μέλλον δεν θα χτιστεί ερήμην της κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια, η κινητοποίηση δεν αποτελεί παρεκτροπή αλλά ουσιώδη ενίσχυση της δημοκρατικής διαδικασίας.

ΟΠΕΚΕΠΕ και συστημική αποτυχία

Το άλλο μεγάλο ζήτημα της χρονιάς που κλείνει είναι το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Εδώ το κρίσιμο ήταν οι διάλογοι των εμπλεκόμενων που δημοσιεύτηκαν. Το ύφος όσων μιλούσαν με μια χαρακτηριστική άνεση και με μια βεβαιότητα διευθέτησης ήταν η θρυαλλίδα και ίσως το σημείο που εξόργισε τους περισσότερους, πέραν του οικονομικού μεγέθους του σκανδάλου που είναι υψηλότατο. Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ συναρθρώνονται μια σειρά από παθογένειες και ευθύνες που θα έλεγε κανείς ότι είναι μια ακτινογραφία της κακοδαιμονίας μας. Συστημικές αποτυχίες, ισχυρά δίκτυα συμφερόντων, εμπλοκή ή και κάλυψη πολιτικών προσώπων, διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων και αδυναμία θεσμικής αλλά και πολιτικής διάθεσης για κάθαρση. 

Μπλόκα αγροτών

Η χρονιά κλείνει με τους αγρότες στις εθνικές οδούς. Αυτή τη φορά φαίνεται πως απολαμβάνουν μιας αυξημένης στήριξης ή και ανοχής από τους υπόλοιπους πολίτες. Και οι ίδιοι φαίνεται να επιλέγουν τη σκληρή στάση, απορρίπτοντας σχετικά εύκολα τις προτάσεις για διάλογο. Στην υπόθεση αυτή μπορούμε να πούμε πολλά – συναρθρώνεται ένα ελληνικό πρόβλημα δεκαετιών, με όλες τις παραμέτρους του, με ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις. Βλέπουμε την κορυφή ενός παγόβουνου που σχηματίζονταν χρόνια αλλά τώρα έφτασε σχεδόν στην πλώρη μας. Λύση στο εθνοκρατικό πεδίο δεν υπάρχει – αλλά και να υπήρχε, απαιτεί μια σειρά από επιλογές και δημόσιες πολιτικές πολύ βαθιές. Πολιτική βούληση, τεχνοκρατική επάρκεια, διανοητική και πολιτική ωρίμανση και κυρίως αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Για να είμαστε δίκαιοι, χώρες στα δικά μας κυβικά που τα καταφέρνουν υπάρχουν. Εμείς δεν ξέρω κατά πόσο είμαστε ικανοί να υλοποιήσουμε ένα τέτοιο project μετεξέλιξης.

Το κοινό αίτημα

Είτε Τέμπη, είτε ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε μπλόκα των αγροτών – το κοινό νήμα που συνδέει τα αιτήματα είναι ένα και πατά πάνω στην ίδια αγωνία. Δεν είναι απλά ένας καλός και ασφαλής σιδηρόδρομος, δεν είναι μια δίκαιη και αναπτυξιακή αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων ούτε 2-3 διευθετήσεις στο κόστος παραγωγής της αγροτικής παραγωγής. Είναι η υποβόσκουσα αγωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων για το πώς πορευόμαστε στον 21ο αιώνα. Είναι μια λανθάνουσα απαίτηση για εκσυγχρονισμό, για «κανονικότητα», για στοιχειώδη προβλεψιμότητα. Αυτό το κοινό νήμα είναι που κατέβασε εκατομμύρια στον δρόμο, που δείχνει ανοχή στα μπλόκα και περιβάλλει με απαξία φαινόμενα ΟΠΕΚΕΠΕ. Νήμα που τοποθετείται πάνω από τα κόμματα και την δομική αδυναμία τους να επηρεάσουν το πώς σκέφτεται και πώς νιώθει αυτή η βαθιά ή βουβή πολιτικά Ελλάδα.

Η πάλη των αφηγημάτων

Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική δυσκολεύεται να αρθρώσει πειστικό λόγο, όχι τόσο γιατί λείπουν οι διαπιστώσεις, αλλά γιατί απουσιάζει η σύνθεση. Οι πολίτες ακούν πολλά, συχνά αντικρουόμενα, σπάνια όμως νιώθουν ότι κάποιος ενώνει τις τελείες. Ότι υπάρχει ένα καθαρό σχήμα για το πού βρισκόμαστε και –κυρίως– για το πού πάμε. Το 2025 δεν ήταν χρονιά μεγάλων πολιτικών ανατροπών. Ήταν όμως χρονιά συσσώρευσης κόπωσης, σκεπτικισμού και μιας ήσυχης, υπόγειας δυσπιστίας απέναντι σε όλους. Το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί ενεργούν σα να μην «τρέχει» τίποτα, σα να μην έχει καταρρεύσει η αξιοπιστία, με ένα εγχειρίδιο business as usual.  

Η κυβέρνηση έχει επιχειρήματα, έχει λογικά και ποσοτικά ερείσματα, έχει ένα συγκεκριμένο αφήγημα που καταλήγει σε διλημματική διακύβευση. Συγκρατεί δημοσκοπικές δυνάμεις εμφανώς όμως πιο χαμηλά από τις εκλογικές της επιδόσεις. Έχει ασκήσει πολιτικές στο πεδίο – που όπως κάθε σοβαρή πολιτική που σέβεται τον εαυτό της – έχει ωφελημένους και ευνοημένους και αντιστοίχως ριγμένους και λιγότερο ευνοημένους ή και ζημιωμένους. Ό,τι και αν κάνει, ό,τι και αν πετύχει, όποια θετική είδηση και αν προκαλέσει, αντιπαλεύει με το γενικευμένο perception που λένε και οι Άγγλοι. Και στο πεδίο αυτό οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί για την ίδια. 

Το θετικό για αυτήν είναι πως από την άλλη δεν υπάρχει ένα κυρίαρχο αφήγημα που να σταθεί απέναντι στο δικό της με όρους πλειοψηφικούς. Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις βράζουν στο ίδιο δημοσκοπικό καζάνι. Καμία από αυτές δεν έχει δείξει ότι μπορεί να κάνει ένα άλμα επιρροής και να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Η συζήτηση για δημιουργία νέων κομμάτων επιβεβαιώνει την αδυναμία αυτή και δεν δημιουργεί προϋποθέσεις «εδώ και τώρα αλλαγής» συσχετισμών.

2026

Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως χρονιά θεαματικών ανατροπών, αλλά ως χρονιά κρίσιμων αποφάσεων. Είτε αποδειχθεί έτος εκλογικό είτε παραμείνει προεκλογικό, τα βασικά ερωτήματα για τη χώρα παραμένουν πάνω στο τραπέζι, σε κεντρικό σημείο και φωνάζουν. Ως εκ τούτου το 2026 θα είναι μια χρονιά κατά την οποία θα δοκιμαστεί αν η συσσωρευμένη κόπωση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κατεύθυνση ή αν θα παραμείνει διάχυτη δυσπιστία χωρίς έκφραση. Η κοινωνία δείχνει να ζητά λιγότερα συνθήματα και περισσότερη σοβαρότητα, λιγότερη αυτάρκεια και περισσότερη αξιοπιστία. Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει επικοινωνιακά τη χρονιά, αλλά ποιος μπορεί να πείσει ότι κατανοεί το βάθος των προβλημάτων και έχει σχέδιο να τα αντιμετωπίσει.

Σε αυτό το πλαίσιο, το 2026 θα είναι χρονιά αφηγήματος ή δεν θα είναι καθόλου. Όχι αφηγήματος με την επιφανειακή έννοια, αλλά μιας συνεκτικής πρότασης που να ενώνει οικονομία, κοινωνία και θεσμούς σε ένα πειστικό σχήμα. Αν κάτι έδειξε το 2025, είναι ότι η κοινωνία δεν αρκείται πλέον στο «λίγο καλύτερα από πριν» ούτε στο «δεν υπάρχει εναλλακτική». Ζητά νόημα και προοπτική. Όποιος καταφέρει να μεταφράσει αυτά τα αιτήματα σε πολιτική πρόταση, θα καθορίσει και τους συσχετισμούς της επόμενης περιόδου – και αυτό αφορά τους πάντες. Και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.

Τι σημαίνει σήμερα να «πηγαίνουν καλά» τα πράγματα; Η σιωπηλή διάρρηξη της μεσαίας ζωής, άρθρο στη VORIA στις 20/12/2025


 

Όταν το «πάμε καλά» δεν γίνεται βίωμα

Σίγουρα, αν κοιτάξει κανείς τα δεδομένα, τους δείκτες, τους σκληρούς αριθμούς, θα διαπιστώσει ότι ορισμένοι εξ αυτών είναι σήμερα καλύτεροι σε σχέση με τα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Η οικονομία δεν βρίσκεται πια σε κατάσταση κατάρρευσης και η χώρα δεν κινείται στο χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση αυτή, καταγράφεται ένα φαινόμενο που για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα έντονο και πολιτικά κρίσιμο - η λεγόμενη υποκειμενική φτώχεια. Σε σχετικές έρευνες, πάνω από το 60% των πολιτών απαντά ότι τα χρήματα δεν του φτάνουν, ότι αισθάνεται οικονομικά στρυμωγμένο. Το στοιχείο αυτό δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα επίσημα όρια της φτώχειας, όπως κι αν αυτά οριστούν, αποτυπώνει όμως μια βαθύτερη, συλλογική αίσθηση επισφάλειας. 

Μια ψυχική και κοινωνική αντίληψη της πραγματικότητας που δεν διαψεύδεται εύκολα από στατιστικούς πίνακες. Και αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στους δείκτες και στο βίωμα είναι βαθιά πολιτική. Τροφοδοτεί τον δημόσιο διάλογο, επηρεάζει τον πολιτικό ανταγωνισμό και ζητά ερμηνεία. Δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το τραύμα της ελληνικής χρεοκοπίας. Πριν από δεκαπέντε χρόνια το ελληνικό κράτος κατέρρευσε οικονομικά, οι απώλειες ήταν μεγάλες και η επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Αυτή η εμπειρία άφησε πίσω της όχι μόνο χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά και παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις που εξακολουθούν να καθορίζουν το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη θέση τους σήμερα.

Η μεσαία ζωή που δεν καταρρέει, αλλά πιέζεται αθόρυβα

Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απόλυτη φτώχεια ούτε στην κατάρρευση. Βρίσκεται στη μεσαία ζωή. Σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που εργάζεται, πληρώνει, προσαρμόζεται, δεν καταρρέει – αλλά ούτε και προχωρά. Ή τουλάχιστον έτσι νιώθει. Μια ζωή που δεν θρυμματίζεται θεαματικά, αλλά φθείρεται αθόρυβα. Χωρίς κραυγές, χωρίς ρήξεις, χωρίς ορατές εκρήξεις. Μόνο με μια μόνιμη αίσθηση ότι «κάτι δεν κουμπώνει», ακόμη κι όταν όλα φαίνονται, στα χαρτιά, εντάξει. Αυτή η σιωπηλή διάρρηξη δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης παραμένουν αριθμητικά παρόντα αλλά κοινωνικά αποσταθεροποιημένα. Είναι και νιώθουν απομακρυσμένα από τα δυναμικά οικονομικά κέντρα, από τις θέσεις που παράγουν αξία, από την αίσθηση συμμετοχής σε ένα συλλογικό σχέδιο. Δεν εξαφανίζονται – απλώς γίνονται λιγότερο ορατά και λιγότερο καθοριστικά.

Από την προσδοκία στην αντοχή

Ιστορικά, η μεσαία ζωή υπήρξε ο χώρος της προσδοκίας. Όχι της υπερβολής, αλλά της προόδου. Η υπόσχεση μεταπολεμικά ήταν απλή για αυτό και τόσο σταθερή, όσο τηρούνταν. Αν κάνεις όσα πρέπει –σπουδάσεις, δουλέψεις, είσαι συνεπής– τότε κάτι θα χτιστεί. Σήμερα, αυτή η υπόσχεση έχει αποδυναμωθεί. Δεν αντικαταστάθηκε από οργή, αλλά από μια μόνιμη διαχείριση ρίσκου. Το ζητούμενο δεν είναι πια να πας καλύτερα, αλλά να μη σου συμβεί κάτι κακό. Να μη χαθεί η δουλειά. Να μη στραβώσει ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Να μην προκύψει ένα απρόβλεπτο που δεν αντέχεις να απορροφήσεις. Η μεσαία ζωή έπαψε να ονειρεύεται – αντέχει. Κάπως έτσι, χάθηκε και η αίσθηση του «αρκετού». Όχι επειδή οι άνθρωποι έγιναν πιο απαιτητικοί, αλλά επειδή έμαθαν να περιορίζονται. Το «αρκετό» έπαψε να σημαίνει αξιοπρεπή ζωή και άρχισε να σημαίνει διαχειρίσιμη καθημερινότητα. Μήνας που βγαίνει. Χρονιά χωρίς σοβαρά απρόοπτα. Μια κανονικότητα που δεν εμπνέει, αλλά τουλάχιστον δεν τρομάζει. Όταν όμως ο πήχης χαμηλώνει τόσο, ακόμη και η πρόοδος –αν υπάρξει– δυσκολεύεται να αναγνωριστεί. Και τότε το «πάμε καλά» ακούγεται ξένο.

Δείκτες από τη μία, εμπειρία από την άλλη

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του δημόσιου λόγου. Από τη μία, δείκτες, συγκρίσεις, μακροοικονομικές αφηγήσεις. Από την άλλη, η καθημερινή εμπειρία μιας κοινωνίας που δεν αισθάνεται ότι κερδίζει έδαφος. Δεν πρόκειται για άρνηση της πραγματικότητας ούτε για συλλογική κακοπιστία. Πρόκειται για δύο διαφορετικά μέτρα αξιολόγησης. Το ένα μετρά οικονομικούς δείκτες και μετριέται από οικονομολόγους, πολιτικούς, τεχνοκράτες και δημοσιολογούντες. Το άλλο αναμετριέται με τη διαβρωτική καθημερινότητα, βιώνεται, παράγει συναισθήματα. Ίσως και μη αναλογικά, ίσως πάλι όχι. Παράγει όμως μια κοινωνική πραγματικότητα. Όταν αυτά τα δύο απομακρύνονται, γεννιέται δυσπιστία. Όχι απαραίτητα πολιτική, αλλά υπαρξιακή. Αν ήταν απλό τότε θα διαφαίνονται στην ελληνική περίπτωση ορατή μια αλλαγή πολιτικών συσχετισμών. Είναι πιο δύσκολο και πιο μεγάλο από αυτό.

Η πολιτική ως ερώτημα κατεύθυνσης

Και εδώ η πολιτική εμφανίζεται όχι ως κομματικός ανταγωνισμός ή επικαιρότητα της εβδομάδας, αλλά ως ερώτημα κατεύθυνσης. Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ελληνικά. Στην ελληνική περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οξύνονται επειδή μεσολάβησε η χρεοκοπία και μια μακρά περίοδος απωλειών, στασιμότητας και ανασφάλειας. Ωστόσο, η μεγάλη τάση είναι ευρύτερη και αφορά συνολικά τη Δύση ως αξιακή, πολιτική και πολιτισμική επικράτεια. Έναν κόσμο που για δεκαετίες ομογενοποίησε έναν τρόπο ζωής, ένα καταναλωτικό πρότυπο, ένα πολιτισμικό υπόδειγμα και σήμερα φαίνεται να κινείται στις ίδιες ράγες, με διαφορετικές ταχύτητες ανά χώρα, ανάλογα με τη φέρουσα ικανότητα, την παραγωγικότητα και τη θεσμική της ανθεκτικότητα.

Η τάση, ωστόσο, είναι κοινή. Η μεσαία τάξη στη Δύση συμπιέζεται και αυτή η συμπίεση παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Αναδιατάσσει συμπεριφορές, προσδοκίες, ταυτίσεις. Τροφοδοτεί τον δημόσιο λόγο και τον πολιτικό ανταγωνισμό όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, το ερώτημα είναι για εμάς ταυτόχρονα μεγαλύτερο και οξύτερο. Και αν χρειάζεται να το απαντήσουμε μία φορά ως Έλληνες, πρέπει να το σκεφτούμε με πολλαπλάσια σοβαρότητα, γιατί το 2035 και το 2040 δεν θα μοιάζουν ούτε με το 2000 ούτε με το 2010.

Εάν η παγκόσμια μετατόπιση προς την Ανατολή και η ανάδυση νέων μεσαίων στρωμάτων στην Κίνα, την Ινδία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική μεταβάλουν τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και το υπόδειγμα κατανάλωσης, τότε τα διλήμματα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες –και για την Ελλάδα ειδικότερα– θα γίνουν ακόμη πιο κομβικά. Και μαζί τους θα τεθούν αναπόφευκτα ερωτήματα για την ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Θα προχωρήσει η Ευρώπη με ένα ενιαίο σχέδιο που θα προστατεύει συνολικά τη μεσαία τάξη ή θα θυσιαστούν οι μεσαίες τάξεις της περιφέρειας για να διασωθούν εκείνες των κεντρικών κρατών; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Και σίγουρα αυτή η συζήτηση δεν εξαντλείται στον εγχώριο κομματικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για ζητήματα μεγάλα, δομικά, σχεδόν πλανητικά, που απαιτούν κάτι περισσότερο από πολιτική τακτική: απαιτούν αυτογνωσία.

Το παραγωγικό μοντέλο και η μοίρα της μεσαίας τάξης

Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Θα κινηθούμε προς ένα εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, με διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, εξαγωγές, αντικατάσταση εισαγωγών και πραγματική δημιουργία υπεραξίας ή θα παραμείνουμε σε ένα μοντέλο εσωστρεφούς κορπορατισμού, όπου τα προνόμια των «εντός», τα κλειστά επαγγέλματα και η εξάρτηση από το κράτος καθορίζουν τη δομή της οικονομίας;

Ο ιστορικά ιδιόμορφος ελληνικός καπιταλισμός παρήγαγε και μια ιδιόμορφη μεσαία τάξη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Λιγότερο συνδεδεμένη με την παραγωγικότητα και περισσότερο με τη ρύθμιση, τη συναλλαγή και την πολιτική προστασία. Θα αναρωτηθεί τότε κανείς δικαίως: « Γιατί η μεσαία τάξη παραμένει κεντρική υπόθεση»; Η ύπαρξη μιας εύρωστης μεσαίας τάξης είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα μιας υγιούς οικονομίας και μιας λειτουργικής δημοκρατίας. Είναι εκείνη που διαμορφώνει τον τρόπο ζωής, τις αξίες, τις προσδοκίες και τη συλλογική αυτοπεποίθηση. Και κυρίως, είναι εκείνη που, έχοντας ξεφύγει από την αγωνία της επιβίωσης, μπορεί να συμμετέχει ενεργά, να ελέγχει την εξουσία και να διεκδικεί περισσότερα. Μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών μπορεί να αντέξει, δύσκολα όμως μπορεί να προχωρήσει. Για να το πούμε και αλλιώς. Αν η (όποια) μεσαία τάξη δεν ξεφεύγει από την αγωνία της επιβίωσης αλλά νιώθει την καυτή ανάσα της κοινωνικής και βιοτικής έκπτωσης, τότε ποιος μένει να το κάνει; Ποιος μπορεί να στηρίξει επιλογές ή να επιβάλλει αλλαγές; 

Το ερώτημα της προσαρμογής

Όπως γίνεται αντιληπτό, κάθε ζήτημα που απασχολεί την ελληνική επικαιρότητα μπορεί να ιδωθεί και να αναλυθεί με δύο τρόπους. Είτε ως ένα ακόμη επίκαιρο θέμα, που εξαντλείται στο εθνοκρατικό πεδίο, στη διαχείρισή του ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, στις ομάδες πίεσης και στις επιμέρους ομάδες συμφερόντων. Αυτή είναι μια παλιά και γνώριμη συνταγή, χρήσιμη ενδεχομένως για την πολιτική καθημερινότητα, αλλά ανεπαρκής για τις προκλήσεις που έρχονται. Ο δεύτερος τρόπος ανάγνωσης είναι πιο απαιτητικός. Βλέπει τα επιμέρους ζητήματα ως εκφάνσεις μιας κοινής συνισταμένης, αυτή της ανάγκης προσαρμογής. Προσαρμογής σε νέες οικονομικές, κοινωνικές, γεωπολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, που δεν είναι παροδικές αλλά δομικές. Και εδώ το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν διαφωνούμε στις λύσεις, αλλά αν μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ανάλυση. Αν μπορούμε να διαβάσουμε τις μεγάλες πλανητικές τάσεις, να αποδεχθούμε τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να καταλήξουμε σε ορισμένα κοινά συμπεράσματα. Γιατί χωρίς κοινή διάγνωση, καμία θεραπεία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική.

Είτε μιλάμε για το αγροτικό ζήτημα, είτε για τη μεσαία τάξη, είτε για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, είτε για την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση, το ερώτημα επανέρχεται με διαφορετικές μορφές αλλά με το ίδιο περιεχόμενο. Ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας, βρίσκεται στην προμετωπίδα των χωρών που θα βιώσουν έντονα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, μαζί με όλες τις δευτερογενείς κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχουν εύκολες λύσεις – δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο που, αν ακολουθηθεί πιστά, οδηγεί σε ήρεμα νερά. Η προσαρμογή, εκ των πραγμάτων, θα είναι δύσκολη και ενδεχομένως επώδυνη. Και επιπλέον, δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Δεν μιλάμε για δεκαετίες σταδιακών μετατοπίσεων, αλλά για αποφάσεις και επιλογές που θα κριθούν σε ορίζοντα λίγων ετών. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Αν η χώρα μπορεί να σταθεί στον 21ο αιώνα υπό αυτές τις συνθήκες και με αυτές τις προϋποθέσεις. Αν μπορεί να προσαρμοστεί εγκαίρως, συνειδητά και με σχέδιο. Αυτά είναι τα κεντρικά ερωτήματα της εποχής μας. Και με αυτά –είτε το θέλουμε είτε όχι– πορευόμαστε.

 

Αγροτικές κινητοποιήσεις: Η ιστορία μιας διαρθρωτικής κρίσης που ξεκινά από παλιά, άρθρο στη VORIA στις 13/12/2025



Αν δούμε –και πάλι– τα μπλόκα των αγροτών ως στοιχεία ενός εσωτερικού παιγνίου κατανομής πόρων, ως καταλύτη επηρεασμού του εκλογικού κύκλου και ως μια αναγκαιότητα διευθετήσεων σε έναν τομέα της ελληνικής οικονομίας, θα χάσουμε ξανά την ευκαιρία να δούμε το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις

Κοινός παρονομαστής η αδυναμία προσαρμογής

Γιατί οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε ως χώρα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση ή σε κοινωνική εμβέλεια, έχουν όμως μια κοινή συνισταμένη - τη διαχρονική αδυναμία μας να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες ή να διαμορφώσουμε διαφοροποιημένα συστήματα διαχείρισης, πιο κοντά στα δικά μας δεδομένα, πλήρως όμως ενταγμένα στην παγκόσμια ροή των πραγμάτων. Είτε μιλήσουμε για το αγροτικό ζήτημα, είτε για τη βιομηχανία, είτε για την ενέργεια, είτε για την ανθεκτικότητα, το ερώτημα είναι πάντοτε το ίδιο. Με ποιον τρόπο καταφέρνουμε –ή προσπαθούμε– να προσαρμοστούμε. Η προσαρμογή είναι η λέξη κλειδί. Εναλλακτικά, η δημιουργία ενός δικού μας μοντέλου που θα «κουμπώνει» αρμονικά στα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα, υπερβαίνοντάς τα θετικά. Μια «προσαρμοσμένη εξαίρεση» θα ήταν το ιδανικό. Είναι όμως πολύ μακριά από τις σημερινές διανοητικές, οργανωσιακές, διοικητικές, πολιτικές και πολιτισμικές μας δυνατότητες. Ακολουθούμε ασθμαίνοντας, εξαναγκαζόμενοι και πληρώνοντας υψηλό κοινωνικό, οικονομικό και αναπτυξιακό κόστος. Ενίοτε αποτυγχάνουμε, μετακυλίοντας το κόστος της αποτυχίας λίγο πιο πέρα, στο μέλλον. Αυτή η αλυσίδα όμως πρέπει να σπάσει, γιατί το μέλλον έχει φτάσει. Σύντομα θα γίνει η σούμα.

Αγρότες στα μπλόκα – δεν είναι συγκυριακό, είναι δομικό

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις που εκδηλώνονται σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα πολυετές σίριαλ που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Δεν είναι απλώς μια συγκυριακή αντίδραση στο αυξημένο κόστος παραγωγής ή στις τιμές του πετρελαίου, αλλά η ορατή κορυφή ενός παγόβουνου που σχηματίζεται εδώ και δεκαετίες.

Πρόκειται για μια κρίση βαθιά διαρθρωτική και, στην ελληνική περίπτωση, και πολιτισμική. Μια κρίση που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιληφθήκαμε την ανάπτυξη, το κράτος, την Ευρώπη και –τελικά– την ίδια την παραγωγή.
Η ελληνική γεωργία δεν μπορεί να λειτουργεί ως κλειστό, εθνοκρατικό σύστημα, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις του 20ού αιώνα. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτέλεσαν αντικειμενικά μια ιστορική ευκαιρία. Οι ενισχύσεις βελτίωσαν το εισόδημα και σταθεροποίησαν κοινωνικά την ύπαιθρο – γεγονός που συνέβαλε στη συνοχή και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των αγροτών. Δεν οδήγησαν όμως στις αναγκαίες παραγωγικές και οργανωτικές αναδιαρθρώσεις. Η ευκαιρία αξιοποιήθηκε κυρίως ως μηχανισμός αναπλήρωσης εισοδήματος και όχι ως εργαλείο μετασχηματισμού.

Έτσι, η ελληνική γεωργία μπήκε στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά με χαμηλή παραγωγικότητα, μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, αδύναμα συλλογικά σχήματα και περιορισμένη σύνδεση με τη μεταποίηση και την εξωστρέφεια. Το πρόβλημα δεν ήταν συγκυριακό ούτε κυκλικό. Ήταν –και παραμένει– δομικό. Όπως συνολικά η ελληνική κρίση, έτσι και το αγροτικό ζήτημα είναι προϊόν μακράς επώασης και όχι στιγμιαίας αστοχίας πολιτικής.

Έχει αξία να δούμε γιατί αποτύχαμε;

Η εξήγηση αυτής της αποτυχίας είναι δευτερευόντως θεσμική ή τεχνική. Είναι πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική. Η Μεταπολίτευση υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία, για ιστορικούς λόγους, υπερεκτιμήθηκαν οι δυνατότητες της πολιτικής και υποτιμήθηκαν οι περιορισμοί της οικονομίας. Το κράτος νοήθηκε ως μόνιμος μηχανισμός αναπλήρωσης απωλειών και όχι ως στρατηγικός σχεδιαστής. Η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα υποχώρησαν μπροστά στη διεύρυνση δικαιωμάτων και παροχών, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για τη βιωσιμότητα του μοντέλου. Ανάγκες μεταπολεμικές καλύφθηκαν μεταπολιτευτικά, με υψηλό οικονομικό κόστος.
Στον αγροτικό τομέα, αυτή η κουλτούρα μεταφράστηκε σε μια ιδιότυπη σχέση με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Οι ενισχύσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός εξορθολογισμού και αναδιάρθρωσης, αλλά ενσωματώθηκαν στο συλλογικό φαντασιακό ως κεκτημένο. Δημιουργήθηκαν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις σε κάθε απόπειρα αλλαγής. Το ευρώ και η ευρωπαϊκή ένταξη, αντί να λειτουργήσουν ως σταθεροποιητές, επιτάχυναν τις ανισορροπίες ενός ήδη εύθραυστου παραγωγικού οικοδομήματος.

Η διεθνής συγκυρία ή προϋπάρχουσα τάση;

Τα τελευταία χρόνια, η διεθνής συγκυρία επιτάχυνε την προϋπάρχουσα τάση. Η πανδημία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η κλιματική κρίση ανέδειξαν την επισιτιστική ασφάλεια ως παράγοντα ισχύος και ανθεκτικότητας. Η αγροτική παραγωγή επανήλθε στο κέντρο της παγκόσμιας ατζέντας, όχι απλώς ως πεδίο εκσυγχρονισμού, αλλά ως στρατηγικό πεδίο που θα καθορίσει τον 21ο αιώνα. Αναδεικνύεται με τον τρόπο αυτό ένας σκληρός μηχανισμός - η στρατηγική συγκέντρωσης γης, παραγωγής και επιδοτήσεων. Πρόκειται για μια παγκόσμια αναδιάρθρωση. 
Αν πρέπει να τραφούν δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι με λογικό κόστος και χωρίς την πλήρη καταστροφή του πλανήτη, η συγκέντρωση, η εκβιομηχάνιση και οι μεγάλες κλίμακες αναδεικνύονται ως μία λύση και επιλογή. 

Οι επιλογές είναι πολιτικές (και το ανάποδο)

Η θεσμική αρχιτεκτονική έχει διαμορφωθεί εκ των πραγμάτων με τρόπο που ανταμείβει τη μεγάλη κλίμακα, τη διαχειριστική επάρκεια και την πρόσβαση σε κεφάλαιο. Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ιδίως μετά το 2019, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Οι επιδοτήσεις ανά στρέμμα και τα οικολογικά προτάγματα προϋποθέτουν οικονομική αντοχή και οργανωμένη διαχείριση, στοιχεία που ο μικρός αγρότης συχνά δεν διαθέτει. 

Παράλληλα, το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί δραστικά – ιδίως λόγω ενέργειας, λιπασμάτων και ζωοτροφών – με εκτιμήσεις που φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις το 30% έως 50%. Η αστάθεια των τιμών παραγωγού, τα χρέη και τα κόκκινα δάνεια επιτείνουν την πίεση, οδηγώντας σε απώλεια γης και σε μια αθόρυβη αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην ύπαιθρο. Σε όλα αυτά προστίθεται η κλιματική κρίση και η απουσία σοβαρών υποδομών πρόληψης, ασφάλισης και αποκατάστασης ζημιών. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες και τα σούπερ μάρκετ επιβάλλουν όρους που ευνοούν λίγους, μεγάλους και τυποποιημένους προμηθευτές. Ο μικρός παραγωγός είτε μετατρέπεται σε εξαρτημένο υπεργολάβο είτε εγκαταλείπει την παραγωγή. Και μαζί του αποδιαρθρώνεται κοινωνικά και οικονομικά η ύπαιθρος.
Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια σοβιετική στρατηγική και επιλογή 100 χρόνια μετά. Εκμηχάνιση, διάλυση του μικρού κλήρου, μεγάλες κλίμακες και προλεταριοποίηση του αγρότη. Τότε απέτυχε. Το αν πετύχει τώρα, δεν το γνωρίζουμε. Τότε ήταν κομμουνιστική συνταγή· σήμερα καπιταλιστική.

Το ελληνικό ερώτημα και οι ιδιαιτερότητες

Αν ξεφύγουμε λίγο από τα μεγάλα και δούμε τα δεδομένα στη χώρα μας, θα πρέπει και εδώ, να παραθέσουμε μια σειρά σημείων που συναρθρωμένα μας δίνουν ένα σημαντικό πλαίσιο κατανόησης. Η ελληνική γεωργία παραμένει αντιμέτωπη με βαθιά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας, μικρό κλήρο και απουσία συνεργατισμού. Αυτές είναι διαρθρωτικές πληγές και παραμένουν ανοικτές. Κάθε τέτοια επιλογή απλώς αναπαράγει την ίδια πολιτική κουλτούρα που μας οδήγησε εδώ. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η αλλαγή παραγωγικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Στοιχεία που χειροτερεύουν τη δική μας περίπτωση είναι η δημογραφία, η περιφερειακή ανισότητα, η χαμηλή εξειδίκευση των αγροτών, η απουσία δομών και διαδικασιών εκπαίδευσής τους,  η υστέρηση των βασικών υποδομών και δικτύων, ο υπαρκτός πελατειασμός και η διαφθορά πολλών συστημάτων, η έντονη ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς και βέβαια το γεγονός ότι βρισκόμαστε λόγω γεωγραφικής θέσης στην προμετωπίδα των κρατών που θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Το ερώτημα είναι ένα. Αν η τάση παγκοσμίως είναι συγκεκριμένη τότε μπορούμε εμείς να κινηθούμε στην αντίθετη κατεύθυνση; Αν οι κλίμακες πρέπει να είναι μεγάλες, μπορούμε εμείς να διατηρήσουμε μια ελληνική εξαίρεση μικρού και πολυτεμαχισμένου κλήρου; Με άλλα λόγια μπορεί ένας Έλληνας αγρότης των 100 ή και λιγότερων στρεμμάτων να έχει μέλλον;

Ας δούμε πετυχημένα παραδείγματα

Εδώ υπάρχει ζουμί – εδώ πρέπει να σταθούμε. Υπάρχουν επιτυχημένα παραδείγματα που μπορούμε να αντιγράψουμε ή να ενσωματώσουμε πρακτικές τους στα δικά μας δεδομένα; Ναι, αλλά είναι δύσκολο. Δύσκολο, γιατί τα καλά αυτά παραδείγματα που είναι κοντά στα δικά μας πληθυσμιακά και χωρικά δεδομένα, πατούν σε άλλες πολιτικές και παραγωγικές κουλτούρες. Δείτε το Ισραήλ, τη Δανία ( κτηνοτροφικά), την Ολλανδία, και την πολύ κοντινή μας Πορτογαλία. Έχουν γίνει μικρά θαύματα – άρα είναι εφικτό να το κάνουμε και εμείς. Στη Δανία, οι συνεταιρισμοί (π.χ. στην κτηνοτροφία) ελέγχουν τη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα, εξασφαλίζοντας την υπεραξία για τον παραγωγό. Στο Ισραήλ, η παραγωγή βασίζεται στην υψηλή τεχνολογία (στάγδην άρδευση, έξυπνες λύσεις) ως στρατηγική επιβίωσης, ανεξαρτήτως μεγέθους κλήρου. Στην Ολλανδία, η εξειδίκευση σε προϊόντα υψηλής αξίας (π.χ. θερμοκήπια) και η εξωστρέφεια αποτελούν τον κανόνα, ενώ στην Πορτογαλία η επιτυχία βασίστηκε σε στοχευμένες θεσμικές παρεμβάσεις για τη συγκέντρωση και τον εκσυγχρονισμό. Αυτός ο παραγωγικός και πολιτισμικός κώδικας είναι που μας λείπει.

Μην κοιτάτε τώρα συγκριτικά τις στρεμματικές αποδόσεις – κοιτάξτε να βελτιώσουμε άμεσα τα βασικά. Τα πολύ βασικά. Να ενισχύσουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα επιτυχημένα παραδείγματα. Να στήσουμε εκπαιδευτικές δομές για τον αγρότη του 21ου αιώνα. Να επενδύσουμε στις υποδομές – νερό, ενέργεια, δίκτυα. Αν μπορέσουμε να στήσουμε και μια κάποια μεταποίηση ακόμα καλύτερα. Είμαστε τόσο πίσω που οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια θα δείξει γρήγορα τα θετικά αποτελέσματα. Τα μεγέθη μας δεν μας επιτρέπουν να γίνουμε ούτε ουκρανικός σιτοβολώνας, ούτε κινεζικός ορυζώνας, ούτε σοβιετικός στρεμματικός γίγαντας, ούτε καλιφορνέζικο τεχνολογικά πρωτοπόρο καλλιεργητικό υπόδειγμα. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε τον μικρό κλήρο και τον μικρό παραγωγό ενεργό, να μένει στον τόπο του, να κάνει εκεί οικογένεια και να αξιοποιεί τα χωράφια του πρέπει η ελληνική γεωργία να γίνει ξανά κεντρικό ζήτημα εθνικής σημασίας. Όχι μόνο για λόγους εισοδήματος, αλλά και για λόγους επισιτιστικής ασφάλειας, η οποία είναι πλέον παγκόσμιος παράγοντας ισχύος. Η αλλαγή δεν είναι υπόθεση μόνο μιας κυβέρνησης, αλλά αποτέλεσμα κοινωνικών συσχετισμών, συλλογικών συνηθειών και της ανοχής στο πελατειακό σύστημα. 

Ο παλιός κύκλος πρέπει να σπάσει. Αυτό απαιτεί ριζική ρήξη με την κουλτούρα της εύκολης ανάπτυξης και μετάβαση σε ένα μοντέλο που θα δίνει προτεραιότητα στη βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την ανεξαρτησία του μικρού και μεσαίου παραγωγού, αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στην κοινωνική συνοχή και την εθνική επάρκεια. Ο 21ος αιώνας δεν θα μας ρωτήσει αν «μας βγαίνει» η αλλαγή. Θα μας ρωτήσει αν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτήν. Αν απαντήσουμε πάλι με τον γνωστό τρόπο – με αναβολές, εύκολες λύσεις και μικρές διευθετήσεις – τότε το ερώτημα που θέτουμε σήμερα («μπορεί ένας Έλληνας αγρότης των 100 στρεμμάτων να έχει μέλλον;») θα απαντηθεί μόνο του. Και δεν θα μας αρέσει η απάντηση.